Κείμενο: Φοίβος Σακαλής

Ο Γιάννης Κουνέλλης ήταν ένας από τους κύριους εμπνευστές του πρωτοποριακού κινήματος της Arte Povera, το οποίο εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και επηρέασε διεθνώς τη ρητορική της τέχνης. Αυτό το κίνημα ξεκίνησε εναντιωνόμενο στον ελιτισμό στην τέχνη και αντιμετώπισε την καλλιτεχνική παραγωγή με μια νέα, ανοιχτή ματιά και χαρακτηρίστηκε από τη χρήση ταπεινών υλικών με διαφορετικές υφές μεταξύ τους, όπως είναι το κάρβουνο, οι σπόροι, το μαλλί, το χώμα, τα μέταλλα, οι πέτρες, τα ξύλα και η λινάτσα. Αυτά τα υλικά που ήδη υπέρχουν και συχνά μας περιβάλλουν στην καθημερινότητά μας ο Κουνέλλης τα μετουσίωσε σε γλυπτά που μοιάζουν να αναφέρονται στις αρχετυπικές εικόνες του αρχαϊκού κόσμου, τα θέματα των οποίων είναι συχνά εμπνευσμένα από τις ιδέες του παρελθόντος και πιο συχνά της αρχαίας Ελλάδας.
Αυτή την περίοδο και έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012 το νέο του έργο παρουσιάζεται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Με αφορμή αυτή την έκθεση, το ελculture συνάντησε τον Γιάννη Κουνέλλη και μίλησε για το συμβολισμό των έργων του.

ελc: Στο δελτίο Τύπου αναφέρεται «ένα νέο έργο» σαν να είναι και ο τίτλος της έκθεσής σας στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Έτσι τιτλοφορείται τελικά η έκθεση και το έργο;
Γιάννης Κουνέλης: Δεν έχω βάλει σχεδόν ποτέ στη ζωή μου τίτλους στα έργα μου. Ίσως μία ή δύο φορές. Ο τίτλος είναι αναπαραστατικός: «Η Αφροδίτη που βγαίνει από το μπάνιο», «Το ταξίδι προς τα Κύθηρα». Ήδη από τον κυβισμό δεν υπάρχουν τίτλοι. Οι τίτλοι χρησιμοποιήθηκαν στην Αναγέννηση, μετά δεν έχουν καμία σημασία. Το έργο είναι και ένα γλωσσικό γεγονός. Επειδή λοιπόν είναι γλώσσα δεν μπορεί να έχει τίτλο. Καμιά φορά του βάζεις τίτλο ύστερα από πολλά χρόνια.

ελc: Όταν λέτε ότι είναι ένα γλωσσικό γεγονός τι εννοείτε;
Γ. Κ.: Είναι γλώσσα. Όπως ο Κυβισμός είναι γλώσσα. Γι’ αυτό δεν υπάρχει ο τίτλος.

ελc: Αναφέρεται επίσης στο δελτίο Τύπου ότι με δεδομένη την οικονομική και κοινωνική συγκυρία θα ήταν αδιανόητη μια συνηθισμένη έκθεση στην Ελλάδα. Με ποιο τρόπο είναι ασυνήθιστη αυτή η έκθεση;
Γ. Κ.: Δεν είναι κάτι το οποίο είπα εγώ. Ασυνήθιστη, συνηθισμένη… δεν ξέρω. Την πρώτη μου έκθεση την έκανα στη Ρώμη, στα μέσα του 1960. Από τότε περάσανε πολλά χρόνια και δε νομίζω ότι αυτά τα πράγματα είναι συνηθισμένα ή ασυνήθιστα. Το πρόβλημα δεν είναι να είσαι futuribile – από την αρχή δεν υπήρξε αυτός ο προβληματισμός. Να ενδιαφέρεσαι για το νέο με κάθε τρόπο. Όχι. Το νέο προέκυψε γιατί υποψιαζόσουν ότι η αρχαία αρχή πεθαίνει. Και είναι μια αναπλήρωση της αρχαίας αρχής, δεν είναι ότι θες να κάνεις κάτι το μελλοντικό. Αλλά θέλεις να είσαι περισσότερο μέσα στην τύχη της παραδόσεως.

ελc: Ποια είναι η στάση σας ως προς την υστεροφημία;
Γ. Κ.: Οπωσδήποτε όλοι έχουμε στο μυαλό αυτό το πέρασμα μέσα από μια στιγμή ιστορική. Γι’ αυτό η δουλειά όταν γεννιέται πραγματική μένει πραγματική. Αν δε γεννιέται πραγματική, είναι όλα λάθος. Ελπίζουμε να είναι πραγματική, αυτό είναι το πρόβλημα.

ελc: Η δουλειά σας μοιάζει αχρονική. Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς αν ένα έργο έχει φτιαχτεί το ’60 ή σήμερα.
Γ. Κ.: Δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Ο Παζολίνι όμως έλεγε ότι η γλώσσα του γεννήθηκε το 1950. Έκανε πολλά πράγματα τη δεκαετία του ’60 και μέχρι να πεθάνει, όμως η γλώσσα γεννήθηκε τη δεκαετία του ’50. Και το γλωσσικό πρόβλημα είναι πρόβλημα γεννήσεως. Πότε γεννιέται. Στη δική μου περίπτωση γεννήθηκε το 1960, αλλά δεν είναι ότι δε διαφοροποιήθηκε από τότε. Καμιά φορά κάποια στοιχεία έρχονται αναδρομικά. Αλλά δεν υπάρχει διαφοροποίηση στην άποψη. Και τα έργα του Μπέικον γεννήθηκαν με έναν τρόπο. Και είναι διαφορετικά μεταξύ τους. Όμως όλα δείχνουν έναν άνθρωπο στο μέσο του κάδρου πεταμένον, έτσι. Από την αρχή μέχρι το θάνατό του. Γι’ αυτό δεν υπάρχουν διαφορές, δεν πρέπει να υπάρχουν διαφορές.

