Το “Foxtrot” του Σάμουελ Μάoζ είναι χωρισμένο σε τρία κεφάλαια, όπως άλλη μια ταινία για την οποία μιλήσαμε πριν δυο εβδομάδες, το «Mαζί ή Τίποτα» του Φατίχ Ακίν. Και συμπτωματικά το πρώτο κεφάλαιο και των δύο έργων εστιάζει στη διαχείριση του πένθους για ένα τραγικό γεγονός, το τραγικότερο που μπορεί να βιώσει άνθρωπος. Στο «Μαζί ή Τίποτα» η Νταϊάν Κρούγκερ χάνει τον μικρό της γιο και τον άντρα της από βόμβα νεοναζί, στο “Foxtrot” o Λίορ Ασκενάζι και η Σάρα Άντλερ πληροφορούνται ότι σκοτώθηκε εν υπηρεσία ο εικοσάχρονος στρατιώτης γιος τους. Και επειδή καμιά φορά η χρονική συγκυρία σε κάνει να συγκρίνεις ταινίες που πιθανόν αν απείχαν περισσότερο χρονικά μαζί τους να μην συνέκρινες, δεν είναι μόνο ότι το “Foxtrot” είναι αισθητά καλύτερο έργο από το «Μαζί ή Τίποτα», δεν είναι μόνο ότι τα τρία κεφάλαια στο “Foxtrot” έχουν λειτουργικότατο ρόλο σε ένα άρτιο συνολικό οικοδόμημα, ενώ και να έλειπαν τα τρία κεφάλαια στο «Μαζί ή Τίποτα» πάλι την ίδια ακριβώς ιστορία θα παρακολουθούσαμε, είναι και ότι ακόμη και η κινηματογράφηση του πένθους γίνεται από τον Φατίχ Ακίν αρκετά συμβατικά, την ώρα που ο Σάμουελ Μάοζ προσπαθεί να το καταγράψει και να το μεταδώσει πολύ περισσότερο με όρους εικόνας και σινεμά.

Υπάρχει ας πούμε ένα πλάνο στο «Μαζί ή Τίποτα» από την κορυφή της αίθουσας του δικαστηρίου, όταν η Κρούγκερ πηγαίνει να καταθέσει. Έτσι όπως έρχεται από μόνο του, χωρίς άλλη σύνδεση με τα πριν και τα μετά της ιστορίας, μοιάζει αρκετά ξεκάρφωτο, εντυπωσιοθηρικό, μοιάζει με έμπνευση, όχι ιδιαίτερα επεξεργασμένη.

Το “Foxtrot” είναι ένα πολυεπίπεδο έργο με ποικίλες εκπλήξεις και ανατροπές

Όταν όμως ο Λίορ Ασκενάζι σηκώνεται από την καρέκλα του και η κάμερα από την κορυφή του δωματίου μάς τον δείχνει κατακόρυφα σε σχέση με τα πλακάκια του πατώματος και τα ομοιόμορφα περίεργα σχήματά τους και όλα γυρίζουν γύρω του σαν να βρίσκεται παγιδευμένος σε έναν λαβύρινθο, σαν τα πόδια του να μην πατούν πια εκεί που πατούσαν μέχρι πριν λίγη ώρα σταθερά, σαν να έχει αλλάξει όλη η σύσταση του χώρου, σαν ό,τι τον περιβάλλει να έχει μετατραπεί σε μια χοάνη που τον καταπίνει προς την παραφορά εξαιτίας της αδιανόητης είδησης του χαμού του γιου του, τότε το πλάνο από την κορυφή του δωματίου είναι το μόνο πλάνο που μπορεί να αποδώσει χωρίς λόγια την ψυχική κατάσταση του ήρωα. Κι όταν η Σάρα Άντλερ ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της και βλέπει τους στρατιώτες και καταλαβαίνει τι γυρεύουν εκεί και τι νέο ήρθαν να της πουν, ο πίνακας ακριβώς από πίσω της, ο πίνακας που βλέπουμε στο φόντο καθώς αυτή λιποθυμά, είναι ένας πίνακας που επίσης παραπέμπει σε λαβύρινθο, παραπέμπει σε αυτό που δεν μπορεί να εξηγηθεί με λόγια, παραπέμπει σε ένα είδος προσχεδιασμένου (;) χάους που παίρνει κεφάλι στις ζωές. Γενικότερα και σε όλη την ταινία, η κινηματογραφική αξιοποίηση του χώρου και των σκηνικών είναι υποδειγματικά, τα σκηνικά είναι βασικό μέρος του ιδιώματος με το οποίο το “Foxtrot” αρθρώνει το λόγο του, οι ήρωες αλληλεπιδρούν και συνομιλούν διαρκώς με τον περιβάλλοντα χώρο τους, καθώς κάθε πλάνο έχει αρχιτεκτονηθεί προκειμένου οι ήρωες να δράσουν, να μιλήσουν ή να αισθανθούν όχι αυτόνομα, αλλά ως οργανικά τμήματα κάδρων.

