Το έκανα και πέρσι και μου άρεσε. Οπότε ας το επαναλάβουμε και φέτος. Δέκα και μία ταινίες που προβλήθηκαν στους ελληνικούς κινηματογράφους μέσα στο 2011. Η λίστα της περσινής χρονιάς ήταν πιο δυνατή, αλλά τι να κάνουμε, αυτήν έχουμε, με αυτήν θα πορευτούμε. Άσε που έχει και μια υπεραγαπημένη ταινία στην κορυφή της. Ας αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση.

10) «To Άλογο του Τορίνο» (του Μπέλα Ταρ). Με καμία, μα καμία, άλλη ταινία δεν έχω ποτέ μαρτυρήσει τόσο. Την είδα και σε βραδιά που ήμουν εξαιρετικά χάλια βέβαια, αλλά νομίζω πως αυτό ήταν απλώς το κερασάκι στην τούρτα. Και σε σούπερ κέφι να ήμουν πάλι θα υπέφερα. Δεν είναι απλώς αφόρητα αργή, είναι κάτι που αν δεν το έχεις δει, δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις. Ωστόσο, για άλλες ταινίες στη λίστα αμφιταλαντεύτηκα αν πρέπει να μπουν ή πρέπει να προτιμηθούν στη θέση τους κάποιες που έμειναν εκτός, αλλά για το «Άλογο του Τορίνο» δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία. Γιατί είναι η ταινία που μου έχει μείνει περισσότερο μέσα στο μυαλό από οποιαδήποτε άλλη μέσα στη χρονιά. Γιατί εκτός από αφόρητα αργή αποδείχθηκε τελικά και ασύγκριτα ανθεκτική και στοιχειωτικά γοητευτική. Παράξενη βέβαια η γοητεία της, μαύρη η πανίσχυρη έλξη της, σαν τον κόσμο που μας δείχνει, έναν κόσμο από τον οποίο αρχίζει σιγά σιγά να σβήνει όλο το φως.

9) «Wasted Youth» (των Aργύρη Παπαδημητρόπουλου και Γιαν Φόγκελ). Οκ, ίσως και να μπήκε στη δεκάδα τσιμπώντας μερικούς πόντους λόγω εντοπιότητας, η συγκεκριμένη ταινία όμως ταυτόχρονα χάνει και πόντους λόγω εντοπιότητας, αφού μόνο ο Έλληνας θεατής θα στραβώσει με το τέλος της και θα αρχίσει να αναρωτιέται με ποιό δικαίωμα οι δημιουργοί της παίρνουν ένα σημαδιακό αληθινό γεγονός και το μεταχειρίζονται με τόσο θολή καλλιτεχνική πρόθεση. Ωστόσο είναι νομίζω λάθος να μείνει κανείς στραβωμένος με το τέλος της ταινίας και να προσπαθήσει να τη διαβάσει υπό αυτό το πρίσμα. Η ταινία αξίζει -και με το παραπάνω- για ό,τι δείχνει μέχρι την τελική σκηνή της, αξίζει για την εξαιρετικά επιτυχημένη απεικόνιση των δύο αντιδιαστελλόμενων κόσμων, της γεμάτης ζωντάνια ημέρας ενός δεξαεξάρη σκεϊτά και της γεμάτης ματαίωση ζωής ενός σαραντάρη δημοσίου υπαλλήλου. Ο Ιερώνυμος Καλετσάνος εγκλωβισμένος στο μικρομεσαίο διαμέρισμά του με γυναίκα, κόρη και μάνα, ο Χάρης Μάρκου να αλωνίζει με το σκέιτ του την Αθήνα, δυο αντίθετα σύμπαντα, που φυσικά κάποτε θα συναντηθούν.

8) «Τhe Artist» (του Μισέλ Χαζαναβίσιους). Γιατί δεν είναι απλώς ένα ερεθιστικό πείραμα που πέτυχε και μια σινεφίλ παραξενιά που δικαιώθηκε, αλλά μια ταινία που όσο την παρακολουθείς την απολαμβάνεις όσο ελάχιστες άλλες, όσο ελάχιστες «κανονικές». Γιατί αποδεικνύει ότι μπορείς στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα να βλέπεις μια ταινία γυρισμένη στη φόρμα του βωβού κινηματογράφου και να μην νιώθεις ότι αυτό που παρακολουθείς είναι μισό ή ανάπηρο. Γιατί μας προσφέρει σε μεσότιτλο μια από τις πιο έξυπνες ατάκες της σεζόν: ο μεγάλος σταρ της εποχής του βωβού απαξιοί να συμμετέχει στις ταινίες με ήχο, που όμως αρχίζουν να κυριαρχούν, με αποτέλεσμα να τον παίρνει η κάτω βόλτα. Η γυναίκα του τσακώνεται μαζί του, τον κατηγορεί για διάφορα, τον κατηγορεί για τη σχέση τους κι εκείνος δεν απαντάει. «Why do you refuse to talk?». «Γιατί δεν μιλάς; Γιατί αρνείσαι να μιλήσεις;» τον ρωτάει 🙂

