Πρώτη σκηνή του «Χιόνια στο Κιλιμάντζαρο», ναυπηγείο στην Μασσαλία, εργάτες συγκεντρωμένοι σε μια προκυμαία, μια κληρωτίδα, ένας άντρας τραβάει από μέσα της μερικά ονόματα. Οι εργάτες αντιμετωπίζουν με ψυχραιμία τόσο την αναμονή όσο και το άκουσμα του ονόματος τους. Με τόση ψυχραιμία, που δυσκολεύεσαι να καταλάβεις αν η κλήρωση είναι για καλό ή για κακό. Και όμως είναι για ό,τι σημαντικότερο θα μπορούσε να αφορά την επαγγελματική ζωή τους. Θέμα της είναι ποιοί από αυτούς θα απολυθούν. Είκοσι ένας συνολικά. Θα φύγουν προκειμένου η επιχείρηση να μπορέσει να συνεχίσει να λειτουργεί. Ο άντρας που τραβάει τους κλήρους βγάζει και το δικό του όνομα. «Είσαι τρελός», του λέει ο διπλανός του. Δεν χρειαζόταν να μπει την κλήρωση. Ως μέλος του σωματείου εξαιρούνταν. «Όχι, θα ήταν προνόμιο». Και τέτοιο προνόμιο δεν το ήθελε. «Και πώς θα το πεις στη γυναίκα σου, τώρα;». Της το λέει κι εκείνη του απαντάει κάτι του στυλ πως έχει συνηθίσει πια να ζει με έναν ήρωα. Λίγο καιρό μετά έχουν επέτειο γάμου. Θα γίνει στον χώρο που δούλευε μια ζωή – το κανόνισαν οι πρώην συνάδελφοί του. Εκείνος επέμενε να είναι παρόντες στη γιορτή κι όλοι οι απολυμένοι. Έρχεται η τούρτα, αρχίζουν να τραγουδούν στο ζευγάρι το “Les Neiges du Kilimandjaro“. Τα παιδιά τους και οι φίλοι τους έχουν μαζέψει λεφτά. Τους δίνουν ένα κουτί, το ανοίγουν και κάτω από πενηντάευρα βρίσκουν δυο εισιτήρια για μια εβδομάδα στο Κιλιμάντζαρο. Λίγες μέρες μετά την επέτειο, εισβολή στο σπίτι τους, ένοπλη ληστεία, ρωτάνε πού έχουν κρυμμένα τα λεφτά, τα κλέβουν, αδειάζουν και τον τραπεζικό λογαριασμό τους. Όταν ο ένας από τους δύο ληστές απομακρυνθεί από το σπίτι και βγάλει την κουκούλα, θα δούμε ότι είναι ένας από τους απολυμένους, ένας νεαρός. Με μια σεναριακή ψιλοαπιθανότητα ο άντρας τον εντοπίζει. Έλα όμως που ο ληστής έχει τα δύο μικρά του αδέλφια να φροντίσει. Και τώρα τι κάνουμε; Ξανά τον ήρωα;

—-

Η απάντηση στις οθόνες. Εδώ ας επιστρέψουμε στον αρχικό του «ηρωισμό». Ένας άνθρωπος λοιπόν που ενώ δεν έχει νομική υποχρέωση, ρισκάρει οικειοθελώς να χάσει τη δουλειά του. Το προσωπικό παράδειγμα, η συνέπεια λόγων και έργων, το να μην μένεις έξω απ’ το χορό. Να μην συναινείς δηλαδή στην απόφαση να απολυθούν είκοσι ένας άνθρωποι για να επιζήσει το ναυπηγείο, ενώ γνωρίζεις εκ των προτέρων ότι δεν πρόκειται να είσαι ένας από αυτούς. Γιατί και με την καλύτερη των εκδοχών, με την εκδοχή ότι ειλικρινά και με όλη σου την ψυχή σταθμίζεις πως αυτή είναι η καλύτερη δυνατή λύση για τους ανθρώπους που εκπροσωπείς στο σωματείο σου, όταν δεν παίζει να είσαι ένας από τους δυνάμει απολυόμενους, υπάρχει ένα έλλειμμα στην απόφασή σου. Όταν όμως παίζει, αποφασίζεις και για τη δική σου ζωή, όχι μόνο για τη ζωή των άλλων. Όσο να ‘ναι πρόκειται για σημαντική διαφορά. Κι αν αυτό ισχύει σε συνδικαλιστικό επίπεδο μία, σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής εξουσίας θα έπρεπε να ισχύει στο πολλαπλάσιο. Όποιος παίρνει αποφάσεις που καθιστούν αβίωτο τον βίο κάποιων άλλων και όχι τον δικό του, αποφάσεις που θυσιάζουν άλλους και ποτέ τον ίδιο, παίρνει αποφάσεις που έχουν ένα, ίσως όχι τυπικό, αλλά πάντως ουσιαστικότατο νομιμοποιητικό κενό. Οι κοινωνίες χωρίς το προσωπικό παράδειγμα δεν πάνε πουθενά. Πολλώ μάλλον όταν εκείνοι που θα έπρεπε να το δίνουν, όχι μόνο θυσιάζουν χωρίς να θυσιάζονται, αλλά σε καταγγέλλουν κι από πάνω.

