Οι περισσότερες κινηματογραφικές βιογραφίες καταγράφουν την πορεία ανθρώπων που ξεχώρισαν θετικά. Ένα τελευταίο παράδειγμα, η εξαιρετική «Πιο Σκοτεινή Ώρα», που καταγράφει τις πρώτες μέρες της πρωθυπουργίας του Ουίνστον Τσόρτσιλ, με τους Ναζί να επελαύνουν, σκηνοθετημένη με μεγάλη εικαστική κι αφηγηματική δύναμη από τον Τζο Ράιτ και με τον Γκάρι Όλντμαν να δείχνει για μια ακόμη φορά τη δυνατότητά του να μεταμορφώνεται οβιδιακά χωρίς να τον καταπίνει κανένας ρόλος, αλλά εκπέμποντας σε κάθε ρόλο μια αλήθεια πίσω από κάθε τι το προφανές. Οι δυο ταινίες με τις οποίες όμως θα ασχοληθούμε αυτή την εβδομάδα, το «Εγώ, η Τόνια» και το “Τhe Disaster Artist” έχουν να κάνουν με ανθρώπους που ενώ φιλοδόξησαν να γίνουν γνωστοί από την καλή, έγιναν γνωστοί από την ανάποδη.  Αν το τραβήξουμε στα άκρα μπορούμε να πούμε ότι ακόμη και οι βιογραφίες εγκληματιών καταγράφουν τη δράση ανθρώπων που διακρίθηκαν στον τομέα τους. Η ιδιαιτερότητα όμως αυτών των δύο ανθρώπων έχει να κάνει με το ότι ενώ η Τόνια Χάρντινγκ ήθελε να γίνει διάσημη ως πρωταθλήτρια του καλλιτεχνικού πατινάζ και ο Τόμι Γουαζό ως δημιουργός μιας σημαντικής ταινίας, κατέληξαν να γίνονται και οι δύο ίσως περισσότερο διάσημοι κι από ό,τι θα μπορούσαν να ονειρευτούν, αλλά όχι με τον τρόπο που θα ονειρεύονταν. 

Η Τόνια Χάρντινγκ ήταν πρωταθλήτρια ΗΠΑ στο καλλιτεχνικό πατινάζ και μια από τις καλύτερες παγκοσμίως. Αν όμως είχε καταφέρει να φτάσει στην κορυφή του κόσμου και να γίνει Ολυμπιονίκης, είναι λίαν αμφίβολο αν θα την θυμόταν κανείς εκτός του κόσμου που ασχολείται με το συγκεκριμένο άθλημα. Κι ο μόνος τρόπος για να γινόταν η ζωή της ταινία, θα ήταν να υπήρχε ίσως κάποια ιδιαιτερότητα εκτός του αθλητικού κατορθώματος, η οποία θα το νοηματοδοτούσε αλλιώς. Μιλάμε άλλωστε για μια χώρα που μπορεί να είναι η πλέον κατάλληλη για να μετατρέπει αθλητικά κατορθώματα σε ταινίες, αλλά είναι ταυτόχρονα και μια χώρα τόσο χορτασμένη από αθλητικά κατορθώματα, που όπως βλέπουμε σε μια σκηνή της ταινίας, το να βγεις τέταρτος στους Ολυμπιακούς (με προνόμια από το κράτος όπως συμβαίνει στην Ελλάδα να είναι εξ ορισμού αποκλεισμένα) όχι μόνο καμία χορηγία και καμία διαφήμιση δεν σου εξασφαλίζει, αλλά σε αναγκάζει να δουλέψεις γκαρσόνα αν δεν έχεις κάποια άλλη καβάντζα. Όχι, η Τόνια Χάρντινγκ δεν έμεινε στην ιστορία για τις επιδόσεις της στο πατινάζ, αν και υπήρξε η πρώτη Αμερικανίδα και μόνο μια από τις οκτώ ως τώρα παγκοσμίως που έχουν κάνει την πολύ δύσκολη φιγούρα που λέγεται «τριπλό άξελ», αλλά επειδή μπλέχτηκε σε μια αδιανόητη ιστορία. Το 1994, λίγο καιρό πριν από την Ολυμπιάδα, η συναθλήτριά της κι άμεση ανταγωνίστριά της, Νάνσι Κέριγκαν, δέχτηκε επίθεση με μπαστούνι στο γόνατο. Αποδείχθηκε ότι ηθικοί αυτουργοί της επίθεσης ήταν άνθρωποι του στενού περιβάλλοντος της Χάρντινγκ, μεταξύ των οποίων και ο τότε άντρας της, κι ότι η ίδια είχε γνώση του γεγονότος, αν όχι εκ των προτέρων πάντως σίγουρα εκ των υστέρων, με αποτέλεσμα να προκληθεί τεράστιο μιντιακό σκάνδαλο στις ΗΠΑ, λίγο καιρό πριν σκάσει το ακόμη μεγαλύτερο του Ο Τζέι Σίμπσον.

