Φύλακας σκύλων: «Γάμα τα όλα και έλα κάτω». Ο πατέρας του έχει μόλις πεθάνει, άλλους συγγενείς δεν έχει, και ο Νίκος ακούγοντας την προτροπή του θείου του μεταφέρεται από την ασπρόμαυρα υπέρμουντη Πτολεμαϊδα στα ασπρόμαυρα υπέρμουντα Άνω Λιόσια, καθώς ο Γιάννης Οικονομίδης επιστρέφει με τον «Μαχαιροβγάλτη» για τρίτη φορά στα Δυτικά Προάστια. Θα φυλάει επ΄ αμοιβή τα δύο ντόπερμαν του θείου του για να μην του τα φολιάσουν κάποιοι «Αρβανίτες» με τους οποίους έχει τσακωθεί. Ο Νίκος τα παίρνει: «Σου μοιάζω εγώ για φύλακας σκύλων; Σου μοιάζω εγώ για φύλακας σκύλων;». «Γιατί ρε, πώς μοιάζει ένας φύλακας σκύλων; Πώς μοιάζει ένας φύλακας σκύλων;». Μοιάζει με το Νίκο. Πριν μπορεί και να έμοιαζε με έναν Πακιστανό που φευγαλέα βλέπουμε όταν φτάνει ο Νίκος στο σπίτι. Από μια ψόφια μεν, ανθρώπινη δε ζωή στην Πτολεμαϊδα, με κοπέλα και φίλους και ένταξη, περνά σε μια σκέτα ψόφια ζωή. Όλη μέρα κωλοβαράει. Είτε όντας στο πόστο του, είτε κοπανώντας την. Καφετέριες, προπατζήδικο, τηλεόραση, μπαρ, βόλτες με το μηχανάκι. Η μόνη στιγμή που θα δούμε το Νίκο, όχι απλά έγχρωμο αλλά και με πρόσωπο που λάμπει από ευφορία είναι όταν παρακολουθεί μια παράσταση. Ίσως το πρόσωπό του το ομορφαίνει η τέχνη, ίσως και η παντελής έλλειψη αναστολών για το μαχαίρι που έχει προγραμματίσει να τραβήξει αμέσως μετά. Όπως το πάρει κανείς.

Ραπ: Η γλώσσα των ταινιών του Οικονομίδη, η γλώσσα του «Σπιρτόκουτου» και της «Ψυχής στο Στόμα» είναι γλώσσα που χαίρεσαι να την ακούς, ακριβώς γιατί είναι γλώσσα αληθινή και αυθεντική, γλώσσα που στερείται μεν κάθε καλλιέπειας και ωραιότητας, αλλά ίσως ένα μεγάλο πρόβλημα στην απόδοση του προφορικού λόγου στα έργα τέχνης είναι αυτό, η προσπάθεια δηλαδή να κάνουμε τους ήρωες να μιλήσουν όσο όμορφα γράφουμε ή όσο όμορφα θα θέλαμε να μιλούν. Δεν πρόκειται όμως απλά για μπινελίκια. Πρόκειται για μπινελίκια που σχεδόν ραπάρονται, που επαναλαμβάνονται με μουσικότητα, πρόκειται για την Μεγάλη Συμφωνία των Βωμολοχιών. Κάθε διάλογος αρχίζει και τελειώνει εκεί που πρέπει, διαρκεί όσο πρέπει, οι βρισιές λέγονται με τον τονισμό των συλλαβών που τους πρέπει. Ξεκινώντας από τον ρεαλισμό, ο Οικονομίδης φτάνει σχεδόν στο στυλιζάρισμα των βρισιών, χωρίς όμως να χάνεται ποτέ η αίσθηση της αυθεντικότητας: είναι σαν να έχει χαμηλώσει η ένταση από όλους τους υπόλοιπους ήχους της καθημερινότητας και να έχει αυξηθεί η ένταση του προφορικού λόγου, του λόγου του σπαρμένου με τους «πούτσους», τα «γαμάω και τα «μαλάκα».
Αν είσαι εξοικειωμένος με τη γλώσσα των ταινιών του, οι διάλογοι του «Μαχαιροβγάλτη» ίσως σου ακουστούν  λίγο επιτηδευμένοι, λίγο μη φυσικοί, λίγο σαν σχόλιο στις προηγούμενες ταινίες του. Αλλά η μεγάλη διαφορά με τις προηγούμενες ταινίες του είναι άλλη: η αναλογία των μπινελικιών σε σχέση με τον λόγο χωρίς μπινελίκια παραμένει πολύ μεγάλη, ίσως και μεγαλύτερη από ποτέ, ωστόσο η συνολική ποσότητα των λέξεων που ακούγονται έχει ελαττωθεί δραματικά. Και αυτό όπως και να το δει κανείς -είτε του αρέσει περισσότερο η ταινία από τις δύο προηγούμενες είτε λιγότερο- είναι αναμφίβολα ένα γενναίο βήμα, αφού είναι σκηνοθέτης που βασίστηκε κατ΄εξοχήν στο λόγο. Ο Οικονομίδης αφοπλίζει εκούσια το όπλο στο οποίο ειδικευόταν δείχνοντας αφενός ότι μπορεί να τα καταφέρει και αλλιώς (με εξαιρετικά μάλιστα αισθητικά αποτελέσματα) και αφετέρου ότι η ουσία του κόσμου του, της θέσης του, της ματιάς του παραμένει η ίδια και χωρίς αυτό «το μάντρα στυλιζαρισμένης χυδαιολογίας που λειτουργούσε μάλλον σαν ηχητική μπάντα ή ιδιότυπο σάουντρακ».  
Και μπορεί το «Σπιρτόκουτο» να διαδραματιζόταν σε ένα διαμέρισμα  και ο «Μαχαιροβγάλτης» να είναι γεμάτος εξωτερικά γυρίσματα, και οι δύο ταινίες όμως ορίζονται εξίσου από το χώρο τους, ένα χώρο εξίσου ασφυκτικό.  Ανοικτοί χώροι, έρημοι δρόμοι,  τα κτίρια, η αρχιτεκτονική τους, επαρχία παντού, ασφυξία παντού.