—-

Ας φύγουμε όμως από τα της Ελλάδας για να επιστρέψουμε στα της ταινίας. Το παράδοξο είναι πως ο άντρας που έδωσε το παράδειγμα, όχι μόνο ληστεύεται, αλλά όταν έρχεται τετ α τετ με τον ληστή του, εκείνος τον κατηγορεί για τον τρόπο που χειρίστηκε το θέμα των απολύσεων. Η διαφορά μαζί του δεν είναι απλά και μόνο διαφορά εσύ είχες λεφτά – εγώ δεν είχα, αλλά είναι και διαφορά ουσίας: «Πήρα την πιο δίκαιη απόφαση». «Όχι, συμβιβάστηκες». «Μα τι πιο δίκαιο από την κλήρωση;» «Ας απολύονταν εκείνοι που είχαν περιουσιακά στοιχεία, εκείνοι που δουλεύουν οι γυναίκες τους, ας μοιραζόμαστε το κόστος, σε τελική ανάλυση αν καμία λύση δεν λειτουργούσε ας καταστρέφαμε την επιχείρηση». Εσύ -του λέει- έχεις ούτως ή άλλως να λαμβάνεις την αποζημίωσή σου και τη συνταξάρα σου. Έχεις ήδη κερδίσει. Έχεις ήδη κερδίσει γιατί πρόλαβες και δούλεψες σε χρόνια διαφορετικά από τα δικά μου. Τι είδους χρόνια ήταν αυτά όμως; Χρόνια που οι οικονομίες και οι επιχειρήσεις ήταν ελέω μη έλευσης της παγκοσμιοποίησης αρκούντως ανταγωνιστικές για να αντέξουν αξιοπρεπείς μισθούς; Ή μήπως χρόνια που πολιτικά ακόμη υπήρχε το κλίμα που δεν επέτρεπε την επίθεση σε μισθούς και δικαιώματα; Μια ευρύτερη οπτική του θέματος δίνει σε ένα εξαιρετικό κείμενό του για την ταινία ο Αντώνης Λιάκος.

——-

Σκανδαλίζει να έχεις και να μην έχω. Να μπορείς και να μην μπορώ. Ακόμα περισσότερο όταν το βλέπω, όταν γίνομαι μάρτυρας του δώρου που σου δίνουν για την επέτειο του γάμου σου, ενώ εγώ έχω δύο αδέλφια που πρέπει να θρέψω. Μου φαίνεται άδικο. Είναι η ορατή αδικία, η αδικία εκείνου που βλέπεις, εκείνου που είναι προσβάσιμος, εκείνου που είναι σαν εσένα, αλλά πρόλαβε και τα κατάφερε καλύτερα από εσένα. Γιατί εκείνον που δεν είναι σαν εσένα, εκείνον που έχει πάρα πολλά περισσότερα από ένα σπίτι ή ένα αυτοκίνητο, δεν μπορείς καν να τον αγγίξεις. Η αδικία από γενιά σε γενιά, η ανισότητα των βαρών ανάμεσα στην ίδια τάξη. Ο σκηνοθέτης Ρομπέρ Γκεντιγκιάν λέει σε συνέντευξή του για την ταινία: Για μένα, ένα από τα πιο σοβαρά θέματα στη σημερινή κοινωνία είναι ότι δεν υπάρχει πια ταξική συνείδηση. Με την έννοια ότι δεν μπορείς πια καν να πεις «εργατική τάξη», γι’ αυτό μιλάω για «φτωχούς ανθρώπους». Αλλά, η πραγματική επίγνωση του να είναι κανείς «φτωχός άνθρωπος» δεν υπάρχει. Όπως είναι η κατάσταση, δεν υπάρχουν πια στην Γαλλία αυτές οι τεράστιες βιομηχανικές οντότητες όπου το ΄70 και το ΄80, τρεις χιλιάδες εργάτες θα έβγαιναν από το εργοστάσιο. Η ταξική συνείδηση εκείνον τον καιρό ήταν όχι μόνο πιθανή, αλλά και ευνόητη: την ενσάρκωναν οι χιλιάδες άνθρωποι με τις εργατικές φόρμες, αυτοί οι εργάτες «με τα μπλε κολάρα». Και, φυσικά, αυτοί οι άνθρωποι ήταν μαζί είχαν κοινά συμφέροντα, ακόμα και όταν είχαν διαφορετικές ταυτότητες. Δεν είναι δύο τύποι πληθυσμών: oι αυτόχθονες, εργαζόμενοι, που ανήκουν σε σωματεία και έχουν σπίτια από την μία, και από την άλλη οι άνεργοι μετανάστες, οι εγκληματίες από το κέντρο της πόλης ή τα φτωχά προάστια. Η πολιτική και το σινεμά μπορούν να ξεσκεπάσουν αυτή την διανοητική απάτη.

