Η Ελλάδα της κρίσης δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός θεματικής του 16ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Ανάμεσα στα πολλά και ενδιαφέροντα ελληνικά ντοκιμαντέρ το ελculture επέλεξε δύο ταινίες σκηνοθετών που ασχολούνται με τη θετική πλευρά της κρίσης (το ότι ζουν κυρίως στο εξωτερικό ίσως έχει τη σημασία του…) κι άλλες δύο ταινίες που δημιουργήθηκαν με αφορμή θεατρικά έργα σχετικά με το τέλος και την κρίση. Οι σκηνοθέτες μίλησαν μαζί μας για την προβληματική που γεννήθηκε στους ίδιους μέσα από τις ταινίες τους:

Το GR. work in progress της Έλενας Ζερβοπούλου είναι ελληνο-ιταλική παραγωγή. «Τα πράγματα στην Ελλάδα βρίσκονται σε εξέλιξη. Από εμάς εξαρτάται το πόσο φωτεινό θα είναι το αποτέλεσμα» δίνει το στίγμα της η σκηνοθέτρια – εθνοψυχολόγος. Η ταινία ακολουθεί τρεις Έλληνες που προσπαθούν να πάρουν το μέλλον στα χέρια τους. Ο μοναχικός Γιώργος που βρίσκει τη δύναμη να υπερβεί τις δυσκολίες του και να ξαναχτίσει τη ζωή του. Η οικογένεια του Γρηγόρη που, ενδυναμωμένη, αναζητά μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Τέλος η Εθελοντική Ομάδα Δράσης Νομού Πιερίας, γνωστή από το «κίνημα της πατάτας» (με τον Ηλία) που μετουσιώνει σε πράξη την αλληλεγγύη και την άμεση δημοκρατία. «Οι ιστορίες των πρωταγωνιστών αναδεικνύουν την παρούσα ανάγκη και δυνατότητα για αλλαγή στην Ελλάδα, για το καθένα άτομο αρχικά και κατ’ επέκταση για την κοινωνία. Το έργο επιδιώκει να φωτίσει μια νέα προοπτική έναντι των δεινών της κρίσης, που προκύπτει μέσα από την ενθάρρυνση των θεατών να σταθούν όρθιοι και να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους με εντιμότητα και αξιοπρέπεια. Η εξέλιξη της πορείας των πρωταγωνιστών στην οθόνη καθώς τους συναντάμε κι έναν χρόνο αργότερα, επιβεβαιώνει ότι η αλλαγή είναι δυνατή, παρ’ όλες τις δυσκολίες». Για τις δυσκολίες της συλλογικότητας σε μια αρκετά κλειστή κοινωνία όπως η ελληνική, η κ. Ζερβοπούλου παρατηρεί: «Οι συνθήκες της οικονομικής κρίσης μας υποχρεώνουν να επανεκτιμήσουμε τις ζωές μας σε μια νέα βάση. Μας δίνεται λοιπόν η ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες μας, τις πραγματικές μας ανάγκες και «φιλοδοξίες» σαν άνθρωποι και σαν κοινωνία. Πολλοί από εμάς διακρίνουν μια ευκαιρία για πραγματική αλλαγή στις ζωές μας. Επίσης, στρεφόμαστε στην αλληλεγγύη και πλέον αρχίζουμε να δρούμε συλλογικά. Αν προηγουμένως θεωρούμασταν μια αρκετά κλειστή κοινωνία με έντονη ατομικότητα, τώρα πια, συνειδητοποιώντας το, πρέπει να καλλιεργήσουμε το «εμείς», είναι μονόδρομος, δεν έχουμε άλλα περιθώρια».

