Η είδηση της άφιξης του Paul Auster στην Αθήνα στοιχειώνει εδώ και πολλές εβδομάδες τους Έλληνες αναγνώστες του αλλά και το βιβλιόφιλο κοινό εν γένει, καθώς ο μεγάλος Αμερικανός συγγραφέας, ένας  ζωντανός μύθος, βρίσκεται για πρώτη φορά στη χώρα μας. Το πρωινό αυτής της Τρίτης με βρήκε να περιπλανιέμαι υπνωτισμένη στα στενά της Πλάκας με κατεύθυνση το κτίριο του Ιδρύματος Ωνάση, όπου μια μικρή ομάδα τυχερών δημοσιογράφων έμελε να έχει την τιμή να συνομιλήσει με τον συγγραφέα μία ημέρα πριν από την συνομιλία του στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών με τον Ηλία Μαγκλίνη στο πλαίσιο του προγράμματος «Ελεύθεροι σκοπευτές». Χωρίς να έχω καλοκαταλάβει πώς, βρέθηκα στο σαλονάκι του ιδρύματος μαζί με μερικούς ακόμη δημοσιογράφους, να κρεμόμαστε κυριολεκτικά από τα χείλη του Auster, ατάκτως εριμμένοι σε βαρύτιμα χαλιά και καναπέδες. Εκείνος καθισμένος αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα, μας φέρθηκε σαν φιλόξενος οικοδεσπότης, ανοίγοντας μια κρυφή καταπακτή και αφήνοντάς μας να εισβάλουμε για λίγο στο σύμπαν του. Για κάτι παραπάνω από μια ώρα ασταμάτητης κουβέντας, γίναμε λοιπόν ακροατές και συνεργοί μιας ακόμη οστερικής αφήγησης.

Περί συγγραφής

Με αφορμή ερώτηση για τη γνώμη του σχετικά με την ποιότητα της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας, ο Auster από το ξεκίνημα κιόλας της συζήτησής μας αναφέρει ονόματα υπερηλίκων ομοτέχνων του όπως ο William Gass και ο Philip Roth και ο Don Delillo, παραθέτοντάς τους ως παραδείγματα για να στηρίξει τη διαπίστωσή του πως λόγω του ότι οι άνθρωποι ζουν περισσότερο πλέον, γράφουν και περισσότερο. «Αν λογαριάσετε τους μεσήλικες και τους νεότερους συγγραφείς, θα δείτε πως υπάρχει πολύ έντονη συγγραφική και πνευματική δραστηριότητα στην Αμερική» μας λέει. «Το πρόβλημα δεν είναι πως δεν υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν καλά βιβλία, αλλά πως δεν υπάρχουν άνθρωποι που να διαβάζουν τα βιβλία αυτά». Ο ίδιος εξομολογείται πως γράφει τον τελευταίο ενάμιση χρόνο το επόμενό του μυθιστόρημα και υπολογίζει πως θα του πάρει δύο ακόμη χρόνια για να το τελειώσει, μια και είναι το πιο μακροσκελές έργο που έχει γράψει ως τώρα. Δεν μας αποκαλύπτει ωστόσο τον τίτλο για να μην το γρουσουζέψει, όπως λέει. Πάντως είναι πολύ ενθουσιασμένος γιατί πρόκειται για κάτι νέο, με το οποίο δεν έχει καταπιαστεί μέχρι τώρα.

 Μας επιβεβαιώνει το γεγονός ότι ακόμη κι αυτό το γράφει, όπως και όλα του τα έργα, σε σημειωματάρια με στιλό κι έπειτα το δακτυλογραφεί στην αγαπημένη του γραφομηχανή που φέρει το «πολύ ωραίο ελληνοπρεπές όνομα Olympia», και την οποία φυλάει ως κόρη οφθαλμού, αγωνιώντας για το γεγονός πως μόνο ένας τεχνίτης σε ολόκληρη τη Ν. Υόρκη μπορεί να την επιδιορθώσει. Έπειτα η βοηθός του περνάει τα δοκίμια στον υπολογιστή κι εκεί γίνονται οι τελικές διορθώσεις. «Δεν είμαι σε καμία περίπτωση κατά της τεχνολογίας, απλώς δε μου αρέσουν οι υπολογιστές. Δεν έχω καν κινητό. Για την ακρίβεια είχα κάποτε ένα, αλλά εφόσον δεν το χρησιμοποιούσα, αποφάσισα να το δώσω στην έφηβη κόρη μου. Δεν νιώθω την ανάγκη να έχω κινητό, όποιος θέλει πραγματικά να επικοινωνήσει μαζί μου, μπορεί να με βρει. Από την άλλη, βλέπω τη σύζυγό μου, τους φίλους μου, τους πάντες, που παραπονιούνται πόσο χρόνο ξοδεύουν για να διαβάζουν και να γράφουν τα email τους».