Από την άλλη αυτή ακριβώς η επίθεση από έναν συνάδελφό του, από έναν άνθρωπο που υπερασπιζόταν μέσω του σωματείου του, από έναν άνθρωπο της τάξης του είναι που σοκάρει διπλά το θύμα. Λέει στη γυναίκα του. «Είμαστε στη βεράντα μας, πίνουμε τα ποτά μας. Πώς θα βλέπαμε τους εαυτούς μας με την ματιά που είχαμε όταν είμαστε εικοσάρηδες; Σαν μπουρζουάδες;» «Όχι», του απαντάει εκείνη. «Θα σκεφτόμαστε ότι αφού αυτοί οι δυο άνθρωποι φαίνονται ευτυχισμένοι δεν γίνεται να απέκτησαν ό,τι απέκτησαν εις βάρος άλλων ανθρώπων, δεν γίνεται να στηρίζουν την ευτυχία τους εις βάρος άλλων ανθρώπων». Κι ίσως αυτή είναι η μεγαλύτερη παγίδα: μέχρι τώρα ήξερες πως αν εργάζεσαι τίμια και παίρνεις το μισθό σου, δεν απέκτησες τίποτα εις βάρος κανενός. Τώρα αρχίζει να διαχέεται το ιδεολόγημα, πως φυσικά και απέκτησες ό,τι απέκτησες εις βάρος κάποιων, το απέκτησες εις βάρος των νεότερων γενιών, καθώς η οικονομία κατέρρευσε επειδή είχες δυσβάσταχτα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα .

—-

Στο «Lady Jane» ο Γκεντιγκιάν είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με την προβληματική για το αδιέξοδο της εκδίκησης, για το αν μπορεί να μπει κάπου τέλος στον φαύλο κύκλο της. Η απόσταση από την δυσανάλογη κατανομή των εισοδημάτων και των αγαθών ως το έγκλημα δεν είναι και τόσο μεγάλη. Ιδιαίτερα δεν είναι και τόσο μεγάλη όταν το δικό σου ποσοστό από την κατανομή δεν σου επιτρέπει να τα βγάζεις πέρα. Η απόσταση από την εκδίκηση για το έγκλημα (εκδίκηση που μπορεί να έχει και την μορφή της επιδίωξης της νόμιμης τιμωρίας του δραστή) ως την κατανόηση για τις αιτίες που το προκάλεσαν και την αλληλεγγύη είναι πολύ μεγαλύτερη, αν όμως καλυφθεί, τότε έχει επιτευχθεί κάτι αξιοθαύμαστο.

—–

Μια μάνα που αδιαφορεί σε βαθμό σοκαριστικό για τα μικρά παιδιά της, που όχι μόνο τα εγκαταλείπει απροστάτευτα, αλλά που πραγματικά δεν δείχνει να της καίγεται καρφί με ποιόν τρόπο θα ζήσουν, ακόμα και αν μπορούν θα ζήσουν. Όταν της ζητάνε το λόγο, αντιδρά ωρυόμενη. Οι άντρες της ήθελαν παιδιά – όχι εκείνη. Οι άντρες της που την εγκατέλειψαν κι αυτήν και τα παιδιά της. Για ένα διάστημα τα μεγάλωνε μόνη της. Αλλά πόσο να συνέχιζε έτσι; Δεν είναι ακόμα ούτε σαράντα. Γυμνή την περνούν και για τριάντα, παρότι έχει κάνει τρια παιδιά. Τα λέει αυτά φωνάζοντας, τα λέει και την πνίγει το δίκιο. Δεν είναι ναρκομανής, δεν είναι αλκοολική, έχει δουλειά, απλά αδιαφορεί για τα παιδιά της και ενδιαφέρεται για την ίδια. Η συνείδηση είναι παράξενο πράγμα. Κάποιους μπορεί να τους βασανίζει ακόμα κι όταν τους ληστεύουν, κάποιους να τους επιτρέπει να παρατούν τα παιδιά τους στο έλεος της τύχης.