Xωρίς να είναι καθόλου σίγουρο ότι το καταφέρνω κιόλας, προσπαθώ πάντως ως γενική αρχή να αποφεύγω τα σπόιλερ. Αυτή τη φορά όμως επειδή δεν βρίσκω τρόπο να γράψω για την «Ζωή της Αντέλ» μιλώντας εμμέσως και πλαγίως για πράγματα που γίνονται σε προχωρημένο σημείο της ταινίας, προειδοποιηθήκατε και συνεχίζετε με δική σας ευθύνη. Ο Χρυσός Φοίνικας των φετινών Καννών λοιπόν, η ταινία του Αμπντελατίφ Κεσίς, η ταινία που καλώς ή κακώς έχει συζητηθεί περισσότερο απ’ όλα για την ασυνήθιστα εκτεταμένη χρονικά και ασυνήθιστα τολμηρή για τα ως σήμερα στάνταρ του μέινστριμ σινεμά κινηματογράφηση των ερωτικών σκηνών μεταξύ των δυο ηρωίδων του.

Η Αντέλ είναι μια μαθήτρια δευτέρας λυκείου στη Λιλ. Μοιάζει πιο στον κόσμο της από τις περισσότερες συμμαθήτριές της που έχουν ήδη προχωρήσει σε σεξουαλικές σχέσεις. Οι φίλες της της επισημαίνουν ότι την κοιτάζει διαρκώς ένα αγόρι της τρίτης λυκείου. Όταν εκείνος θα κάνει την κρούση, η Αντέλ θα ανταποκριθεί και θα τα φτιάξει μαζί του. Αλλά κάτι της λείπει. Ο έρωτας μάς κάνει να αισθανόμαστε κάτι περισσότερο από όταν δεν είμαστε ερωτευμένοι ή, αντίθετα, μας δημιουργεί μια έλλειψη, αναρωτιέται στην αρχή της ταινίας ο καθηγητής της Αντέλ αναλύοντας τη «Ζωή της Μαριάνας» του Μαριβό. Πηγαίνοντας στο πρώτο ραντεβού το βλέμμα της θα διασταυρωθεί με ένα κορίτσι με μπλε μαλλιά που περπατά αγκαλιασμένο με άλλο κορίτσι. Το ίδιο βράδυ η Αντέλ θα έχει ερωτικό όνειρο όχι για το αγόρι με το οποίο πέρασε το απόγευμα, αλλά για το κορίτσι με το οποίο κοιτάχτηκαν για λίγα δευτερόλεπτα. Αντί για την πλήρωση του συγκεκριμένου αγοριού, η έλλειψη του συγκεκριμένου κοριτσιού. Τίποτα πια δεν θα είναι ίδιο. Όταν μια συμμαθήτριά της της δώσει ένα φιλί στα σκαλιά του σχολείου, εκείνη θα καταλάβει ότι κάτι την τραβάει προς τα κορίτσια. Θα πάει σε γκέι μπαρ σε αναζήτηση της φύσης της ή ίσως ακόμη περισσότερο σε αναζήτηση του κοριτσιού με τα μπλε μαλλιά. Θα βρει και τα δυο. Κι απ’ τη στιγμή που θα τα βρει, η Αντέλ έχει βρει και πού ανήκει, έχει περάσει τη φάση της αναζήτησης, έχει βρει που ταιριάζει και ποιά είναι, έχει υπό αυτήν την έννοια αφήσει την εφηβεία για την ενηλικίωση. Το να βρεις που ανήκεις και ποιά είσαι όμως δεν σημαίνει πως είσαι έτοιμος να το βροντοφωνάξεις κιόλας. Στην οικογένειά της θα πει πως η Εμα της κάνει ιδιαίτερα φιλοσοφίας, ενώ στις συμμαθήτριές της θα αρνηθεί κατηγορηματικά πως έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί της και πως είναι λεσβία. Αλλά όταν τελειώνει το σχολείο, φεύγει από το πατρικό της και αρχίζει να συζεί σαν ζευγάρι με την Εμα. Και είναι και άνθρωπος που έχει βρει γρήγορα συνολικά τον εαυτό του. Της αρέσουν τα παιδιά, το σχολείο, θα βρει δουλειά αμέσως εκεί. Δεν έχει φοβερές αναζητήσεις. Η Αντέλ κάνει τη δουλειά που τη γεμίζει και κυρίως έχει τη σύντροφο που τη γεμίζει. Ζει τη ζωή όπως τη θέλει. 