Το Point of no return της Αλκμήνης Μπούρα είναι ελληνογερμανική παραγωγή. «Δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα να γυρίσει η ελληνική κοινωνία στα γνωστά παλιά. Κάτι πρέπει να αλλάξει», λέει η σκηνοθέτρια. Οι πρωταγωνιστές της ταινίας αποφάσισαν όλοι να αγωνιστούν. Την ώρα που η ιδέα της δημοκρατίας καταρρέει, ανθίζει η ιδέα της κοινότητας. Χαράσσουν νέους δρόμους μέσω καινοτόμων προγραμμάτων, ιδεών, εγχειρημάτων ή επίσης μέσω της εκ νέου ανακάλυψης ήδη γνωστών πλην ξεχασμένων πόρων και πηγών πλούτου. «Ήθελα να παρουσιάσω κάποιους ξεχωριστούς ανθρώπους που μέσα σε όλη αυτή την εξαιρετικά δυσχερή συγκυρία για την Ελλάδα αρνούνται να θυματοποιήσουν τον εαυτό τους. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων διαπίστωσα ότι η καθημερινότητα γινόταν όλο και πιο δύσκολη για όλους (ακόμα και για τους αισιόδοξους πρωταγωνιστές) και κάποιες φορές εξαντλητική για τις δυνάμεις και τα οράματά τους». Για το τοπίο της ελληνικής κοινωνίας η κ.Μπούρα σχολιάζει με τη σειρά της: «Πιστεύω πως στην Ελλάδα απαιτείται πολύ μεγαλύτερη δύναμη, επιμονή και αντοχή όταν αγωνίζεται κανείς για τους στόχους του, απ’ ό,τι ίσως στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης, γιατί συχνά λείπει η υποδομή ή η υποστήριξη από κατάλληλους θεσμούς. Αυτό βέβαια αντισταθμίζεται συχνά από τη δημιουργικότητα και την ευελιξία πνεύματος των ανθρώπων, τα οποία συχνά αποτελούν μέσο επιβίωσης. Νομίζω δυστυχώς ότι ο σύγχρονος Έλληνας είχε μάθει να λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά σε ατομικό επίπεδο. Με ανακούφιση διαπιστώνω ότι η κρίση ξύπνησε στον Έλληνα πολλές αρετές ξεχασμένες ή κοιμισμένες… Μία από αυτές είναι η αλληλεγγύη και η συνειδητοποίηση ότι η μονάδα και η κοινότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Παρατήρησα ότι οι άνθρωποι ανοίγονται περισσότερο και ξεπερνούν πιο εύκολα την προσωπική τους βολή προκειμένου να επιτύχουν κοινούς στόχους. Ίσως τελικά η οικονομική κρίση να αποτελέσει την κατάλληλη υποδομή για να αρχίσουμε να ξεπερνάμε την κοινωνική κρίση και την κρίση αξιών».