Κι αυτό είναι και σε επίπεδο νοήματος μια βασική θέση του “Foxtrot”: από γενιά σε γενιά οι ήρωες αδυνατούν να ενεργήσουν αυτόνομα, καθώς είναι αναγκασμένοι να καθορίζονται από τον τόπο τους, την ιστορία τους, τα διαρκώς αναπαραγόμενα τραύματά τους. Κι αν στην γενιά της μητέρας του πατέρα και γιαγιάς του στρατιώτη, όταν ακόμη ο τόπος ήταν όπου γης, ο εβραϊκός λαός υπήρξε το θύμα της πιο αποτρόπαιας στάσης της ανθρώπινης Ιστορίας, του Ολοκαυτώματος, στη γενιά του εγγονού το κράτος του Ισραήλ και ο στρατός του Ισραήλ απεικονίζεται από τον Μάοζ ως θύτης. Δεν έχουμε πόλεμο, όπως στην πρώτη του ταινία το “Lebanon“, έχουμε μεν ειρήνη, αλλά ο γαλονάς που θα εμφανιστεί θα εξηγήσει στους φαντάρους του φυλακίου ότι φυσικά κι έχουμε πόλεμο.

Το δεύτερο κεφάλαιο της ταινίας διαδραματίζεται στο απομακρυσμένο φυλάκιο που υπηρετεί ο γιος. Είπαμε βέβαια ότι το πρώτο είναι αφιερωμένο στην αναγγελία του θανάτου του. Δεν είναι σκόπιμο εδώ να πούμε αν το δεύτερο διηγείται τον τρόπο με τον οποίο σκοτώθηκε ή τι ακριβώς γίνεται και πώς συνδέονται τα τρία κεφάλαια μεταξύ τους, είναι όμως σκόπιμο να πούμε ότι το “Foxtrot” είναι ένα πολυεπίπεδο έργο με ποικίλες εκπλήξεις και ανατροπές, κάθε μία από τις οποίες μετατοπίζει το πρίσμα θέασης των τεκταινομένων, κάθε μία από τις οποίες σε κάνει να ανακαλύπτεις ότι εδώ ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος θέλει -και καταφέρνει- να σου μιλήσει για πολλά πράγματα μαζί. Κάπως έτσι το “Foxtrot” δεν είναι μονοσήμαντα αντιπολεμικό, είναι ένα έργο που, ενώ έχει μια στέρεα και ισχυρή πολιτική θέση (θέση η οποία και ενόχλησε πολύ υπουργούς στο Ισραήλ, οι οποίοι καταφέρθηκαν ανοιχτά κατά των μηνυμάτων του), σηκώνει ταυτόχρονα το βλέμμα ακόμη ψηλότερα από τα της πολιτικής, της καταπίεσης και του πολέμου, λέγοντάς μας ότι συχνά – πυκνά είναι η ίδια η ζωή που μας κάνει πόλεμο, είναι η ίδια η ζωή που είναι εντελώς αδύνατο να προβλεφθεί, να καλουπωθεί, είναι εντελώς αδύνατο να στήσεις απέναντι στα κελεύσματα του τυχαίου ή του μοιραίου οποιοδήποτε δίχτυ προστασίας.

