Ούτε έναν ούτε δύο, αλλά εννέα βασικούς ήρωες – μέλη τριών γενιών μιας οικογένειας, προλαβαίνει να χωρέσει μέσα της η «Χώρα Προέλευσης» του Σύλλα Τζουμέρκα. Και όμως: μολονότι καταιγιστική σε ρυθμούς και μολονότι το σενάριο κάνει ασταμάτητα άλματα, όχι μόνο από ήρωα σε ήρωα αλλά και από το παρόν στο παρελθόν, η ταινία παρακολουθείται χωρίς να χάνεται ποτέ ούτε η ίδια ούτε ο θεατής της. Σαν να μην ήταν μάλιστα αρκετό όλο αυτό το υλικό, η «Χώρα Προέλευσης» είναι διάσπαρτη και από πλήθος καταπληκτικές παλιές φωτογραφίες και επίκαιρα: διαδηλώσεις βίαιες, συγκεντρώσεις ειρηνικές, λιτανείες. Δρόμος – δρόμος – δρόμος.

Στο παρόν παρακολουθούμε –σε δεκάδες μικρά κομματάκια- την μέρα των γενεθλίων του Στέργιου και τα γεγονότα που θα την σημαδέψουν. Στο παρελθόν -πριν καμιά εικοσαριά χρόνια- παρακολουθούμε δύο κομβικές μέρες: αφενός την μέρα που ο παππούς του Στέργιου μπαίνει στο νοσοκομείο και αφετέρου μια οικογενειακή συγκέντρωση όταν ο παππούς έχει βγει υγιής. Την μέρα που μπαίνει στο νοσοκομείο υπογράφονται και τα χαρτιά της υιοθεσίας του μικρού αδελφού του Στέργιου, του Θάνου. Ο Θάνος είναι ακόμα βρέφος και υιοθετείται από τον θείο του και τη γυναίκα του, που έχουν ήδη ένα δικό τους παιδί, την Άννα. Τον παίρνουν από την μητέρα του, αφού είναι ελαφρώς διαταραγμένη και δύο παιδιά δεν θα μπορεί να τα κουμαντάρει. Ενδεχομένως να μην μπορεί να κουμαντάρει ούτε και τον Στέργιο. Ως τότε ζούσαν μαζί με τον παππού που είχε την επίβλεψή τους. Είναι τα κίνητρα της υιοθεσίας του Θάνου αμιγώς αγαθά; Είναι ταυτόχρονα και μια άσκηση δύναμης; Ποιος μπορεί να ξέρει; Μάλλον ούτε οι ίδιοι οι εμπλεκόμενοι. Στην οικογενειακή γιορτή για την ανάρρωσή του, ο παππούς παραμένει πεισματικά σιωπηλός, σαν τον Κερκ Ντάγκλας στο «Αrrangement» του Καζάν. Αν είναι πια βάρος για τα παιδιά του, ίσως η οικογένειά του είναι ακόμη μεγαλύτερο βάρος για τον ίδιο.

Σχέσεις οικογενειακές: νευρώσεις, συμπλέγματα, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού είναι στις οικογένειες που ο δρόμος προς την κόλαση ήταν πάντοτε στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις. Να αγαπάς αυτόν που σου είναι αφόρητος και να σου είναι αφόρητος αυτός που αγαπάς: «Γιατί μαζί σου η χαρά δεν μπορεί ποτέ να είναι χαρά;». Να εξαφανίζεσαι στα μάτια του πιο κοντινού σου ανθρώπου, του ανθρώπου που σε έχει διαλέξει για σύντροφο της ζωής του: «Με κάνει να νιώθω σαν να μην υπάρχω». Όσο για τα τρία παιδιά, το παρόν τα βρίσκει σε περίεργη κατάσταση. Οι όροι της βίας αναστρέφονται, όποιος χτυπιόταν μικρός θα αρχίσει να χτυπά μεγάλος, ενώ η αιμομιξία είναι παρούσα, είτε ως πραγματικότητα είτε ως πόθος. Η επιλογή της αιμομιξίας στην «Χώρα Προέλευσης» είναι διπλώς ατυχής: αφενός λόγω της συγκυρίας από πρόσφατες ταινίες γεμάτες αιμομιξία (με τον Χρήστο Πασσαλή να μεταβάλλεται μάλιστα σε σίριαλ αιμομίκτη του ελληνικού κινηματογράφου, έχοντας ως μπόνους και μια ακόμα ντιπ αλλόκοτη σεξουαλικά σχέση στο «Μαύρο Λιβάδι») και αφετέρου αυτοτελώς, αφού τα τι και τα πως της ερωτικής εμπλοκής των παιδιών αφήνονται ανυποστήρικτα σεναριακά (όχι βέβαια από αδυναμία αλλά από επιλογή, μια επιλογή που ωστόσο δεν φαίνεται να δικαιώνεται) 

