Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας κλείνει φέτος 19 χρόνια παρουσίας και οι «Νύχτες Πρεμιέρας» είναι το αναμφισβήτητο κινηματογραφικό γεγονός της πόλης, που έχει ξεκίνησει από τις 18 του μηνός για να ολοκληρωθεί την Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου. Ας πούμε εδώ δυο λόγια για τέσσερις από τις ταινίες του, εν μέρει σκόπιμα επιλεγμένες, εν μέρει τυχαία, καθώς αν το ένα σκέλος της γοητείας ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ είναι να δεις ταινίες που δε θες να χάσεις, το άλλο σκέλος είναι να βλέπεις και ταινίες που κανονικά δε θα έβλεπες, αλλά είτε σε βολεύει η μέρα και η ώρα, είτε η διπλανή αίθουσα είναι ήδη γεμάτη κ.λπ. Υπό μία έννοια δηλαδή ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ είναι ένας χώρος που μπορεί να συνυπάρξει η συνειδητή και η συμπτωματική συνάντηση με ένα έργο.

Το “Κοn – Tiki”  των Ζοακίμ Ρένινγκ και Έσπεν Σάντμπεργκ βρέθηκε στις περσινές υποψηφιότητες για όσκαρ καλύτερης ταινίας με τη Νορβηγία και παρακολουθώντας το καταλαβαίνει κανείς το γιατί. Είναι βασισμένο στην αληθινή ιστορία του ανθρωπολόγου Θορ Χέγερνταλ που αναπτύσσει τη θεωρία πως η Πολυνησία δεν εποικήθηκε από τα δυτικά -όπως είναι ακόμα και σήμερα η κρατούσα επιστημονική γνώμη- αλλά από τη Λατινική Αμερική. Όταν βλέπει πως η θεωρία του δεν πείθει κανέναν, επειδή εκτός όλων των άλλων οι ιθαγενείς δεν είχαν στη διάθεσή τους τα πλοία εκείνα που θα καθιστούσαν εφικτό ένα τέτοιο ταξίδι, αποφασίζει να αποδείξει πως μπορούσε να γίνει το ταξίδι από τη Λατινική Αμερική στην Πολυνησία με μια σχεδία, χωρίς μηχανικά μέσα. Κάπως έτσι λίγοι Σκανδιναβοί βρίσκονται το 1947 πάνω σε μια σχεδία για περισσότερες από 100 μέρες και διασχίζουν 4.300 ναυτικά μίλια σε μια αποστολή που μοιάζει αυτοκτονική, αλλά καταλήγει να είναι θρυλική. Ο Χέγερνταλ έγραψε βιβλίο με την αφήγηση του ταξιδιού που πούλησε παγκοσμίως εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ το ντοκιμαντέρ για την αποστολή κέρδισε το όσκαρ το 1951. Μεγάλες εικόνες, σινεμά κλασικό και ανδρικό, με την καλή έννοια των όρων. Μια ταινία για έναν ήρωα με όραμα, γυρισμένη με τη σειρά της με όραμα. Στο μάτι του πρωταγωνιστή λάμπει εκτός από το όραμα, κάτι από την αποκοτιά ως την σχεδόν τρέλα που συναντάμε από τους ήρωες του Χέρτζοκ μέχρι τον Λόρενς της Αραβίας.

Σε μια προβολή στην Ταινιοθήκη, στην οποία επακολούθησε και συζήτηση για το συνολικό έργο του Χρήστου Βακαλόπουλου, προβλήθηκε η μοναδική μεγάλου μήκους ταινία που υπογράφει μόνος του, η  “Όλγα Ρόμπαρντς”. Παλιά κουρέματα που μοιάζουν σήμερα τόσο παράταιρα, παλιά σορτσάκια των ερασιτεχνών μπασκετμπολιστών πίσω από τη Λεωφόρο, παλιές κούκλες, παλιές αντλίες βενζίνης, παλιά λούνα παρκ, παλιές φόρμες του Άρη Θεσσαλονίκης, όταν παρακολουθείς την ταινία σήμερα εισπράττεις την προστιθέμενη αξία της αποτύπωσης μιας άλλης εποχής, μιας εποχής που μοιάζει τόσο μακρινή, ίσως γιατί η Ρόμπαρντς γυρισμένη το 1989 δεν κινηματογραφεί μόνο το τέλος της δεκαετίας του ’80, κινηματογραφεί μαζί της το τέλος της εποχής που δεν υπήρχε ακόμη ιδιωτική τηλεόραση. Η «Όλγα Ρόμπαρντς» είναι μια ταινία κινηματογραφοφιλική, «αθηνοφιλική», με ποιητική ματιά και ταυτόχρονα με χιούμορ και ελαφράδα, μια ταινία ύμνος στις αθηναϊκές ταράτσες, μια ταινία γεμάτη γαμάτες ατάκες («Στη ζωή υπάρχουν δυο κατηγορίες ανθρώπων: αυτοί που κάθονται και περιμένουν να τους συμβούν όλα όσα τους έχουν υποσχεθεί ότι θα τους συμβούν και αυτοί που πιστεύουν ότι όλα μπορούν να τους συμβούν». «Όσοι ζουν, ερωτεύονται και δολοφονούν από ψηλά είναι πρωτοπόροι» «-Την είδες ή την άκουσες; -Την είδα. -Τότε είσαι άτυχος γιατί τα φαινόμενα απατούν και τα ακούσματα φανερώνουν». «-Γιατί οι άνθρωποι έχουν τόσο πρόβλημα να συνεννοηθούν από το τηλέφωνο; -Επειδή δεν έχουν απέναντί τους το πρόσωπο του άλλου»). Αν θέλουμε βέβαια να είμαστε δίκαιοι σε ένα πρώτο επίπεδο πλοκής και ηρώων, δεν λειτουργεί καθόλου, πίσω από αυτό όμως είναι μια ταινία που μπορείς αβίαστα να αγαπήσεις, γιατί σημασία δεν έχει τόσο το ότι η σχέση του ζευγαριού που του παίζει ακορντεόν ο πλανόδιος μουσικός είναι ουσιαστικά αέρας, σημασία έχει ο ίδιος ο ακορντεονίστας και όλη η αλήθεια και η συγκίνηση που βγαίνει από την κινηματογράφηση αυτής της βιωματικής εικόνας.