ελc: Πώς γεννιούνται τα έργα σας;
Γ. Κ.: Στην τέχνη πρέπει να υπάρχει το γιατί. Από ιστορικής πλευράς και από φιλοσοφικής πλευράς. Γιατί γεννιέται. Το πρόβλημα είναι αυτό. Μετά το υπόλοιπο είναι ένα μεγάλο ταξίδι.

ελc: Άρα είναι πιο σημαντική η γέννηση από το ταξίδι. Δεν έχει σημασία πού φτάνεις;
Γ. Κ.: Όταν δε γεννιέσαι, είναι δύσκολο να κάνεις ένα ταξίδι. Οπωσδήποτε στο τέλος βρίσκεται το γιατί. Στην αρχή πρέπει να το εξηγήσεις γιατί. Στο τέλος απλά αυτό το γιατί φαίνεται.

ελc: Είστε ασκητικός ή σας ενδιαφέρουν οι απολαύσεις και ένας κόσμος με πολλές διαφοροποιήσεις και ποικιλία;
Γ. Κ.: Το να κοιτάξεις τον Παρθενώνα είναι μια απόλαυση. Η τέχνη μου δεν είναι γεννημένη για την απόλαυση και τον ηδονισμό.  Υπάρχει η ηθική και φυσικά ο έρως. Όλες οι κατασκευές έχουν μια ηθική αρχή και αυτό μπαίνει στους προβληματισμούς. Δείχνει το στόχο. Ο ηδονισμός δεν έχει στόχο.

 ελc: Η δουλειά σας δε σας δημιουργεί ευχαρίστηση;
Γ. Κ.: Πότε; Τελειώνοντας από εδώ, θα φύγω για τη Ρώμη και στη συνέχεια για τη Ρωσία για να κάνω κι εκεί μια έκθεση. Έχω πολύ λίγο χρόνο γι’ αυτή την απόλαυση. Άλλοι καλλιτέχνες έχουν χρόνο. Εγώ από την αρχή δεν είχα χρόνο.

ελc: Κατά την προετοιμασία των εκθέσεων δε χαιρόσαστε; Αισθάνεστε στρατευμένος; Ότι πρέπει να πείτε κάποια πράγματα;
Γ. Κ.:
Το χτίσιμο έχει μια διαλεκτική όψη. Όταν πας στη Ρωσία χωρίς τίποτα για να δουλέψεις εκεί, ο τόπος έχει το δικό του βάρος και οι άνθρωποι έχουν το δικό τους βάρος. Κάτι που ακούς επιτόπου. Η έλξη για να πας εκεί παίζει το δικό της ρόλο. Για να φτιάξεις ένα έργο πρέπει να πεις και να ακούσεις, ελπίζοντας ότι αυτά που ακούς θα σου αλλάξουν τη ζωή.

ελc: Άρα είναι η εμπειρία το πιο σημαντικό γεγονός.
Γ. Κ.: Η εμπειρία, το γιατί να κάνεις ένα κάδρο ακόμα.

ελc: Δεν ξέρω αν οι ερωτήσεις μου ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση.
Γ. Κ.: Όχι, ήταν πολύ σωστές. Δεν ξέρω αν οι απαντήσεις ήταν σωστές. Γιατί φυσικά μιλάμε για τις αρχές, δεν υπάρχει μονάχα η φόρμα. Ίσως δεν είναι μονάχα η λογική, είναι και το δράμα. Γιατί αυτά τα έργα είναι και δραματουργίες. Το θέλω να είναι γιατί πάντα -από την πρώτη ατομική έκθεση που παρουσιάστηκε ποτέ στον κόσμο- η δραματουργία ήταν η αφορμή. Στη ζωγραφική, γιατί ζωγράφος είμαι κι εγώ, σε μια σταύρωση ή στους πίνακες του Καραβάτζιο υπάρχει δραματουργία. Μέσα σ’ αυτή την παράδοση προβλέπεται. Με τον Μόντριαν είναι τελείως διαφορετικά, εμείς ζούμε στην ombrosita, εκεί που είναι οι σκιές. Η φυσιογνωμία culturale που ζει και πιστεύει στη σκιά. Εκεί που δεν υπάρχουν μονόχρωμα έργα. Η ταυτότητα βγαίνει από τις σκιές.

ελc: Αναφερθήκατε πριν στους Κυβιστές. Είναι το κίνημα που προτιμάτε;
Γ. Κ.: Όχι, αλλά είναι ένα κίνημα μακριά από τον Ιμπρεσιονισμό. Είναι ένα κίνημα φτιαγμένο μέσα στα δωμάτια. Ο Ιμπρεσιονισμός είναι φτιαγμένος στη φύση. Εγώ αγαπάω τη ζωγραφική που είναι φτιαγμένη μέσα στα δωμάτια, όπως στην Αναγέννηση.

ελc: Επειδή είναι τα έργα νοητικά δουλεμένα περισσότερο;
Γ. Κ.: Οπωσδήποτε. Όπως και η ζωή του θεάτρου είναι φτιαγμένη μέσα στις σιωπές. Γι’ αυτό μ’ αρέσει, όπως μ’ αρέσει και η σκιά. Είναι το ίδιο πράγμα, δεν έχουν ατμόσφαιρα. Μ’ αρέσουν τα πράγματα που δεν έχουν ατμόσφαιρα.

Το νέο έργο του Γιάννη Κουνέλλη παρουσιάζεται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.