Τι είναι τελικά ως ταινία η ζωή της Αντέλ; Γνώμη μου είναι πως ο δικαιότερος τρόπος για να την εκτιμήσεις είναι αν δεν προσπαθήσεις να της προσδώσεις διάφορα επίπεδα. Σύμφωνοι, άλλη η καταγωγή και ο τρόπος σκέψης της Εμα που είναι ζωγράφος, άλλη αυτή της Αντέλ, συνακόλουθα άλλες και οι βασικές επαγγελματικές κατευθύνσεις τους και τα όνειρά τους για το μέλλον τους έξω από το πλαίσιο της σχέσης τους. Αλλά η αξία της ταινίας δεν έγκειται στο ότι μας προσφέρει στις τρεις ώρες που διαρκεί μια πλούσια ιστορία, αλλά αντίθετα στο ότι μας παρουσιάζει μια εντελώς απλή ιστορία, μια σχεδόν μη ιστορία, μια μη ιστορία για τα οποιαδήποτε μυθοπλαστικά στάνταρ, μια μη ιστορία ακόμη και για τα μέτρα της ζωής εκτός σινεμά και βιβλίων. Δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα το δραματικό και ανατρεπτικό, δεν συμβαίνουν φοβερές εκπλήξεις. Δεν θα μπορούσε να είναι απλούστερο και γραμμικότερο: Η Αντέλ είναι μια έφηβος που ψάχνει να βρει τον εαυτό της. Ερωτεύεται την Εμα. Έχει ό,τι θέλει μαζί της. Και μετά απατά την Εμα. Και η Εμα τη διώχνει. Και η Αντέλ δεν μπορεί να ξεπεράσει την απώλεια της Εμα. Ο τίτλος της ταινίας λέει πως πρόκειται για το κεφάλαιο 1 & 2 στη ζωή της Αντέλ. Σε επόμενα κεφάλαια της ζωής της, ίσως μπορέσει να ξεπεράσει την απώλεια και να προχωρήσει. Αλλά στην ως τώρα ζωή της είχε κλειδώσει με ένα άλλο σώμα και είχε κλειδώσει και με τον τρόπο που βλέπουμε στις επίμαχες σκηνές. Η κινηματογράφηση του σεξ, όσο κι αν ενίοτε πλατειάζει, είναι πάντως αναπόσπαστο τμήμα της καρδιάς της ταινίας. Η ένταση των σεξουαλικών σκηνών είναι απόλυτα συναφής με την ένταση της ηρωίδας της.

Ο Κεσίς είναι λίγο αμετροεπής σκηνοθέτης, υπάρχουν και εδώ σκηνές όπως στο «Κους Κους με Φρέσκο Ψάρι» που τραβάνε αδικαιολόγητα σε μάκρος. Από την άλλη αυτή η έλλειψη οικονομίας είναι και μια αισθητική σφραγίδα, στον τρόπο που μοιάζει να έχει βάλει μια κάμερα και να κινηματογραφεί κομμάτια αληθινής ζωής. Αλλά το κύριο είναι πως ο Κεσίς κινηματογραφεί το σώμα με τρόπο συναρπαστικό, πως το σώμα τον αφορά αυτοτελώς αν θυμηθούμε  τον εκστατικό χορό της κοιλιάς στο «Κους κους με φρέσκο ψάρι» ή το σώμα ως πρωταγωνιστή στην «Μαύρη Αφροδίτη». Οι ερωτικές σκηνές είναι λοιπόν πράγματι εντελώς έντονες. Ανάλογα έντονες όμως είναι και οι σκηνές που η προδομένη Εμα χαστουκίζει την Αντέλ. Το σώμα πάλλεται όχι μόνο στο σεξ, αλλά και στον τσακωμό, αλλά και στο κλάμα, στο χορό, στο φαγητό και στη διαδήλωση.  Διαφωνώντας με την κριτική του Ριζοσπάστη σύμφωνα με την οποία η Αντέλ «Κάνει και υπαναχωρήσεις – όπως όλοι οι ερωτευμένοι σε αρχικό στάδιο. Μετατοπίζεται, από τις πολιτικές διαδηλώσεις τη βρίσκουμε στον καρνάβαλο «Pride»», το σίγουρο είναι πως ο Κεσίς κινηματογραφεί το παλλόμενο σώμα της μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό σώμα, κινηματογραφεί τη διαδήλωση (και την μία και την άλλη) ως κάτι διονυσιακό.

Η Λεα Σεϊντού αλλά ακόμα περισσότερο η Αντέλ Εξαρχόπουλος αφήνουν ένα κινηματογραφικό αποτύπωμα που δύσκολα θα ξεχαστεί. Η Αντέλ θα μπορούσε να είναι ηρωίδα του Κουστουρίτσα ή του Καζαντζάκη ως πως το πόσο απόλυτα δίνεται στη ζωή. Η δίψα της για ζωή πάντως δεν είναι δίψα για μεγάλα πράγματα, νέες εμπειρίες, άνοιγμα των οριζόντων της. Έχει βρει ένα πεδίο στο οποίο ανήκει και θέλει να το ζήσει ως εκεί που δεν παίρνει. Κάπως έτσι, από τις πιθανές εξηγήσεις για την μοιραία απιστία της, την ψυχολογική ή και αυτή του νεαρού κορμιού που διψά για φιλιά άλλων, ας πάρει ο καθένας όποια θέλει. Και ας πάρει ο καθένας όποια ερμηνεία θέλει γιατί δεν ξαναβρέθηκαν μαζί. Συμβαίνουν αυτά, έτσι είναι οι άνθρωποι, ενίοτε απιστούν. Όπως κλαίνε ή χορεύουν ή διαδηλώνουν. Η ταινία δεν ενδιαφέρεται να αναλύσει γιατί η Αντέλ πρόδωσε την Εμα ή γιατί η Εμα δεν τη δέχτηκε πίσω. Η ταινία μιλά και δείχνει το πόσο η Αντέλ ερωτεύτηκε την Εμα, το πόσο συνταρακτικό ήταν το σεξ μαζί της, το πόσο πόνεσε και πονά που δεν είναι πια μαζί της. Δεν πρόκειται για μια ακόμα ιστορία, πρόκειται για μια ακόμα ζωή.