Όταν βγήκαμε από την αίθουσα μάς περίμεναν τα δέντρα χιονισμένα. Αυτό το ψιλό, σκληρό σαν φελιζόλ χιονάκι που είχε ξεκινήσει λίγο πριν το «Γκαλά», είχε καλύψει μαλακά τα πάντα. Οι άνθρωποι της Στέγης είχαν απλώσει τάπητες για να μη γλιστρήσουμε και μας κρατούσαν στα παγωμένα σκαλιά. Η ουρά των ανθρώπων κατέβαινε προσεκτικά, ήταν μια χορογραφία των θεατών, ανθρώπων με εντελώς διαφορετικές ικανότητες να ακροβατήσουν στο χιόνι, μια συνέχεια της παράστασης. Ήταν λίγο σαν να συνεχίζεται μια μικρή δόση ευτυχίας, σαν μια κάθαρση που απλωνόταν σε δέντρα, πεζοδρόμια και αυτοκίνητα και στροβιλιζόταν στα φώτα.

Όπως στο χιονισμένο τοπίο, έτσι και στη σκηνή της Στέγης οι άνθρωποι έχουν μια απρόσμενη ισότητα. Το «Γκαλά» του Ζερόμ Μπελ είναι μια γιορτή με επαγγελματίες και μη επαγγελματίες χορευτές, ανθρώπους που έχουν ή δεν έχουν χορευτική παιδεία. Ο συνδυασμός τους, η σκηνική τους συνύπαρξη δημιουργεί ένα κινητικό υλικό απρόσμενο που διαλύει κάθε εικόνα συγχρονισμού για να δημιουργήσει με το καινούργιο υλικό μια εικόνα που δεν υπακούει σε κανενός είδους ομοιομορφία. Ο Μπελ δημιουργεί στη σκηνή τη συνθήκη της αληθινής ζωής, τα σύνολα των ανθρώπων που έχουν άλλο βάρος, ύψος, μόρφωση, φυλετικά χαρακτηριστικά και στον κόσμο του χορού αποτελούν ένα μοναδικό παράδειγμα συνύπαρξης.

Για τον Μπελ η αποδόμηση της θεσμικής αναπαράστασης του χορού έχει πολλές σημασίες. Καθώς η καθημερινότητα είναι χορογραφημένη άναρχα και πέρα από μεγάλες και μικρές προσωπικές ικανότητες, αυτά τα σύνολα, δημιουργούν αυτάρκεις εικόνες. Οι επιβάτες ενός λεωφορείου που στρίβει απότομα, οι άνθρωποι που παίρνουν μέρος σε μια γιορτή, κάποιοι άλλοι που τρέχουν σε μια πλατεία για να γλυτώσουν από τη βροχή. Ο Ζερόμ Μπελ τους βάζει σε ένα μαύρο κουτί, μια σκηνή κενή που μοιάζει με κουκλόσπιτο και παρακολουθεί τι προκύπτει από την μικρή και μεγάλη τους κίνηση. Καθώς η παρατήρηση από την «κλειδαρότρυπα» είναι πάντα μια από τις πιο ελκυστικές εικόνες, αυτό το είδος «ηδονοβλεψίας» βάζει το θεατή να παρακολουθεί την αντίδρασή τους και τις αυτοσχέδιες κινήσεις τους, να απομακρύνεται και να ελκύεται από την εικόνα, να ταυτίζεται και να απέχει. Εκτός από την ενυπάρχουσα περιέργεια δημιουργείται και η συμπάθεια προς αυτόν που έχει τη λιγότερη ικανότητα, αλλά όχι και τη λιγότερη χάρη. Δεν είναι αστείος, ούτε υποδεέστερος της αυθεντίας. Απλώς η δική του προσωπικότητα συγκροτεί μια διαφορετική χορευτική πραγματικότητα.

Ο ερασιτέχνης κάνει μια κίνηση που ένας χορογράφος δεν έχει σκεφτεί

Ο ερασιτέχνης κάνει μια κίνηση που ένας χορογράφος δεν έχει σκεφτεί, καθώς δεν υπακούει στο συνολικό αίτημα του συγχρονισμού και της αρμονίας. Ο ερασιτέχνης μαθαίνει από τον επαγγελματία και είναι απρόσμενα αθώος στη χρήση μιας κορδέλας που προσπαθεί να ξετυλίξει ή σε ένα βήμα του στον αέρα. Αυτό που υπάρχει στη σκηνή μπροστά μας, είναι μια προσέγγιση της πραγματικότητας με χιούμορ. Είναι αλήθεια ότι όλοι μας δε τα καταφέρνουμε εξίσου καλά σε μια τούμπα, μια άσκηση ή ένα χορό. Όμως το συναίσθημα της αυθεντίας που πιθανώς έχει ο επαγγελματίας, λιώνει σαν το χιόνι μέσα στη θέρμη της πίστης του ερασιτέχνη στην κίνησή του. Στην αυτόματη υπονόμευση της προσπάθειάς του, που έρχεται με ένα χαμόγελο. Ο άνθρωπος μπορεί να σαρκάσει τον εαυτό του, να διασκεδάσει με τη γκάφα του, ξέρει το λάθος και δε χρειάζεται να του το υποδείξει κανένας.

