Στο «Κουρδιστό πορτοκάλι», την επική ελεγεία πάνω στη βία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, είναι χαρακτηριστική η σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής, καθηλωμένος στην καρέκλα και καταναγκασμένος να έχει τα μάτια του ανοιχτά, υποβάλλεται στην παρακολούθηση μαγνητοσκοπημένων σκηνών βίας, προκειμένου να «θεραπευτεί». Κάπως έτσι ένιωσα το βράδυ του περασμένου Σαββάτου στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, στριμωγμένη ανάμεσα σε μερικές δεκάδες θεατών, ένα επίπεδο υπό του εδάφους, καθώς παρακολουθούσα τον «Μουνή», το διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου που ανέλαβε να φέρει επί σκηνής με την ομάδα 4Frontal ο Παντελής Δεντάκης.

Μια δυσφορία που όλο και κλιμακωνόταν και την οποία διαδέχτηκε μια απροσδιόριστη θλίψη και μετά ξανά έντονη δυσφορία και στο τέλος ένα αίσθημα θυμού. Ήταν τόσο κακή η παράσταση; – είναι το (πρώτο) ερώτημα που προκύπτει εύλογα. Όχι. Το αντίθετο. Θα έλεγα μάλιστα ότι πρόκειται για μια πολύ καλή παράσταση – με εξαιρετικές ερμηνείες, άποψη, συνέπεια, αισθητική, μια παράσταση καλοκουρδισμένη προς την επίτευξη του στόχου της: να δώσει θεατρική πνοή στο διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου.

Όμως η Λένα Κιτσοπούλου δεν είναι απλή περίπτωση δημιουργού. Αντιθέτως, το όνομα της είναι «εγγύηση» ότι κάτι ακραίο συναισθηματικά μας περιμένει. Από την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με το έργο της, τη βραβευμένη συλλογή διηγημάτων «Νυχτερίδες», τα συναισθήματα ήταν ακριβώς τα ίδια: μια έντονη ορμή να πετάξω το βιβλίο μακριά, παράλληλα με την αδιαμφισβήτητη παραδοχή του συγγραφικού της οίστρου και ταλέντου – και ένας θυμός έντονος και κλιμακούμενος που κατέληγε στην ίδια θλίψη για τον αρρωστημένο πυρήνα της οικογένειας και της κοινωνίας που τόσο γλαφυρά παρουσιάζει η Κιτσοπούλου ως νομοτελειακό, αναπόφευκτο, συντριπτικό γεγονός.

Το ίδιο και στον «Μουνή», όπου η Κιτσοπούλου καταπιάνεται με την αγαπημένη της επαρχία και μας μεταφέρει σε ένα ελληνικό χωριό κάπου τη δεκαετία του ’80 («η επαρχία είναι ένας χώρος που με εμπνέει πολύ και βυθίζομαι μέσα της. Είμαι ικανή να καθίσω σε μια ταβέρνα για ώρες, να πιάσω κουβέντα με τον ταβερνιάρη, ν’ ακούσω ιστορίες από τους ντόπιους, κουτσομπολιά για συμπεριφορές, αιμομιξίες. Τρελαίνομαι να ακούω, να βλέπω και να μπαίνω στις ζωές άλλων. Φεύγω από την Αθήνα για μήνες», δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή της). Η Κιτσοπούλου μας «πετάει στα μούτρα» μια κλειστή κοινωνία σήψης, υποκρισίας και συνενοχής που τρέφεται από τη δυστυχία, από το αίμα των άλλων. Ένα ψηφιδωτό ανθρώπων και οικογενειακών τραγωδιών συνθέτουν τον κόσμο του «Μουνή». Ήρωες ανάπηροι και ακρωτηριασμένοι, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ασκούν βία και υπόκεινται στη βία – βία συζυγική, γονεϊκή, σεξουαλική, ψυχολογική. Ένα κομμένο παιδικό αυτί απλωμένο σαν μπουγάδα από τα χέρια του «κερατά» πατέρα του / μια κόρη δεμένη χειροπόδαρα και κρεμασμένη στο τσιγκέλι προκειμένου να μην πάει στον γάμο / μια μυστική εγκυμοσύνη και ένας βιαστικός, σικέ γάμος με έναν σακάτη / ο δημόσιος (σεξουαλικός) εξευτελισμός ενός αγοριού προκειμένου να «ανδρωθεί». Αυτά -και άλλα πολλά- καταναλώνονται ηδονικά, σαρδόνια και άκρως σαδιστικά από τη μικρή κοινωνία του χωριού. Ένα ζωντανό «splatter» θέαμα σε μια προ reality show εποχή, όπου το καφενείο, το κομμωτήριο, το παραδοσιακό γαμήλιο γλέντι αντικαθιστούν τους τηλεοπτικούς δέκτες.