O Tόμι Γουαζό πάλι, μια μυστηριώδης φιγούρα, με μυστηριώδη προφορά, μυστηριώδη ηλικία και μυστηριώδους προέλευση πλούτο, γυρνά το 2002 το “Τhe Room”, μια ταινία που θα προβληθεί αρχικά για δυο εβδομάδες σε μια κινηματογραφική αίθουσα το 2003. H σχέση του με το “Τhe Room” είναι η εξής: είναι ο σεναριογράφος της, ο σκηνοθέτης της, ο βασικός πρωταγωνιστής της και επίσης ο μοναδικός παραγωγός και χρηματοδότης του, ξοδεύοντας πάνω από 6.000.000 δολάρια. Βλέποντας την ταινία βέβαια κανείς θα μπορούσε να πάρει όρκο ότι έχει γυριστεί με ένα πάρα πολύ μικρό κλάσμα αυτού του ποσού. Ο Γουαζό τη γύρισε με τη φιλοδοξία να γυρίσει μια ταινία πάρα πολύ σπουδαία. Το “Τhe Disaster Artist” όμως δεν μας δείχνει την ιστορία ενός προσωποκεντρικού καλλιτεχνικού θριάμβου του ανεξάρτητου κινηματογράφου, αλλά μιας τέτοιου βεληνεκούς πανωλεθρίας, η οποία κατέστησε το “The Room” στα χρόνια που ακολούθησαν αντικείμενο καλτ λατρείας, λαμβάνοντας χαρακτηρισμούς όπως «Η χειρότερη ταινία που γυρίστηκε ποτέ» και «Ο Πολίτης Κέιν των κακών ταινιών».

Αν υπάρχουν αθλήματα που περιέχουν τη βία ως βασικό συστατικό τους, όπως π.χ. το μποξ, αν υπάρχουν αθλήματα που τα χτυπήματα είναι μέρος του παιχνιδιού έστω και ως φάουλ, όπως το ποδόσφαιρο, αν υπάρχουν αθλήματα που ακόμη κι αν δεν υπάρχει σωματική επαφή μεταξύ των αθλητών η επιθετικότητα είναι μέρος τους, όπως π.χ. το βόλεϊ, το καλλιτεχνικό πατινάζ βρίσκεται στο εντελώς άλλο άκρο. Είναι ένας χώρος που ό,τι το βίαιο και το επιθετικό είναι όσο πιο μακριά γίνεται, δίνοντας τη θέση του στο συνδυασμό του αθλητικού με το καλλιτεχνικό. Ανθοδέσμες στις αθλήτριες στο τέλος και στα αυτιά μας η βελούδινη φωνή του Αλέξη Κωστάλα. Να χτυπήσει αθλητής αντίπαλό του και όχι την ώρα κάποιου αγώνα κι ενώ έχουν ανάψει τα αίματα, να τον χτυπήσει μαφιόζικα προκειμένου να επικρατήσει έτσι εναντίον του, είναι κάτι που προσπαθείς να σκεφτείς αν το έχεις ξανακούσει ποτέ. Το ότι αυτό συνέβη στο καλλιτεχνικό πατινάζ, απλά το ανεβάζει σε άλλα επίπεδα.

