Πολωνία, αρχές δεκαετίας του 1960, η Άννα, μια νεαρή ορφανή δόκιμη μοναχή, πριν δώσει τους όρκους της πρέπει να πάει να συναντήσει τη θεία της τη Βάντα, όπως ακριβώς η «Βιριδιάνα» έπρεπε να συναντήσει το δικό της θείο πριν δώσει τους δικούς της όρκους. Στην πρώτη σκηνή της ταινίας η Άννα φροντίζει το πρόσωπο του Χριστού σε ένα αγαλματίδιό του, βλέπουμε το πρόσωπό της να κοιτά το πρόσωπό του, το πρόσωπό της που, όπως θα της πουν κάποια στιγμή, δεν ξέρει τι επίπτωση έχει στους ανθρώπους, ειδικά στους άντρες. Το πρόσωπό της που είναι για να το ερωτεύονται, έχει περάσει όλη τη ζωή του ως τώρα σε ένα μέρος που ο μόνος επιτρεπτός έρωτας είναι προς τον Θεό. Αλλά τώρα η Άννα βγαίνει έξω από αυτό το μέρος. Δεν ήξερε καν ότι έχει μια θεία που απέφευγε πεισματικά να τη δει. Δεν ήξερε το αληθινό της όνομα. Δεν την λένε Άννα αλλά Ίντα. Δεν ήξερε την καταγωγή της. Είναι Εβραία. Νέες συντεταγμένες της ταυτότητάς της αρχίζουν να δημιουργούνται. Ξεκινούν μαζί με τη θεία της να ανακαλύψουν αυτό που έχει παραμείνει αδιευκρίνιστο για το παρελθόν τους, ένα παρελθόν εντελώς άγνωστο ως τώρα στην Ίντα, ένα παρελθόν απωθημένο και βαθύτατα τραυματικό για την Βάντα. Και η διαφορά αυτή είναι καταλυτική: αν για την Ίντα όσα ανακαλύψει θα γεμίσουν ένα θεμελιώδες κενό αφήγησης αναφορικά με ερωτήματα όπως από που προέρχεται και ποιά είναι, για την Βάντα θα σημαίνει πως θα αναγκαστεί να πάψει να κοιτάζει πια προς τα εμπρός και θα χρειαστεί να κοιτάξει προς το προσωπικό παρελθόν που είχε συνειδητά αφήσει πίσω. Η Βάντα επιστρέφει σε αυτό, η Ίντα το επισκέπτεται για πρώτη φορά, ως τώρα ζούσε σε ένα συγκεκριμένο χωρόχρονο, σε ένα σύστημα που ο χρόνος είναι πολύ πιο σχετικός, και αν δεν συμβεί κάτι απρόοπτο θα δώσει όρκους πως σε αυτό το χωρόχρονο θα κινηθεί για πάντα.

Η ταινία χτίζεται στο δίπολο των δύο γυναικών. Η θεία δεν είναι μια απλή Βάντα, είναι η «Κόκκινη Βάντα». Είναι μια γυναίκα που έζησε τη ζωή της στο φουλ, μια γυναίκα που πολέμησε τους ναζί, μια γυναίκα που έγινε μετά στις σταλινικές εκκαθαρίσεις η Κόκκινη Βάντα, μια γυναίκα που από υψηλότατο δικαστικό αξίωμα έστειλε κόσμο στο θάνατο, μια γυναίκα που τώρα πια με την αποσταλινοποίηση υποβιβάστηκε σε κατώτερα δικαστικά αξιώματα, εξακολουθώντας πάντως να δικάζει τους «εχθρούς του λαού». Μια γυναίκα που όμως όταν δικάζει τώρα, το βλέμμα της είναι παγωμένο, ματαιωμένο, της λείπει πια ο ζήλος, είτε νιώθει προδομένη, είτε δεν πιστεύει πια τόσο σε αυτό που κάνει και στον τρόπο που κοιτούσε προς τα εμπρός. Και η ματαίωσή της είναι γενική. Κατάχρηση αλκοόλ και διαφορετικοί άντρες κάθε βράδυ. Απέναντι σε αυτή τη ματαιωμένη γυναίκα που έζησε στο φουλ, μια κοπέλα που έχει γνωρίσει μόνο το μοναστήρι, μια