Καθολικός Κορεάτης ιερέας πηγαίνει στην Αφρική για να γίνει εθελοντής στη δοκιμή εμβολίου κατά θανατηφόρου ιού. Οι γιατροί έχουν καταφέρει να απομονώσουν τον ιό από τους ντόπιους, με αποτέλεσμα να χτυπά βασικά ιεραπόστολους. Ο πρωταγωνιστής κολλάει αυτόν τον ιό των ιερωμένων. Οι γιατροί διαπιστώνουν την ώρα του θανάτου του. Κάτι μεσολαβεί προφανώς, γιατί στο επόμενο πλάνο έχουν περάσει έχουν περάσει μήνες και τον βλέπουμε τυλιγμένο με γάζες σαν τον Αόρατο Άνθρωπο. Είναι ο μόνος από τους πενήντα στους οποίους δοκιμάστηκε το εμβόλιο ο οποίος επέζησε. Πιστοί τον αποκαλούν «μπανταρισμένο άγιο» και του ζητάνε την ευλογία του. Ανάμεσά τους μια οικογένεια. Η υϊοθετημένη κόρη έχει παντρευτεί το αγόρι με το οποίο μεγάλωσαν σχεδόν σαν αδέλφια. «Από το κρεβάτι μου πέρασε στο κρεβάτι του γιου μου», λέει γελώντας η μαμά. Ο ιερέας ερωτεύεται την κόρη. Στο σπίτι της οικογένειας ξανακυλά στην αρρώστια του. Ταυτόχρονα όμως διαπιστώνει πως υπάρχει τρόπος να του περνά. Πίνοντας ανθρώπινο αίμα τα σημάδια της αρρώστιας εξαφανίζονται. Έχει γίνει πια βρικόλακας. Και είναι έτοιμος να αμαρτήσει. Αλλά ως ποιό σημείο; Και με ποιά κριτήρια; Του βαμπίρ, του ανθρώπου, του ιερέα;

Γιατί αν ο βρικόλακας είναι κάτι διαφορετικό από τον άνθρωπο, κάτι διαφορετικό από τον άνθρωπο προσπαθεί να είναι και ο ιερέας, εκείνος τουλάχιστον ο ιερέας που έχει δώσει όρκο αγαμίας. Και πράγματι, ο ήρωας ραβδίζει το γυμνό του σώμα για να μην υποκύπτει στον πειρασμό της σάρκας, πάει στην άλλη άκρη της γης σε αυτοκτονική αποστολή για να κάνει το καλό, ενώ η προσευχή του ηχεί άκρως μαζοχιστική: «Να με αποφεύγουν όλοι σαν λεπρό. Σαν ανάπηρος να μην μπορώ να κουνηθώ. Αφαίρεσε μου τα μάγουλα να μην μπορούν να πέσουν κάτω τα δάκρυα. Τσάκισε τα χείλη και τη γλώσσα μου ώστε να μην ξαναμαρτήσω».  Βαμπιροποιούμενος εξανθρωπίζεται στο σεξουαλικό επίπεδο. Παραδίδεται στον έρωτα του και στη λαγνεία του, λαγνεία που κινηματογραφείται με τρόπο σχεδόν κωμικό. Ο ηθικός του κώδικας όμως παραμένει πανίσχυρος. Έδινε μάχη με τη φύση του όσο ήταν άνθρωπος, δίνει μάχη με τη φύση του τώρα που είναι βρικόλακας. Δεν ικανοποιούνταν σεξουαλικά επειδή ήταν κακό, δεν σκοτώνει για να πιει αίμα επειδή είναι κακό. Όσο ήταν άνθρωπος προσπαθούσε να φερθεί σαν ιερέας, τώρα που είναι βαμπίρ προσπαθεί να φερθεί σαν άνθρωπος. Βρίσκεται πάντα μια ηθική σκάλα πάνω από την εκάστοτε φύση του. Και σαν ιερέας και σαν βρικόλακας είναι διατεθειμένος να θυσιασθεί για τους ανθρώπους, ακόμη και αν δεν του το ζήτησε κανείς.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Παρκ Τσαν Γουκ ρωτήθηκε αν στα έργα του επιλέγει μεταξύ ηθικής και αισθητικής. Απαντά: «Το πιο σημαντικό στοιχείο μιας ταινίας, νομίζω, είναι να δίνεις ένα ηθικό δίλημμα στον πρωταγωνιστή και να τον παρακολουθείς να διαλέγει. Ο τρόπος που δείχνεις αυτό το στοιχείο είναι η ίδια η αισθητική. Μπορείτε να καταλάβετε τι εννοώ, εκτός αν είστε ένας από εκείνους που θεωρούν την αισθητική οπτική διακόσμηση ή απλή πρόφαση. Κάθε ηθικό ζήτημα χωρίς αισθητική δεν μπορεί να αποτελεί μέρος της τέχνης. Δεν λέω, για παράδειγμα, ας οδηγήσουμε μια Πόρσε για να πάμε από το ένα στο άλλο σημείο, ή κάτι τέτοιο. Η αισθητική δεν είναι ένα πολυτελές κάμπριο, αλλά ο ίδιος ο δρόμος για τον προορισμό. Ένας σκηνοθέτης θέλει να μεταβεί εκεί από τη λεωφόρο, ένας άλλος από ένα ανήλιαγο μονοπάτι μέσα από το δάσος. Αμφότερες είναι αισθητικές επιλογές».