«Το Φόρεμα» είναι μια ταινία του 1996 που προβλήθηκε, στο πλαίσιο του αφιερώματος στον Ολλανδό σκηνοθέτη Άλεξ Φαν Βάρμερνταμ, ο οποίος μάλιστα ήρθε στην Αθήνα για το φεστιβάλ, συνομίλησε με το κοινό και έδωσε κι ένα Μasterclass. Με ένα ευφυές και πλούσιο σενάριο, παρακολουθούμε την ιστορία ενός φορέματος (όπως, ας πούμε, θα παρακολουθούσαμε την ιστορία της «Κάλπικης λίρας») από τότε που ακόμα είναι πρώτη ύλη και βαμβάκι μέχρι που θα αποτυπωθεί και σε ζωγραφικό πίνακα. Και μέσα από αυτή τη διαδρομή παρακολουθούμε ιστορίες ανθρώπων: ο σχεδιαστής του φορέματος, οι υπεύθυνοι της εταιρείας που θα το παράξουν, η γυναίκα που το πρωτοαγοράζει, το πώς αλλάζει διαδοχικά χέρια. Η ταινία θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι ένα περίεργο υβρίδιο Αλμοδοβάρ και Χάνεκε, καθώς επιλέγει το κωμικό ως σουρεαλιστικό κοίταγμα σε μια σειρά όχι απλά δυσλειτουργικών σχέσεων, αλλά αποτυπώνοντας μια χανεκική κεντροευρωπαϊκή δυστοπία, μια αποξένωση, ένα φουλ της επιθετικότητας, λόγια σκληρά και αδιαφορία μέσα σε «φυσιολογικές» σχέσεις, κι από την άλλη άνθρωποι που αναζητούν απεγνωσμένα ένα φιλάκι, είτε από τη για δεκαετίες γυναίκα τους, είτε από μια μεσήλικη άστεγη, είτε επί πληρωμή ένα φιλάκι, και διαταραγμένοι stalkers, που επιζητούν κι αυτοί την ανθρώπινη ζεστασιά διατεινόμενοι πως είναι φυσιολογικοί.

Το “Upstream Color” («Kόντρα στο Ρεύμα») του Σέιν Καράθ είναι μια σπάνια κινηματογραφική εμπειρία. Βλέποντας την ταινία, χωρίς να ξέρεις κάτι για αυτήν, προσπαθείς να βγάλεις νόημα και σε μεγάλό βαθμό δε βγάζεις (εγώ τουλάχιστον δεν έβγαλα). Διαβάζοντας μετά στη Wikipedia, διαπιστώνω πως υπάρχει νόημα, καθώς υπάρχει αναλυτικά η πλοκή της. Αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν είναι καλύτερα όταν βλέπεις την ταινία να καταλαβαίνεις ακριβώς τι γίνεται. Ίσως είναι περιοριστικό, ίσως της κάνει και κακό, ίσως είναι καλύτερο να δίνεις τις δικές σου ερμηνείες, ίσως είναι καλύτερα να αφήνεσαι και να μένεις με το στόμα ανοιχτό για το πώς έχει γυριστεί αυτή η ταινία, για το πώς έχει μονταριστεί, για το πόσο απίστευτα δομημένη είναι. Είναι μια ταινία που σαφώς σε καλεί να τη δεις και να την ξαναδείς και για να την αποκωδικοποιήσεις, αλλά ακόμα περισσότερο για να την απολαύσεις. Δύσκολο, αλλά οργασμικό σινεμά.