Το «Εγώ, η Τόνια» έχει ένα τόσο πολλά υποσχόμενο τρέιλερ, που ενώ η ταινία είναι αναμφίβολα πολύ καλή, σε αφήνει εν μέρει ανικανοποίητο, γιατί είναι σαν να μην αξιοποιούνται επαρκώς όλα τα στοιχεία που το τρέιλερ αφήνει να διαφανούν. Σου μένει η αίσθηση ότι μολονότι προφανώς και ο Κρεγκ Γκιλέσπι έκανε πολύ καλή δουλειά, ένας άλλος σκηνοθέτης θα μπορούσε να είχε εμφυσήσει μια άλλου τύπου πνοή στην ταινία. Σκέφτομαι το “Foxcatcher” του Μπένετ Μίλερ, τον «Παλαιστή» του Ντέιβιντ Ο. Ράσελ, για να μην πάμε σε περιπτώσεις τύπου Σκορσέζε ή «Μαύρου Κύκνου». Για να μην παρεξηγηθώ: δεν μπορείς να προσάψεις κάποιο απτό, μεμονωμένο ελάττωμα στην ταινία κι αυτό σημαίνει ότι, ναι, έκανε όσα μπορούσε να κάνει καλά. Προσωπικά όμως μου έλειψε αυτό το κάτι παραπάνω, το εν πολλοίς μη δυνάμενο να περιγραφεί με λέξεις, αυτό το μυστηριώδες πράγμα που είναι η ματιά του μεγάλου σκηνοθέτη, την οποία όταν τη βλέπεις μπορείς να την αναγνωρίσεις, όταν δεν τη βλέπεις μπορεί να σου λείψει, αλλά και στη μια περίπτωση και στην άλλη δυσκολεύεσαι να την αναλύσεις στα επιμέρους συστατικά της, αφού το σινεμά είναι μια τέχνη συνεχούς ροής εικόνων, είναι μια τέχνη ενός συνολικού αισθητικού αποτελέσματος.

Βασικό χαρακτηριστικό και μαζί βασικό προσόν της ταινίας, είναι ότι εστιάζει πολύ στην ταξική διάσταση και στο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον από το οποίο προήλθε η Χάρντιγκ, ένα περιβάλλον που την καθόρισε και από το οποίο δεν μπόρεσε ποτέ τελικά να ξεφύγει. Δείχνει ότι, ανεξάρτητα από το βαθμό της αληθινής εμπλοκής της στην επίθεση εναντίον της συναθλήτριάς της, η ίδια σαν άνθρωπος ήταν κάτι άλλο από τον σκανδαλοθηρικά και μονοδιάστατα κακό της ιστορίας. Το σενάριο, που νομίζω αδικείται από τη μη υποψηφιότητά του στα όσκαρ, έχει την ιδιαιτερότητα να διηγείται την ιστορία μέσα από τις διαφορετικές εκδοχές των ηρώων, εκδοχές που αντιφάσκουν μεταξύ τους μεν, έτσι ώστε να μην μπορούμε ενδεχομένως να αποφασίσουμε αν τα πράγματα συνέβησαν ακριβώς έτσι ή ακριβώς αλλιώς, αλλά που πάντως συγκλίνουν στη γενική εικόνα λούμπεν οικογενειών. 

Η Τόνια λοιπόν ήταν ένα «λευκό σκουπίδι» σε ένα άθλημα φτιαγμένο να προβάλλει μια διαφορετική εικόνα γυναικών, σε ένα άθλημα φτιαγμένο για να προβάλει τις πριγκίπισσες του παραμυθιού. Στα αθλήματα που υπάρχουν διαιτητές, ο ρόλος τους είναι μεν καθοριστικός αλλά σε οριακές στιγμές. Εκεί όμως που η βαθμολογία σου εξαρτάται μόνο από τους κριτές, εναπόκεισαι στο απόλυτο έλεός τους. Και η ταινία -σωστά ή λάθος, δεν είμαι προφανώς σε θέση να ξέρω- λέει ότι η Χάρντιγκ έπεφτε σχεδόν συστηματικά θύμα άδικης βαθμολόγησης, γιατί μολονότι έκανε το πρόγραμμά της με εξαιρετική τεχνική, δεν έπαιζε το παιχνίδι με τους όρους της συμμόρφωσης στα απαιτούμενα πρότυπα συμπεριφοράς, στολών, μουσικής κλπ.