Μία ώρα με τον Paul Auster

«Η Τριλογία της Νέας Υόρκης είναι το βιβλίο με το οποίο με ανακάλυψε ο κόσμος, αλλά προσωπικά δεν το σκέφτομαι καθόλου πια. Πάει τόσος καιρός και θεωρώ πως τα μεταγενέστερα έργα μου είναι πιο ενδιαφέροντα και ολοκληρωμένα. Η Τριλογία είναι ένα πρωτόλειο, δεν έχω κάτι εναντίον του, απλώς πάω παρακάτω». Και μας αναφέρει γελώντας την περίπτωση του φίλου του Lou Reed που δεν υπήρχε τραγούδι που να μισεί περισσότερο από το Take a Walk on the Wild Side. «Εμένα πάντως μου αρέσει πολύ το Take a Walk on the Wild Side!» συμπληρώνει γελώντας.

Τον ρωτάμε για τον τρόπο που γράφει. «Ποτέ δεν ξεκινάω από μια ιδέα. Δε λέω ποτέ πως θέλω να γράψω ένα βιβλίο με το τάδε θέμα. Απλώς εκεί που κάνω κάτι άλλο κάτι εισβάλλει στη σκέψη μου, συχνά κάτι πολύ αδιόρατο, ή κάποιος χαρακτήρας εισβάλει στο μυαλό μου, ένας ρυθμός, μια μελωδία και μετά προστίθεται σε αυτό κάτι άλλο, βήμα βήμα. Είναι μια διαδικασία που μπορεί να πάρει μήνες ή σε μερικές περιπτωσεις και χρόνια. Συνήθως αντιστέκομαι γιατί έχω πολλές ιδέες, μερικές εκ των οποίων είναι απλώς απαίσιες. Κάποιες όμως επιστρέφουν, επιμένουν και απαιτούν να τους δώσω προσοχή ώσπου με κολλάνε στον τοίχο και αναγκάζομαι να τους πω “για να δω τι μπορώ να κάνω” και κάπως έτσι ξεκινάω και με την πρώτη πρόταση πηδώ μες στο βιβλίο».

«Δεν είμαι από εκείνους τους συγγραφείς που χειρίζονται τους ήρωές τους σαν μαριονέτες. Οι ίδιοι μου λένε ποιοι είναι. Θα σας πω μια ιστορία: 20 χρόνια πριν έγραψα μια νουβέλα με τίτλο «Music of Chance». Δημιουργήθηκε τότε γενικώς ένα ενδιαφέρον στον κόσμο του κινηματογράφου να γίνει ταινία. Ένας αρκετά επιτυχημένος παραγωγός λοιπόν μου τηλεφωνεί και μου λέει “Το λατρεύω αυτό το βιβλίο. Πραγματικά το λατρεύω, περισσότερο από κάθε τι στον κόσμο. Πρέπει να το κάνω ταινία». Κι εγώ λέω ωραία. “Υπάρχει όμως ένα μικρό θέμα που πιστεύω πως πρέπει να αλλάξουμε. Έχεις αυτούς τους πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες, τον Flower και τον Stone, που από ένα σημείο και μετά φεύγουν από την ιστορία και πιστεύω πως πρέπει να τους φέρουμε πίσω”. Του εξηγώ πως δεν μπορώ να το κάνω αυτό, οι ήρωες φεύγουν και δε γυρνάνε πίσω. “Φυσικά και μπορείς. Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Είσαι ο συγγραφέας!” “Όχι, δεν ακριβώς έτσι τα πράγματα” του λέω. Είναι σαν να ξαναζεί το διάλογο με την ίδια ένταση.

Περί της αγοράς του βιβλίου

Ο Auster ήταν ένας από τους συγγραφείς της πρωτοβουλίας Authors United που τοποθετήθηκαν κατά του Amazon με αφορμή τη διαμάχη του με τον εκδοτικό όμιλο Hachette. «Το Amazon είναι βλαβερό γιατί καταρχάς δε νοιάζεται για τα βιβλία. Το μόνο που το ενδιαφέρει είναι να επιβάλει ένα νέο μοντέλο εμπορικής επιχείρησης και το πρώτο προϊόν που επέλεξε για να το εφαρμόσει είναι το βιβλίο. Και αναμφίβολα είναι πολύ αποτελεσματικό, δεδομένου ότι παραγγέλνεις ένα βιβλίο και το έχεις στα χέρια σου σε μια-δυο μέρες, ακόμη κι όταν πρόκειται για πολύ δυσεύρετα βιβλία. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα μισά βιβλία που πωλούνται σήμερα στις ΗΠΑ προέρχονται από το Amazon, γεγονός που σκοτώνει ασφαλώς τα βιβλιοπωλεία. Το Amazon λέει στον πελάτη είναι “πήγαινε στο βιβλιοπωλείο, βρες το βιβλίο που θες και μετά παράγγειλέ το από εμάς”. Αυτό που θέλουν να κάνουν στην πραγματικότητα είναι να καταστρέψουν το θεσμό του βιβλιοπωλείου, το έχουν δηλώσει ρητά εξάλλου πως δεν επιθυμούν κανενός είδους μεσάζοντα. Τα βιβλιοπωλεία αποφασίζουν ποιο βιβλίο και ποιον εκδότη θα βάλουν στο κατάστημα, σε αντίθεση με το Amazon που το ενδιαφέρει απλώς να έχει μια αχανή ποσότητα βιβλίων. Νομίζω ότι αν ακολουθήσουμε το σκεπτικό του Amazon ως το τέλος, τότε θα φτάσουμε σε ένα σημείο όπου κάθε συγγραφέας θα είναι ο εκδότης του εαυτού του. Κα τότε θα επικρατήσει το απόλυτο χάος. Επιπλέον, το Amazon πουλάει σχεδόν σε τιμές κόστους, γεγονός που αναγκάζει τους εκδότες να αυξήσουν τις τιμές, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να επιβιώσουν διαφορετικά. Οπότε το Amazon επιχειρεί να εξοντώσει και τους εκδότες με αυτό τον τρόπο».