7) «Βiutiful» (του Αλεχάντρο Ινιαρίτου). Ο Μπαρδέμ υποδύεται τον Ουξμπάλ, έναν άνθρωπο που ο ρόλος του είναι να καλύπτει το κενό ανάμεσα στη θεσμική ρύθμιση της πραγματικότητας και την αληθινή της λειτουργία. Εκεί που υπάρχει παραεμπόριο και μαύρη εργασία παράνομων μεταναστών, έρχεται και καλύπτει με το αζημίωτο πρακτικές ανάγκες. Είναι ένας Συνήγορος της Παράκαμψης των Θεσμών, ένας Διαμεσολαβητής της Πραγματικότητας. Το αξιοπερίεργο με το «Βiutiful» είναι πώς ενώ πρόκειται για μια ταινία που παρουσιάζει έναν ήρωα στον οποίο συμβαίνουν όλα τα κακά της μοίρας του, μια ταινία που δείχνει ένα σωρό τραγικά συμβάντα, η αίσθηση που ανακαλείς όταν τη θυμάσαι είναι πολύ ζεστή. Σε θέλγει. Η εξήγηση πρέπει να βρεθεί κάπου στο συνδυασμό των πλάνων του Ινιαρίτου, της μαγικής φωτογραφίας του Ροντρίγο Πριέτο, της εξαίσιας μουσικής του Σαντιάγο Σανταολάλα, αλλά και της καλλιτεχνικής διεύθυνσης που απεικονίζει τα σωθικά της Βαρκελώνης. Δεν είναι η Βαρκελώνη του Γούντι Άλεν που ήρθε και την είδε σαν τουρίστας. Είναι μια σπαρακτική και φθαρμένη Βαρκελώνη. Αλλά παραδόξως και πολύ πιο -ίσως θα πρεπε, αλλά δεν βρίσκω καταλληλότερη λέξη- όμορφη.

6) «Βlue Valentine» (του Ντέρεκ Σιανφράνς) / «Drive» (του Νίκολας Γουίντιγκ Ρεφν). Δύο ταινίες με κοινό στοιχείο τον πρωταγωνιστή. Ο Ράιαν Γκόσλινγκ εμβληματική κινηματογραφική φιγούρα στο «Drive», με την οδοντογλυφίδα στο στόμα, τα γάντια οδήγησης στο χέρι και το μπουφάν με τον τεράστιο σκορπιό στην πλάτη, ο Ράιαν Γκόσλινγκ με φαλάκρα, μουστάκι, κοιλιά και γυαλιά μυωπίας, παρατημένος εμφανισιακά στο «Blue Valentine». Στο «Drive» το σκηνοθετικό στυλ είναι καθηλωτικό και ώρες ώρες σε αφήνει άλαλο. Αν η ταινία κουβαλούσε δίπλα στο στιλ και λίγη ουσία θα ήταν σε πολύ μεγαλύτερο νούμερο, από αυτό το μισό 6 που μοιράζεται εδώ. Το μοιράζεται με το «Blue Valentine», που κατάφερε να δημιουργήσει ένα αμφιλεγόμενο ζευγάρι, τον Ντιν και την Σίντι (Μισέλ Γουίλιαμς), ένα ζευγάρι το οποίο σε κάνει να θες να το συζητάς και να προσπαθείς να εξηγήσεις τη σχέση του. Ο Ντιν είναι μεν underachiever, αλλά είναι και μέσα σε μια σχέση που γουστάρει. Η Σίντι όμως δεν θέλει μια σχέση με κάποιον που αφήνεται και δεν προσπαθεί να προοδεύσει. Ή απλά δεν θέλει άλλο μια σχέση με τον συγκεκριμένο κάποιον. Διαλέγεις και παίρνεις.