Αυτή η χορογραφία της καθημερινότητας του Ζερόμ Μπελ κράτησε μιάμιση ώρα. Ήταν μια ευφρόσυνη συνάντηση με σόλο και ομαδικές χορογραφίες, βαλσάκια και ασκήσεις μπαλέτου, ένα ζεϊμπέκικο που η αίθουσα σιγοντάρησε με παλαμάκια, υποκλίσεις και ένα κομμάτι του Μάικλ Τζάκσον, στο οποίο ομολογουμένως όλοι αντέδρασαν καλύτερα, κινήθηκαν καταπληκτικά – βλέπετε ο βασιλιάς της ποπ δεν έχει κανόνες – απογειώθηκαν κυριολεκτικά. Παρακολουθώντας παιδιά και μεγάλους στη σκηνή καταλαβαίνεις σε ποια γενιά ανήκουν από τον τρόπο που χορεύουν. Επίσης, τι σημαίνει το σώμα για ένα άνθρωπο εξήντα ετών και ένα παιδί έξι ετών. Δημιουργείται έτσι μια αφήγηση που αφορά μια ολόκληρη κοινωνία, τις γενιές και τις κουλτούρες της, μαζί και με αυτές που προσπαθεί να ενσωματώσει.

Ο Ζερόμ Μπελ με τη χορογραφία του απεικονίζει την ιδέα της «ισότητας μεταξύ των διαφορετικών τύπων ευφυίας», μια θεωρία του Ζακ Ρανσιέρ από το βιβλίο του «Ο αδαής δάσκαλος» που την μεταφέρει στο πεδίο του χορού. Μια εμπειρία που κάθε θεατής διαθέτει καθώς δεν είναι ανάγκη να έχει πάει σε σχολή χορού για να καταλάβει ότι κάποιοι «παίρνουν τα… βήματα» πιο εύκολα από κάποιους άλλους. Η ίδια συνθήκη υπάρχει ούτως ή άλλως ανάμεσα στους θεατές, ανάμεσα σε αυτούς που βλέπουν πρώτη φορά χορό και κάποιους που κυνηγάνε και έχουν δει εκατό παραστάσεις.

Μπροστά σε μια παράσταση, δεν υπάρχει «καλύτερος»

Μπροστά σε μια παράσταση, δεν υπάρχει «καλύτερος». Η ισότητα των θεατών προκύπτει από τα συναισθήματα. Όλοι αισθάνονται το ίδιο μπροστά σε μια καταπληκτική φιγούρα και τον ίδιο φόβο όταν ο χορευτής σωριαστεί στο πάτωμα. Κρατάνε την ανάσα τους σε ένα δύσκολο ακροβατικό χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Και αν δεν πάνε όλα καλά, το αίσθημα της αποτυχίας μετατρέπεται σε ένα αίσθημα πληρότητας, μια προσπάθεια με διαφορετικό από το αναμενόμενο αποτέλεσμα, καθόλου όμως μη υπολογίσιμη.

Ο Ζερόμ Μπελ μάς παροτρύνει, όπως ο Μπέκετ, να κουνηθούμε στην καρέκλα μας την ώρα της μουσικής για να σκεφτούμε: να προσπαθήσουμε ξανά, να αποτύχουμε ξανά, να αποτύχουμε καλύτερα, ανεβάζοντας την τέχνη στο ύψος της ερωτικής αποτυχίας  και της επανάληψής της, ακόμα και αν δεν καρπίσει καμιά μας προσπάθεια.

Η ανεπάρκεια που αναζητά ο Μπελ, γίνεται η ρίζα, ο σπόρος για να δημιουργηθεί η επάρκεια. Έτσι, με τον τρόπο που η καρδιά μπορεί να λιώσει το χιόνι και το γέλιο να έρθει από την ίδια μας την τούμπα στο χιονισμένο πεζοδρόμιο της Συγγρού, ο Μπελ υπονομεύει με τον πιο τρυφερό τρόπο την πληγή της εποχής μας, την μαεστρία, την ικανότητα, την αυθεντία και την αλαζονεία που προκύπτει από αυτήν. Όλοι μπορούμε να χορέψουμε. Όλοι μπορούμε να γλιστρήσουμε. Ξανά και ξανά. Και καλύτερα.

Info: “Gala” Jérôme Bel | Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών-Ίδρυμα Ωνάση | 09 – 10 Ιανουαρίου 2017

Σχετικά άρθρα: Ο Ζερόμ Μπελ έκανε μια ομάδα χορού με τους υπαλλήλους του μουσείου ΜoMA! της Αργυρώς Μποζώνη