Κάτι όμορφο: Ο θείος λέει στη θεία ότι έχει έρθει η ώρα να κάνουν ένα παιδί: «Πάμε να φτιάξουμε κάτι όμορφο». Είναι και το ειρωνικό tagline της ταινίας. Είναι άραγε εξ ορισμού αδύνατο να φτιαχθεί κάτι όμορφο με υλικό τον κόσμο του θείου; Και αν ναι, γιατί; Για λόγους ταξικούς; Για λόγους μορφωτικούς; Για λόγους εθνικούς; Για λόγους πανανθρώπινους; Έτσι είναι οι μικροαστοί; Έτσι είναι οι άνθρωποι χωρίς παιδεία; Έτσι είναι οι Έλληνες; Έτσι είναι οι άνθρωποι; Τίποτα από όλα αυτά, απλά έτσι είναι οι συγκεκριμένοι ήρωες του Οικονομίδη; Ναι, αλλά μόνο έτσι είναι.
Σε μια άλλη σκηνή ένα μεθυσμένο ζευγάρι βγαίνει νύχτα από ένα μπαρ. Ο άντρας τραβάει τη γυναίκα σε μια ερημιά και την χτυπάει. Την αφήνει αιμόφυρτη και ημιαναίσθητη και φεύγει. Ο Νίκος τον βλέπει. «Αγαπάω και γαμάω», του εξηγεί ο άντρας. Ο Οικονομίδης όμως, ακόμη και αν θέλει να καταδείξει την διαστρεβλωμένη σχέση και τους υπόγειους δεσμούς ανάμεσα στα δύο αυτά ρήματα, μας δείχνει μόνο το σκέλος «γαμάω». Αντίστοιχα στη «Ψυχή στο Στόμα» ακούμε την αφήγηση του τεχνίτη που περιγράφει γλαφυρά στους συναδέλφους του πως τσάκισε τη κοπέλα του στο ξύλο. Ακόμα όμως και στο κόσμο των άρρωστων ζευγαριών του Οικονομίδη, η σχέση τους δεν εξαντλείται στο ξύλο. Βλέποντας ή ακούγοντας μόνο για το ξύλο, λογοκρίνονται τρόπον τινά οι υπόλοιπες πτυχές της σχέσης τους. Η λογοκριμένη μεταξύ τους τρυφερότητα σε καμία περίπτωση δεν θα δικαιολογούσε ή μετρίαζε το ξύλο, αντίθετα θα το καθιστούσε μάλλον ακόμη πιο αποτρόπαιο και πάντως θα το εξηγούσε καλύτερα, θα το έβαζε σε ένα πλαίσιο πιο κοντά στην αλήθεια της ζωής.
Ένας κινηματογράφος με ταινίες που ο κανόνας του θα ήταν ο κόσμος του Οικονομίδη θα ήταν αφόρητος. Θα έπεφτες στα ψυχόφαρμακα.  Ως εξαίρεση όμως ο κόσμος αυτός έχει και παραέχει νόημα, έχει και παραέχει λόγο ύπαρξης. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε ταινίες που παρουσιάζουν τη ζωή καλύτερη απ’ ό,τι είναι: παρηγοριόμαστε υποτίθεται έτσι, παραμυθιαζόμαστε, ξεφεύγουμε. Ο Οικονομίδης σου λέει στις ταινίες μου δεν έχεις να ξεφύγεις, δεν έχεις να παραμυθιαστείς, δεν έχεις να παρηγορηθείς. Καταλήγει έτσι, κατά τη γνώμη μου, να δείχνει τον κόσμο χειρότερο από ό,τι είναι. Όχι επειδή δεν είναι υπαρκτή η πλευρά που δείχνει.  Απλά είναι σαν να έχει χαμηλώσει η ένταση από όλες τις υπόλοιπες συναισθηματικές συνιστώσες των ανθρώπινων σχέσεων και να έχει αυξηθεί η ένταση σε ό,τι ζοφερό.

Σίδερα μέσα σε λουλούδια: Κι έτσι τελικά κάτι το όμορφο παράγεται στον «Μαχαιροβγάλτη» δια της φυσικής επιλογής, δια της επιλογής του νεότερου μοντέλου και της εξουδετέρωσης του ανταγωνισμού, για να καταλήξει στο σιδερένιο πλέγμα του παραθύρου μέσα από τα κιτς λουλούδια των κουρτινών, στην ασφάλεια μέσα από την ασχήμια της τεχνητής ομορφιάς, στο κλειδαμπάρωμα του κιτς, στην ασφυξία του κλειδαμπαρώματος.