Το θέμα του πρωταθλητισμού και της διαρκούς πίεσης είναι ευρύτερο. Αν είσαι χαλαρός με το παιδί σου, μην περιμένεις να το δεις ποτέ να διακρίνεται στον αθλητισμό, ακόμη κι αν έχει το ταλέντο και τις προδιαγραφές. Εδώ όμως η πίεση που ασκεί στην Τόνια η μάνα της συνδέεται ευθέως με τη κακοποίηση, εδώ η πίεση μοιάζει να απεξαρτάται από το καλό στο τέλος του δρόμου και να εξαρτάται περισσότερο από τη σαδιστική χαρά κάθε στάσης της διαδρομής. Η Μάργκο Ρόμπι στο ρόλο της Τόνια είναι εξαιρετική, ενώ η πολυβραβευμένη στην τηλεόραση Άλισον Τζάνεϊ βαδίζει ολοταχώς προς το πρώτο της όσκαρ και δικαίως, καθώς πέραν της όποιας αβάντας της δίνει ο ρόλος της μητέρας, υπάρχουν σκηνές όπως αυτή που παρακολουθεί μια επιτυχία της κόρης της στην τηλεόραση και το πρόσωπό της είναι μια μάσκα, όπου προσπαθείς να αποκρυπτογραφήσεις στο πίσω μέρος του βλέμματος και στις απειροελάχιστες κινήσεις του προσώπου της, αν ένιωσε ικανοποίηση ή χαλάστηκε. Aντιθέτως ο Σεμπάστιαν Σταν στον ρόλο του συζύγου της Τόνια μοιάζει κάπως λίγος.

Ομολογώ ότι δεν είχα δει ως τώρα το “Τhe Room” του Τόμι Γουαζό. Προτείνω να το δει κανείς πριν δει το “The Disaster Artist” του Τζέιμς Φράνκο κι όχι το ανάποδο. Το γιατί η ταινία του Γουαζό είναι τόσο απόλυτα χάλια δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση, το αντιλαμβάνεται κανείς από το πρώτο της πεντάλεπτο. Το ενδιαφέρον λοιπόν ερώτημα εν προκειμένω είναι ποια η σχέση του κοινού με την ταινία. Πώς έφτασε να γίνει καλτ; Πώς έφτασε να αγαπηθεί έτσι; Ίσως από ένα όριο κανιβαλισμού και πάνω, ναι, ο κανιβαλισμός μετατρέπεται σε αυθεντική αγάπη. Γιατί προφανώς και το αρχικό κίνητρο είναι ο χαβαλές και η ειρωνεία. Νιώθεις εσύ πιο έξυπνος κοροϊδεύοντας μια ταινία. Νιώθεις ότι ακόμη κι αν δεν έχεις καμία σχέση και καμία φιλοδοξία σε σχέση με το σινεμά, ότι ακόμη κι αν η μόνη σου σχέση με το σινεμά είναι αυτή του θεατή, πάντως αν ασχολιόσουν αποκλείεται να έκανες κάτι τόσο κακό. Έχεις τουλάχιστον το στοιχειώδες γούστο που δεν θα σου επέτρεπε να κάνεις κάτι τόσο ασυνάρτητο και τόσο κραυγαλέο. 