5) «Melancholia» (του Λαρς Φον Τρίερ). Σε χέρια άλλων οι ιδέες του Λαρς Φον Τρίερ θα κατέληγαν τις περισσότερες φορές σε απαράμιλλα φιάσκα. Στα χέρια τα δικά του καταλήγουν τις περισσότερες φορές σε μεγάλες ταινίες. Η κατάθλιψη που είχε πέσει πάνω του για χρόνια, του δίνει το έναυσμα να σκηνοθετήσει την Κίρστεν Ντανστ νυφούλα. «Είσαι ευτυχισμένη, Τζαστίν;» την ρωτούν και την ξαναρωτούν οι δικοί της στη δεξίωση του γάμου της. Εκείνη λέει πως ναι, είναι, αλλά φυσικά δεν είναι, γιατί η μελαγχολία θα πέσει πάλι πάνω της. Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο Τριερ δεν προσπαθεί να ξορκίσει αυτή τη δυσοίωνη στάση ζωής, αλλά να τη θεωρητικοποιήσει και να την αιτιολογήσει. Ο κόσμος δεν έχει νόημα, δεν υπάρχει πριν και μετά, μόνο ένα σύντομο ολομόναχο τώρα. Έτσι όταν ένας πλανήτης ονόματι «Μελαγχολία» ενδέχεται να πέσει πάνω στη γη και να κάνει τον κόσμο μας συντρίμμια, η Τζαστίν δεν ανησυχεί όπως όλοι οι υπόλοιποι, αφού χειρότερο πράγμα από την καταστροφή του κόσμου είναι η ίδια η ανόητη ύπαρξή του. Με τον τρόπο που βλέπει ο Τρίερ τα πράγματα, μπορεί κανείς κάλλιστα να διαφωνεί, αλλά στον τρόπο που φτιάχνει ταινίες, μπορεί πολύ δυσκολότερα να αντισταθεί.

4) «Πες μου το όνομά σου» (του Μισέλ Λεκλέρκ). Το ονοματεπώνυμο της (Μπάια Μπενμαχμούντ) είναι το μοναδικό σε όλη τη Γαλλία. Το δικό του (Αρτύρ Μαρτέν) κυκλοφορεί σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα. Εκείνης ο πατέρας Αλγερινός, εκείνου η μάνα Ελληνοεβραία. Όταν η Μπάια μαθαίνει την καταγωγή του Αρτύρ ενθουσιάζεται: Οι δυο μας κάνουμε την τέλεια Γαλλία. Αν γίνουμε όλοι μπάσταρδοι, τότε και μόνο ο κόσμος μπορεί να απαλλαγεί από εθνικές καθαρότητες και πολέμους. Την έχει την υπερβολή η Μπάια. Και όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στα έργα. Αυτοπροσδιορίζεται άλλωστε ως «πολιτικό τσουλί». Γιατί κάνει έρωτα αντί για ιδεολογικό πόλεμο. Κάνει έρωτα μόνο με δεξιούς με σκοπό να τους αριστερέψει. Ο Αρτύρ όμως δεν είναι δεξιός. Το «Πες μου το όνομά σου» είναι μια ταινία ανάλαφρη και σοβαρή μαζί, που μιλά με απροσδόκητη χαλαρότητα για την Γαλλία, την πολιτική, την πολυπολιτισμικότητα, επιλέγοντας το όχημα της κομεντί για να κοιτάξει από μια ασυνήθιστη οπτική γωνία θέματα που συνήθως τα κοιτάμε με κουστουμαρισμένο βλέμμα. Δεν θα αλλάξει την ιστορία του σινεμά, αλλά όταν έχεις χημεία με μια ταινία, λίγο σε νοιάζει τι θα αλλάξει και τι όχι. Την απόλαυσες και την βάζεις στο νούμερο