κοπέλα πιστή σε ένα άλλο σύστημα για το οποίο το φουλ της ζωής δεν βρίσκεται σε αυτή τη ζωή. Στρατευμένη σε ένα πολιτικό σύστημα η μία, σε ένα θρησκευτικό σύστημα η δεύτερη, δρόμοι ολότελα διαφορετικοί μα και ταυτόχρονα παρόμοιοι. Κι αν ματαιωμένη είναι η Βάντα και όχι η Ίντα, η Ίντα είναι νέα, είναι στην αρχή, οι νέοι έχουν δρόμο να διανύσουν ως την απογοήτευση. Και ίσως ανάμεσα στους δυο αυτούς δρόμους, τον δρόμο της πολιτικής και της θρησκευτικής στράτευσης, παρεμβάλλεται ο δρόμος ενός τρίτου συστήματος, ο δρόμος του συστήματος της ζωής: Ένας νεαρός σαξοφωνίστας ερωτεύεται την Ίντα. «Έλα μαζί μου στην περιοδεία». «Και μετά;». «Θα πάρουμε ένα σκύλο». «Και μετά;» «Σπίτι, οικογένεια, τα συνηθισμένα, η ζωή». Δεν θα τον ρωτήσει άλλο «Και μετά;». Αλλά στην μη ερώτησή της, κρύβεται ίσως και η δική της απάντηση. Ανάμεσα στο δρόμο της μίας ή της άλλης στράτευσης, ο δρόμος των πολλών, ο δρόμος του σκύλος, γάμος, παιδιά, σπίτι ή, σε μια πολύ λιγότερο καλή εκδοχή, ο δρόμος του αγρότη που δέχεται να αποκαλύψει τα εγκλήματα του παρελθόντος αρκεί να εξασφαλίσει το σπιτι του. Η ζωή ως καθημερινότητα, η ζωή ως μια ακόμη ιστορία, το μετά ως νόημα, ως λαχτάρα να μην είναι μόνο αυτό, ή ίσως αντίστροφα, το μετά ως παγίδα για να μη ζήσεις ούτε καν αυτό.

Η «Ιda» του εκ Λονδίνου Πολωνού Πάβελ Παβλικόφσκι είναι η πρόταση της Πολωνίας για τα επερχόμενα όσκαρ. Η Αγκάτα Τρεμπουσόφσκα στο ρόλο της Ίντα γράφει στην οθόνη, είναι όμως η ερμηνεία της Αγκάτα Κουλέζα στο ρόλο της Βάντα που γράφει βαθιά μέσα μας. Έχω την αίσθηση ότι η «Ιda» είναι μια ταινία που κερδίζει σε δεύτερη και τρίτη θέαση. Μια ταινία που αξίζει να την επισκέπτεσαι ξανά και ξανά. Μια ταινία προορισμένη να αγαπηθεί και να μελετηθεί από σκηνοθέτες, φοιτητές σχολών κινηματογράφου, όσο και από ανθρώπους που απλά αγαπούν το σινεμά. Που αυτό όμως σημαίνει ταυτόχρονα ότι στην πρώτη θέασή της, τη φορά που πας να την πρωτοδεις, δεν συνιστά απόλυτα ικανοποιητική κινηματογραφική εμπειρία, (όπως ας πούμε απόλυτα ικανοποιητική κινηματογραφική εμπειρία συνιστούσε μια άλλη πρόσφατη ευρωπαϊκή ταινία με καλόγριες, το Πίσω Από τους Λόφους του Κριστιάν Μουντζίου).  Δεν ξέρω αν αποτελεί παραδοξότητα αυτό που λέω, αλλά αν η «Ida» έχει κάτι το αριστουργηματικό, το έχει μόνο όταν παύεις να ενδιαφέρεσαι για αυτό που συμβαίνει στην ιστορία και μελετάς τις εικόνες της. Ο Παβλικόφσκι έφτιαξε μια ταινία βουτηγμένη στην ατμόσφαιρα, η φωτογραφία είναι να την βγάλεις από την οθόνη και να την βάλεις σε ένα κουτάκι να την κουβαλάς μαζί σου, τα κάδρα είναι ένα κι ένα, η γεωμετρία τους, τα πρόσωπα μέσα τους, ενίοτε ασφυκτιούν, ενίοτε βγαίνουν από τα όρια του κάδρου και κλαίνε μόνα τους, μισά μέσα – μισά έξω.