Δεν μας ενώνει μόνο το καλό γούστο. Στο καλό γούστο μπορεί να υπάρχουν και διαφωνίες. Αυτό που βρίσκεις εσύ αριστούργημα, ο άλλος να το βρίσκει σκουπίδι. Άλλοτε επειδή όντως το βρίσκει σκουπίδι, άλλοτε με μια αντίστοιχη ψυχολογική λειτουργία με την οποία παρακολουθούν όλοι το Room: για να νιώσει δηλαδή πιο έξυπνος, πιο ψαγμένος, πιο μπροστά. Στο Room είναι σχεδόν αντικειμενικά αδύνατο να επιχειρηματολογήσει κανείς ότι είναι καλή ταινία. Σου παρέχει λοιπόν έναν χώρο ψυχολογικής ασφάλειας. Βλέποντάς το και γελώντας μαζί του, κανείς δεν θα βρεθεί να σου πει, ε, τι γελάς, πώς γίνεται να γελάς, γελάς επειδή δεν καταλαβαίνεις τα κρυφά νοήματα του έργου. Κι επίσης υπάρχει και κάτι άλλο. Εκτός από την κοινότητα του ελάτε να νιώσουμε έξυπνοι μαζί, υπάρχει και η κοινότητα ελάτε να γελάσουμε μαζί με κάτι σχετικά ως απόλυτα άκακο. Εκτός από την κοινότητα του ανώτερου από την ταινία γούστου, υπάρχει και η κοινότητα του χαβαλέ. Ή όπως η ταινία είναι τόσο κακή που γίνεται απολαυστική, έτσι και το γέλιο, ακόμη κι αν ξεκινά ως σαρδόνιο, μετατρέπεται σε άκακο, σε γέλιο που εν τέλει αποθεώνει τον δημιουργό και τους συντελεστές της και τους χαρίζει χρήματα και φήμη, που αλλιώς δεν θα ονειρεύονταν. Και είναι εν τέλει τόσο διεστραμμένη η λειτουργία της φήμης και της διασημότητας, που ακόμη κι αν γίνεσαι γνωστός ως ο δημιουργός της χειρότερης ταινίας όλων των εποχών, πάλι μετράει περισσότερο ότι έγινες γνωστός. Πέτυχες τόσο επειδή απέτυχες τόσο. 

Και ίσως τελικά αυτά τα ζητήματα είναι κατά ένα μέρος αυθόρμητα και κατά ένα μέρος επιλογή: αν θες να πιάσεις το αστείο και να γίνεις μέλος της κοινότητας που πιάνει το αστείο ή όχι. Ο μόνος αστερίσκος που βάζω είναι να έχεις συναίσθηση δυο πραγμάτων: πρώτον ότι θα ήταν τελείως αλλιώς να ανακάλυπτες το Room μόνο σου και να την κατάβρισκες μόνος σου και είναι τελείως αλλιώς ότι είναι ήδη μέρος μιας κανονικοποίησής του την οποία ακολουθείς και δεύτερον ότι όσο κι αν σε κάνει να αισθάνεσαι πιο έξυπνος και πιο ψαγμένος να γελάς με μια κακιά ταινία, να θυμάσαι πάντα ότι και η πιο κακιά ταινία που ολοκληρώθηκε έχει ίσως μέσα της περισσότερη δημιουργία, άρα εν τέλει ίσως και περισσότερη εξυπνάδα, από το δικό σου γέλιο. Με αυτόν τον αστερίσκο, καραγουστάρω το Room, θέλω να αποτελεί πλέον και δικό μου σημείο αναφοράς κι ευχαριστώ το “The Disaster Artist” που μου το σύστησε.

Δεν μπορώ να μπω στο μυαλό του Τζέιμς Φράνκο για να κάνω δίκη προθέσεων και να ξέρω αν όντως αγαπά την ταινία ή αν βρήκε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να κάνει μια δική του ταινία που θα έκανε αίσθηση. Μπορώ όμως να κάνω δίκη αποτελεσμάτων και να πω ότι το “Τhe Disaster Artist” είναι μια χαρά ταινία, ότι ποτέ δεν πέφτει στη λούμπα να γελοιοποιήσει τον ήρωά της, αλλά ούτε και στη λούμπα να εξιδανικεύσει την ονειροπόλα πλευρά του, καταφέρνοντας ταυτόχρονα να είναι και τρυφερή και αστεία. Τώρα αν δεν μείνει στο μυαλό και την καρδιά των ανθρώπων όσο θα μείνει το Τhe Room, είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο: κανείς δεν είπε ότι είναι εύκολο να πατάς στην κορυφή, όπως κανείς δεν είπε ότι είναι εύκολο να πατάς στο βάθος του βυθού.