Περί κινηματογράφου

Ο Auster είναι, μεταξύ άλλων, λάτρης του κινηματογράφου, γεγονός που αποκρυσταλλώνεται τόσο μέσα από αναφορές στα βιβλία του, όσο και με την ίδια του την ενασχόληση με τη συγγραφή σεναρίων και τη σκηνοθεσία. «Η αφήγηση σε μια νουβέλα και σε μια ταινία είναι εντελώς διαφορετική διαδικασία και γι’ αυτό το λόγο ο κινηματογράφος κίνησε το ενδιαφέρον μου» μας λέει. «Θεωρώ πως οι νουβέλες έχουν τρεις διαστάσεις και συγκεκριμένα οι δικές μου νουβέλες τείνουν να έχουν μια εξελικτική αφήγηση, σπανίως σπάνε σε επιμέρους σκηνές, έχουν ελάχιστους διαλόγους. Πρόκειται δηλαδή για πολύ αντι-κινηματογραφικά βιβλία. Η κινηματογραφική συγγραφή όμως είναι δισδιάστατη διαδικασία -αν σκεφτεί κανείς το πλάνο, την οθόνη π.χ.- και οι μόνες λέξεις που έχει κανείς είναι αυτές των διαλόγων. Από αυτή την άποψη η κινηματογραφική γραφή πλησιάζει περισσότερο τη θεατρική παρά τη λογοτεχνική. Κι από την άλλη, θυμίζει παζλ, με όλες αυτές τις σκηνές που πρέπει να ενώσει κανείς. Οπότε η μόνη ουσιαστική ομοιότητα στους δύο αυτούς τρόπους αφήγησης είναι η ίδια η διαδικασία της γραφής». Μας λέει πως κάθε μια από τις 4 ταινίες που έχει κάνει ήταν μια διαφορετική αλλά πολύ σπουδαία εμπειρία και πως η πτυχή της συνεργατικής δουλειάς στην περίπτωση του κινηματογράφου είναι αυτή που του αρέσει περισσότερο, η δυνατότητα που του δίνει να δραπετεύσει από το γραφείo του. Με αφορμή την αγάπη του στο  ομαδικό πνεύμα μας εξομολογείται το πάθος του για τα ομαδικά αθλήματα από νεαρή ήδη ηλικία. «Τα αθλήματα ήταν όλη μου η ζωή ώσπου διάβασα Ντοστογιέφσκι» λέει γελώντας.

Στην κουβέντα προστίθενται διάφορα ετερόκλητα θέματα, από σχόλια για την πολιτική κατάσταση στην Αμερική μέχρι πιο προσωπικές εξομολογήσεις, όπως η περιγραφή της συμβίωσης τριών καλλιτεχνών στην ίδια οικογένεια -η σύζυγός του, Siri Hustvedt, είναι επίσης συγγραφέας και η κόρη του, Sophie, μουσικός. Φτάνει η στιγμή να πάρουμε τις πολυπόθητες αφιερώσεις στα βιβλία που έχει φέρει ο καθένας μας. Του δίνω ένα hard cover του Travels in the Scriptorium που ήταν το μόνο που είχα προλάβει μες στην ταραχή να βουτήξω από τη βιβλιοθήκη μου. «Α, ώστε έχεις αυτό», μου λέει χαμογελώντας, «Μισό λεπτό, έχει ένα τυπογραφικό που πρέπει να διορθώσω». Ανοίγει με αποφασιστικότητα στη σελίδα 144 και κάνει μια σημείωση. «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ» λέω και κοιτάζω τη σελίδα:

Mr. Blank is old and enfeebled, but as long as he remains in the room with the shuttered window and the locked door, he can never die, never disappear, never be anything but the words I am writing on his  this page.

——–

To ελculture.gr και οι εκδόσεις Μεταίχμιο χαρίζουν τρία αντίτυπα από τα βιβλία του διάσημου Αμερικανού συγγραφέα Paul Auster ενόψει της επίσκεψής του στην Αθήνα.