Το «Should I stay or should I go? – Να μείνω ή να φύγω;» του Μενέλαου Καραμαγγιώλη, ακολουθεί την ομώνυμη παράσταση των Πρόδρομου Τσινικόρη και Ανέστη Αζά που ανέβηκε την προηγούμενη χρονιά στην Αθήνα και στο Βερολίνο. Έξι Έλληνες ανεβάζουν τις αληθινές τους ιστορίες στη σκηνή διερωτώμενοι αν πρέπει να φύγουν ή να μείνουν στην Ελλάδα της κρίσης κι ένας Γερμανός προσπαθεί να καταλάβει τι φταίει. «Πρόκειται για το είδος θεάτρου με όρους ντοκιμαντέρ που ξεκίνησαν οι Ρίμινι Πρότοκολ. Βέβαια ο Πρόδρομος και ο Ανέστης διαφοροποιούνται ως προς το ότι χρησιμοποιούν και ηθοποιούς, με τις προσωπικές τους όμως ιστορίες. Το έργο περιέχει ένα ερώτημα που βασανίζει το μεγαλύτερο ποσοστό των ελλήνων. Η ίδια η παράσταση, ως ελληνογερμανική συμπαραγωγή, αποτελεί παράδειγμα λύσεων που μπορεί να αναζητήσει κανείς στη ζωή του. Γίνεται σε συνεργασία με μια χώρα που διαφωνούμε ως προς το τι σημαίνει πρόοδος, κρίση και έξοδος από αυτήν. Ήταν η τέλεια ευκαιρία να ακούσουν οι Γερμανοί από πρώτο χέρι την αλήθεια, γιατί έχουν μια παραπλανητική εικόνα. Επίσης είναι συμπαραγωγή με και για μετανάστες, σε ευαίσθητο δηλαδή θέμα που ενδιαφέρει πολύ την Ελλάδα». Τι ήταν αυτό που άγγιξε τον σκηνοθέτη στις ιστορίες των ηρώων; «Η αμεσότητα των προσωπικών ιστοριών των ηρώων δημιουργεί μια νέα οπτική στο ερώτημα που όλοι μας πλέον έχουμε. Δεν θα κυνηγώ τα σύνορά μου, λένε οι πρωταγωνιστές, αλλά εκεί που θα υπάρχει αξιοπρέπεια. Ακολουθώντας τους σε Ελλάδα και Γερμανία προσπαθούσα να απαντήσω με τον ίδιο τρόπο και στο δικό μου ερώτημα. Το πιο ουσιαστικό δεν είναι να πάρεις απόφαση, αλλά να δοκιμάσεις την Ελλάδα και το εξωτερικό σε όποια ηλικία και να είσαι και να μην κρίνεις από απόσταση. Ακόμα κι όταν δείχνεις να είσαι στο τελευταίο στάδιο απόγνωσης και απελπισίας, μπορείς να διεκδικήσεις το μερίδιο σου στην προοπτική και στο μέλλον, δεν είσαι καταδικασμένος».

Η ταινία «Σχετικά με το τέλος του κόσμου» του Γιάννη Μισουρίδη δημιουργήθηκε επίσης με αφορμή θεατρική συμπαραγωγή Ελλάδας, Λιθουανίας και Μεξικού. «Με κάλεσαν για το γύρισμα του making of, αλλά έκανα κάτι πιο ελεύθερο, μια δική μου ανάγνωση στο θέμα, εμπνευσμένη από τα δύο σχεδόν χρόνια που κινηματογραφούσα», λέει ο σκηνοθέτης και αφηγητής. Η ταινία ασχολείται με το τέλος που δημιουργεί μια κοινωνική κρίση σαν αυτή που ζούμε στη δύση. Επίσης σχετίζεται και μ’ ένα προσωπικό συμβάν, μια προσωπική κρίση που οδηγεί στο τέλος μιας σχέσης. Τέλος ασχολείται με την παράσταση που αφορά το τέλος του κόσμου. «Στις πρόβες στη Λιθουανία το γύρισμά μου μετατρέπει τον σκηνοθέτη Τσέζαρις Γκραουζίνις σε ηθοποιό. Στο Μεξικό όπου ανεβαίνει η παράσταση, δίνω μια πιο σουρεαλιστή και γιορτινή εκδοχή για το τέλος του κόσμου που είναι η αρχή ενός άλλου. Στην Ελλάδα το γύρισμα της κάμερας καταγράφει παράλληλα την ιστορία». Τα τρία μέρη διαφοροποιούνται υφολογικά και αφηγηματικά και συχνά ο σκηνοθέτης τονίζει ότι παίζει με το χρόνο ακολουθώντας αντίστροφη πορεία. «Επειδή τα πράγματα από τη νεανικότητα πάνε στο γήρας, θέλει κανείς να έχει τη δύναμη να κινηθεί αντίστροφα. Επίσης ο δημιουργός θέλει να έχει απόλυτη κυριαρχία στο υλικό του και στη μνήμη. Είναι δηλαδή και ένα σχόλιο πάνω στην προβληματική του ντοκιμαντέρ, που είναι κάτι δημιουργημένο τελικά, μπορείς να αντιστρέψεις την πραγματικότητα όπως θέλεις».

Το 16ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης πραγματοποιείται από τις 14 έως και τις 23 Μαρτίου 2014 σε κινηματογράφους της Θεσσαλονίκης