3) «Ένας Χωρισμός» (του Ασγκάρ Φαραντί). Φέρνεις στο μυαλό σου την ταινία και διαπιστώνεις ότι εκείνο που πρώτο έχει συγκρατήσει η μνήμη είναι κάτι σαν βόμβος. Το αποτύπωμά του «Ένας Χωρισμός» είναι πρώτα απ’ όλα ηχητικό. Άνθρωποι που αντιδικούν συνεχώς. Δεν είναι ενοχλητική ανάμνηση, δεν αντιδικούν για κατινίστικους λόγους. Αντιδικούν με σθένος σαν σε κάθε φράση να υπάρχει ένα προσωπικό δίκιο που πνίγει εκείνον που μιλάει και πρέπει να διακηρυχθεί. Ο Φαραντί είναι ένας ιδιοφυής σεναριογράφος που ακτινογραφεί την ιρανική κοινωνία μέσα από ένα τέχνασμα. Όπως και στο «Τι απέγινε η Έλι», έτσι κι εδώ βάζει ένα μυστήριο που δεν λέει να λυθεί. Το σασπένς είναι η παγίδα που στήνει για να κερδίσει το πλήρες ενδιαφέρον μας, ώστε να αναδείξει πτυχές της ζωής στη χώρα του. Αντί να μας δείξει σε πρώτο πλάνο τα κοινωνικά θέματα, μας δείχνει σε πρώτο πλάνο το μυστήριο και μας εντυπώνονται μέσω αυτού καλύτερα. Όχι ως «κατηγορώ», αλλά ως κλειδιά της λύσης του μυστηρίου, ως αιτίες που οδήγησαν σε αυτό. Και που δεν θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει σε αυτό σε άλλες κοινωνίες, γιατί όταν ξετυλίγεται το κουβάρι, στη βάση του βρίσκονται συμπεριφορές που συνιστούν σκάνδαλο σύμφωνα με τα ιρανικά ήθη, καθώς και η προσπάθεια αποφυγής τους δια της πλαγίας οδού, δια αποκρύψεων, δια τεχνασμάτων. Σκανδαλίζοντάς μας με ένα μυστήριο, μάς οδηγεί στην πηγή του σκανδάλου. Αριστοτέχνης δημιουργός.

2) «Μέσα από τις Φλόγες» (του Ντενί Βιλνέβ). Δυο μεγαλωμένα στον Καναδά αδέλφια ψάχνουν να βρουν στην Μέση Ανατολή τα μυστικά που τους άφησε η μαμά τους με την εντελώς απροσδόκητη διαθήκη της. Αλησμόνητες εικόνες, υποδειγματική αφήγηση, ερεθιστικά θέματα, μεγάλο σινεμά. Χριστιανός ή Μουσουλμάνος; Θύμα ή θύτης; Καλός ή κακός; Γεννιέσαι ή γίνεσαι; Η ταυτότητά μας είναι ρευστή. Ενίοτε μπορεί να είναι και εναλασσόμενη, Η ταυτότητα η πολιτισμική. Η ταυτότητα η ηθική. Είναι προτιμότερο να γεννηθείς από φρίκη και να μεγαλώσεις με αγάπη, παρά να γεννηθείς με αγάπη και να μεγαλώσεις στη φρίκη. Την ταυτότητά σου δεν στη δίνει η φύση σου, το αίμα σου, η γενιά σου, η φυλή σου, την ταυτότητά σου στη δίνει ο τρόπος με τον οποίον ανατρέφεσαι, οι συνθήκες στις οποίες μεγαλώνεις, το ευρύτερο και το στενότερο περιβάλλον σου. «Ιncendies» ο αυθεντικός τίτλος. Αν δεν το είδες, πρέπει να το δεις.

1) «Mαύρος Κύκνος» (του Ντάρεν Αρονόφσκι). Η Νίνα. Η αειπαρθένος που γίνεται πρίμα μπαλαρίνα, ο άμωμος κύκνος που πρέπει να σκοτεινιάσει τόσο, ώστε να ενσαρκώσει επάξια και το μαύρο του είδωλο. Το απαιτεί το έργο. Το απαιτεί η τελειότητα που μια ζωή υπηρετεί. Προκειμένου να είναι τέλεια πρέπει να πάψει να είναι τέλεια. Η τελειότητα, η τέχνη, ο έλεγχος, η ζωή, ο εαυτός που μπαίνει μπροστά στον εαυτό, απαλλάξου από τον εαυτό σου για να βρεις τον εαυτό σου, κάνε πράγματα ανήκουστα ή νόμισε ότι τα κάνεις, δεν ξέρεις τη διαφορά, σε μπερδεύει η διαφορά, αν την ήξερες θα είχες και τον έλεγχο, όμως τον χάνεις, μια ζωή ελέγχου δεν αντέχεται πια, η πειθαρχία του κορμιού βρίσκει αντίβαρο στη δραπέτευση του νου. Το έξτρα στυλιζαρισμένο κι άλλο τόσο παθιασμένο αριστούργημα του Ντάρεν Αρονόφσκι, η μουσική της Λίμνης των Κύκνων πειραγμένη από τον Κλιντ Μάνσελ στη διαπασών, το παροξυσμικό τελευταίο μέρος της ταινίας, ένας άνευ όρων και διαπραγματεύσεων κεραυνοβόλος κινηματογραφικός έρωτας.