Αυτό το ψηφιδωτό, που τόσο γλαφυρά ζωντανεύει ο λόγος της Κιτσοπούλου, ομολογουμένως το ίδιο ζωηρά πρέπει να αποτυπωθεί και επί σκηνής. Δεν παίρνεις ένα «αρρωστημένο» κείμενο για να το εξομαλύνεις ανεβάζοντάς το, αλλά για να το αναδείξεις. Από αυτή την άποψη, δεν μπορώ παρά να επισημάνω ότι ο Παντελής Δεντάκης έκανε εξαιρετική δουλειά. Πήρε τον σαν χείμαρρο λόγο της Κιτσοπούλου και τον μετέτρεψε σε μία αντίστοιχα χειμαρρώδη παράσταση. Μια παράσταση που, όπως και η δημιουργός του διηγήματος, δεν εκθέτει ακριβώς αλλά μας «πετάει στα μούτρα» τα δρώμενα. (Άραγε, θα μπορούσε η παράσταση να σταθεί ως ελληνική εκδοχή του in-yer-face-theatre;) Μάλιστα, το σημαντικότερο επίτευγμα του σκηνοθέτη είναι ο τρόπος με τον οποίο αναπαριστά τη βία επί σκηνής – όχι μόνο στις μεμονωμένες πράξεις αλλά στη συνολική ατμόσφαιρα σήψης που δημιουργεί: δεν βασίζεται στον ρεαλισμό, αλλά στον συμβολισμό, την υπερβολή, την επανάληψη, τη διόγκωση, το μαύρο χιούμορ και τα αφήνει να δράσουν ύπουλα και άκρως αποτελεσματικά. Επιμέρους έπαινοι πρέπει να διατυπωθούν επίσης για τις ερμηνείες των πέντε ηθοποιών, για τη δουλειά πάνω στο κείμενο και τον λόγο, την πετυχημένη αναμέτρηση με το δίπολο αφήγηση-δράση, για τημουσική και τα κοστούμια, που συνείσφεραν τα μέγιστα στην οπτικοποίηση της εποχής και του τόπου.

Το θέατρο, όμως, ως αισθητική απόλαυση πρωτίστως, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως υποκειμενική εμπειρία. Αυτή την απόλαυση, που δεν σχετίζεται φυσικά με το θέμα του έργου αλλά με τον «μαγικό» εκείνο συντελεστή που κάνει ακόμη και το πιο «μαύρο» θέαμα να αποτελεί πηγή μέγιστης ευχαρίστησης και ψυχ-αγωγίας, προσωπικά, δεν κατάφερα να τον βρω στην εν λόγω δουλειά. Αντιθέτως, η παράσταση στάθηκε για μένα ένα αβάσταχτο μαρτύριο. Πάντως, δεν θα επέμενα τόσο πολύ στο θέμα της προσωπικής εμπειρίας, αν δεν διαισθανόμουν ότι κάτι τέτοιο δικαιολογείται -αν δεν είναι ακόμη και στόχος της- από την ίδια την παράσταση. Όπως ακριβώς η αναμέτρηση με το κείμενο στάθηκε για τους ηθοποιούς μια ιδιαίτερη, δύσκολη διαδικασία, καθώς τους ανάγκασε να έρθουν αντιμέτωποι με τις σκοτεινές πλευρές τους (κατά τα λεγόμενα του σκηνοθέτη), είναι λογικό από την ίδια διαδικασία να περνούν και οι θεατές, και να εκδηλώνουν πολύ προσωπικές σε κάθε περίπτωση αντιδράσεις.

Και μια που άνοιξα με κινηματογραφική αναφορά, ας κλείσω με άλλη μία: ο «Μουνής» της Λένας Κιτσοπούλου και του Παντελή Δεντάκη νομίζω ότι είναι κάπως σαν τις ταινίες του Λαρς φον Τρίερ: λίγους θα τους αφήσουν αδιάφορους – οι υπόλοιποι ή θα τις λατρέψουν ή θα τις μισήσουν. Συχνά για τον ίδιους ακριβώς λόγους.

Η θεατρική παράσταση «Ο Μουνής» συνεχίζεται και φέτος για λίγες παραστάσεις από τις 25 Φεβρουαρίου, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.