Έτσι, στην «Δίψα» , σκηνές που είχαν κάθε λόγο να κινηματογραφηθούν με δραματικότητα, γυρίζονται με στυλιζαρισμένη αποστασιοποίηση:  Ο τρόπος που ο ήρωας κλωτσά το πορτ μπαγκάζ. Ο τρόπος που το πορτ μπαγκάζ πετάγεται. Ο τρόπος που ο ήρωας μετακινεί το αυτοκίνητο και η αποκάλυψη αυτού που κρυβόταν κάτω του.  Σε άλλες πάλι σκηνές, σε σκηνές που ο ήρωας αποφασίζει αν θα μετατρέψει ή όχι τον έρωτά του σε βρικόλακα, το στιλιζάρισμα πηγαίνει προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς το ζουμάρισμα των συναισθημάτων στο τέρμα, προς το επιτηδευμένο μάξιμουμ της μουσικής (της μουσικής που η καταπληκτική χρήση της είναι από τα βασικά όπλα του σκηνοθέτη). Η «Δίψα» είναι περισσότερο μια αλληγορική ποπ όπερα, παρά μια ταινία που τα ηθικά διλήμματα των ηρώων της θα αποκτήσουν ποτέ το δραματουργικό βάρος των επιλογών των ηρώων του «Oldboy».   

Ο Παρκ Τσαν Γουκ είναι ένας μεγάλος εικονογράφος, αλλά θα χρειαστεί να περάσει λίγος χρόνος για να βγει συμπέρασμα αν η «Δίψα» του είναι, εκτός από μια χορταστική γιορτή για τα μάτια, και μια αληθινά σημαντική ταινία. Χρόνος για να δεις με τι τρόπο θα σου εντυπωθεί στη μνήμη. Αλλά καθώς η οπτική της σαγήνη θα σε καλεί να την δεις και ξαναδείς, το πιθανότερο είναι πως θα σου αποκαλύπτει κρυμμένα στην πρώτη θέασή της δώρα. Και ίσως τελικά αυτή να είναι η αισθητική υπογραφή του Παρκ Τσαν Γουκ: σκηνοθεσία που νιώθει πάρα πολύ καλά στο να μας επιδεικνύει διαρκώς τις δυνάμεις της και σενάρια που νιώθουν πάρα πολύ καλά στο να αποκαλύπτουν σιγά – σιγά τη δύναμή τους.