Το παλλόμενο σώμα: Τι είναι λοιπόν τελικά η «Χώρα Προέλευσης»; Υποτίθεται ότι περιγράφοντας την παθογένεια της συγκεκριμένης οικογένειας και των τριβών μεταξύ των τριών γενιών της, ερμηνεύει ταυτόχρονα και αντίστοιχα φαινόμενα της μεταπολίτευσης. Ούτε οι συμβολισμοί της ούτε οι αναγωγές της είναι όμως το δυνατό της σημείο . Το σλόγκαν «Εξαπάτησε – Πρόδωσε – Τρομοκράτησε» που γράφεται στις αφίσες της, μου φαίνεται τελικά παραπειστικό και εν πάση περιπτώσει δε νομίζω πως αρκεί για να εξηγήσει -έστω και μεταφορικά-  ευρύτερα κοινωνικά κακώς κείμενα. Είναι αμφίβολο δηλαδή πόσο διαφωτιστική πολιτικά είναι η ταινία, είναι αμφίβολο πόσο καίριο είναι το μήνυμά της (ή λιγότερο βαρύγδουπα και περισσότερο αγγλικά το point της), στο βαθμό που εξαντλεί τις ερμηνείες του στο οικογενειακό επίπεδο. Δεν είναι καθόλου αμφίβολο όμως ότι είναι εντελώς μα εντελώς καίρια η ίδια η ταινία, το σώμα της, η σάρκα της, η κινηματογράφησή της, οι εικόνες της, ο τρόπος που εντάσσονται μέσα της παλιές φωτογραφίες και βίντεο αρχείου. Ο Τζουμέρκας παρουσιάζει στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία ένα σινεμά εκρηκτικό, πολυσύνθετο, πρωτότυπο, τολμηρό, με μια σκηνοθεσία που πάλλεται και πάλλεται και δεν παύει να πάλλεται, που δεν πάλλεται όμως μονοδιάστατα, αλλά και έτσι και αλλιώς και αλλάζοντας διαρκώς στιλ, που την μια στιγμή μπορεί να είναι παρουσίαση αγιογραφιών και πινάκων ζωγραφικής, την άλλη στιγμή ένας γυμνός άνδρας να μπαίνει μέσα στη θάλασσα, την άλλη ένα τζιπ με δυο τελείως μπερδεμένους ανθρώπους πάνω του να παλεύει με στις λάσπες,  την άλλη η διδασκαλία του «Ύμνου στην Ελευθερία» σε ένα σχολείο με παράλληλα πλάνα από διαδηλώσεις κι επεισόδια, την άλλη ένα οικογενειακό γλέντι με ρεμπέτικα. Και ρεμπέτικα και όπερα και η μουσική των Drog_A_Tek και η κάθε σκηνή που γυρίζεται να γυρίζεται σαν να είναι η τελευταία σκηνή που θα γυριστεί ποτέ. 

Δεκέμβρης: Η ταινία περιέχει μέσα της και πολλά πλάνα από τον Δεκέμβρη του οκτώ. Μολονότι δεν είναι σε καμία περίπτωση παιδί του Δεκέμβρη (αλλά απλώς τον ενέταξε στην ήδη σχηματισμένη γενική της ιδέα) φέρει κάτι από την έντασή του. Ο Δεκέμβρης υπήρξε ένα σημαντικό πολιτικό φαινόμενο όχι για την πρότασή του και το αίτημά του (το οποίο άλλωστε κατ’εξοχήν κατηγορήθηκε πως στερείται), αλλά ως καταγραφή μιας ολικής άρνησης, ως καταγραφή μιας συνολικής κρίσης, ως καταγραφή αδιεξόδου και βρασμού. Αντίστοιχα νομίζω πως η «Χώρα Προέλευσης» κατορθώνει τελικά να κατακτήσει και πολιτική σημασία, όχι τόσο για την ερμηνεία του βρασμού όσο για την καταγραφή του, για την μετουσίωση του έξω βρασμού σε δημιουργικό βρασμό, για την ανασύνθεσή του σε δημιουργία.  

Κάτι πλούσιο και παράξενο: Ολοένα και περισσότερα δάκτυλα των νέων Ελλήνων κινηματογραφιστών δείχνουν προς την μεριά της οικογένειας, γεγονός που έχει προφανώς την καλλιτεχνική του σημασία, αλλά εκείνο που έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία είναι ότι δείχνουν με έναν τρόπο συναρπαστικό. Κάτι αλήθεια συμβαίνει στο ελληνικό σινεμά, κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ, κάτι πλούσιο και παράξενο σαν τοπίο του βυθού.