Στο απομακρυσμένο φυλάκιο, σε ένα περιβάλλον ερημικό, λασπωμένο και σχεδόν σουρεαλιστικό, με ένα κοντέινερ που γέρνει και βυθίζεται και μια πρώην καντίνα, με μια μπάρα που ανεβοκατεβαίνει για να περάσουν καμήλες και εποχούμενοι Παλαιστίνιοι, τέσσερις νεαροί φαντάροι κάνουν τη θητεία τους. Ακόμη και η μπάρα μοιάζει να προσπαθεί να ελέγξει ματαίως έναν χώρο αχανή, ωστόσο ας μην ξεγελιόμαστε: μπορεί για τις καμήλες να ανεβοκατεβαίνει χωρίς πολλά πολλά και χωρίς εξακρίβωση των στοιχείων τους, αλλά για τα αυτοκίνητα των Παλαιστινίων η μπάρα θα ανέβει μόνο αφού τα στοιχεία εξακριβωθούν πλήρως. Και μπορεί να μη βρίσκονται σε πεδία μάχης και μπορεί πόλεμο να παίζουν μόνο στα βιντεοπαιχνίδια τους, αλλά δεν είναι ως τελωνειακοί εκεί, ως στρατιώτες είναι. Οι σκηνές από τα τρία τέσσερα αυτοκίνητα τα οποία θα ελέγξουν, είναι σκηνές ανθολογίας. Δεν χρειάζεται και πάλι να ειπωθούν ιδιαίτερες λέξεις. Όλα σημαίνονται από τα βλέμματα και τη χορογραφία του ελέγχου, όλα σημαίνονται από την κατάσταση, από το ποιος έχει τα όπλα, ποιος έχει την εξουσία, πώς την ασκεί, ποιος ελέγχει και ποιος ελέγχεται, ποιος φοβάται. Μάλλον ψέματα: όλοι φοβούνται. Κι οι άοπλοι κι αυτοί που κρατούν τα όπλα.  Κι η βροχή να πέφτει πάνω στους ελεγχόμενους σαν τιμωρία και σαν εξευτελισμός. Και το όμορφο πρόσωπο μιας κοπέλας στο αυτοκίνητο, καθώς το κοιτά μαγεμένος ο όμορφος ένοπλος στρατιώτης, να δείχνει ότι οι άνθρωποι μπορούν να παίζουν παιχνίδια ελέγχου, τιμωρίας, εξευτελισμού κι αμοιβαίου φόβου, ενώ θα μπορούσαν να παίζουν παιχνίδια έρωτα. Θα πει εδώ κανείς ότι κι ο έρωτας τέτοιο παιχνίδι δεν είναι; Όχι, όχι βέβαια.

Το “Foxtrot” καταφέρνει να χωρέσει μέσα του μια σειρά από δώρα, δώρα που μόνο οι μεγάλες ταινίες μπορούν να προσφέρουν – και το “Foxtrot” είναι αναμφίβολα τέτοια. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς;

– Το πώς μέσα στις τραγικές στιγμές της συνειδητοποίησης της απώλειας του γιου, έρχεται το σκυλί της οικογένειας να εξανθρωπίσει με το βλέμμα του τα πάντα; Δεν λέω ότι είναι κάτι δύσκολο να δείχνεις ένα σκυλί να κοιτάει με βλέμμα πονεμένο κι αγαπητικό. Λέω όμως ότι είναι εξαιρετικά σπάνιο να βλέπεις σε μια ταινία ένα σκυλί και να είναι τόσο καταλυτική η παρουσία του, η ύπαρξή του, το βλέμμα του.

– Την ιστορία με την εβραϊκή βίβλοκειμήλιο που διασώζεται ακόμη κι από το Άουσβιτς και παραδίδεται ως κόρη οφθαλμού από γενιά σε γενιά, μόνο και μόνο για να ανταλλαχθεί με περιοδικό τύπου Playboy;

– Το φοβερό, τρομερό, εξαιρετικά σύντομο και μαζί εξαιρετικά λειτουργικό ένθετο με τα κινούμενα σχέδια, κάτι μεταξύ Ταραντίνο και πολύ περισσότερο του αριστουργηματικού «Βαλς με τον Μπασίρ» του επίσης Ισραηλινού Άρι Φόλμαν;

– Το σκίτσο με την μπουλντόζα και το αυτοκίνητο, όπου η μάνα λέει ότι ο γιος τους ζωγράφισε τον πατέρα ως μπουλντόζα κι εκείνη ως πιασμένο στις δαγκάνες της αυτοκίνητο κι ο πατέρας διαφωνεί λέγοντας ότι αυτή εννοούσε ως μπουλντόζα κι εκείνον ως αυτοκίνητο; Ένα ζευγάρι γονέων προσπαθεί να βρει ποιον από τους δυο τους είχε στο μυαλό του ο γιος τους ως θύμα και ποιον ως θύτη. Ένα ζευγάρι γονέων προσπαθεί να ερμηνεύσει το παιδί του. Ένα ζευγάρι γονέων είναι σίγουρο για την πρωταγωνιστική του θέση στη ζωή του, τα βιώματά του και τις αναπαραστάσεις του. Ένα ζευγάρι γονέων προσπαθεί να καταλάβει πρωταγωνιστική θέση στη ζωή του γιου του προστατεύοντάς τον από το κακό. Το κακό που θα υπάρχει όσο υπάρχουν πόλεμοι, κηρυγμένοι κι ακήρυχτοι, που αν δεν σκοτώσουν εσένα θα σκοτώσουν τον διπλανό σου. Το κακό που θα υπάρχει όσο υπάρχουν βόμβες παντού. Το κακό που θα υπάρχει όπου υπάρχει ζωή, καιροφυλακτώντας πίσω από κάθε γωνία, χωρίς να περιμένει να εξακριβώσεις τα στοιχεία του.