33 χρόνια μετά το «Αlien» ο εβδομηνταπεντάχρονος πλέον Ρίντλεϊ Σκοτ επιστρέφει με τον «Προμηθέα», όχι για ένα ακόμη σίκουελ ενός φραντσάιζ που ξεκίνησε ο ίδιος με τον πλέον ένδοξο τρόπο (για να πέσει στη συνέχεια στα πολύ καλά χέρια του Τζέιμς Κάμερον και στα εξίσου καλά -με τελικά πιο αδύναμες ταινίες όμως- των Ντέιβιντ Φίντσερ και Ζαν Πιερ Ζενέ, μέχρι την έκπτωση των «Alien vs Predator»), αλλά για να κάνει κάτι σαν πρίκουελ. «Kάτι σαν» επειδή η ταινία κινείται μεν στον ίδιο μυθοπλαστικό κόσμο με το Αlien, χωρίς όμως τα γεγονότα της να έχουν άμεση σύνδεση με τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα σε αυτό. Και είναι τελικά σαφές ότι αν ο Σκοτ πάει να «εκμεταλλευθεί» το Αlien, πάει να το εκμεταλλευθεί όχι με κάποιον χυδαίο και εύκολο τρόπο, όχι δια της αντιγραφής, αλλά ως έμπνευση για περαιτέρω εξερεύνηση. Βρισκόμαστε στα τέλη του 21ου αιώνα. Τοιχογραφίες από αρχαίους γήινους πολιτισμούς που απέχουν αιώνες μεταξύ τους δείχνουν έναν κοινό αστρικό χάρτη. Ένα ζευγάρι νέων και ωραίων αρχαιολόγων πείθουν έναν ζάμπλουτο υπέργηρο πως μπορεί αυτοί οι χάρτες να είναι μια ανοικτή πρόσκληση από τους δημιουργούς μας, από έναν εξωγήινο δηλαδή πολιτισμό που φύτεψε το dna του στη γη με αποτέλεσμα να προκύψει η ανθρωπότητα. Κι αυτός βάζει τα πάρα πάρα πολλά λεφτά του και τους στέλνει σε αποστολή με το διαστημόπλοιο «Προμηθέας». Μετά από πάνω από δυο χρόνια ταξιδιού και ύπνου, ο Ντέιβιντ -ένα ανδροειδές ρομπότ με την μορφή του Μάικλ Φασμπέντερ- τους ξυπνάει. Έχουν πάει να βρουν τον δημιουργό τους, απαντήσεις για το ποιός τους έφτιαξε. Ο επιχειρηματίας τους έχει στείλει για πιο ιδιοτελείς λόγους, αφού αν η θεωρία τους έχει βάση, αν όντως τα όντα αυτά ζουν σε αυτόν τον πλανήτη και όντως είναι οι δημιουργοί της ανθρώπινης ζωής, τότε ίσως έχουν και την απάντηση όχι μόνο για το μυστήριο της ζωής αλλά και του θανάτου, ίσως μπορούν δηλαδή να αποτρέψουν τον επικείμενο δικό του.

Τα λοιπά μέλη της αποστολής πλην του ζευγαριού δεν γνώριζαν το περιεχόμενό της αποστολής. Τους ανακοινώνεται όταν τους ξυπνάνε. Κάποιοι εξανίστανται. «Μα αν ισχύει ότι μας δημιούργησαν εξωγήινοι, πετάμε μερικούς αιώνες δαρβινισμού στα σκουπίδια». Μας έφτιαξε λοιπόν κάποιος ή όχι; Κι αν μας έφτιαξε θα μας πει το γιατί; Το ανδροειδές θα ρωτήσει έναν άνθρωπο: «Εσείς γιατί με φτιάξατε εμένα;» «Επειδή μπορούσαμε». «Πώς θα νιώθατε λοιπόν αν σας απαντούσαν οι δικοί σας δημιουργοί το ίδιο;». «Μα εσύ δε νιώθεις». Βλέποντας το όνομα του Ντέιμον Λίντελοφ συνδημιουργού του «Lost» ως βασικού σεναριογράφου ομολογώ πως τρόμαξα, καθώς ακόμη κρατεί η τραυματική μου εμπειρία από όλες τις διαψεύσεις που επεφύλαξε τελικά η σειρά, με τις τρύπες που ξεδιάντροπα άφησε να χάσκουν ορθάνοικτες. Ωστόσο, μολονότι κι εδώ το σενάριο κάθε άλλο παρά απαντά στα ερωτήματα που μεγαλεπήβολα βάζει, το περιορισμένο σε έκταση υλικό που έχει στα χέρια του του επιτρέπει να μη χάσει τον έλεγχο. Η ταινία έχει λοιπόν έναν μεταφυσικό τόνο, είναι όμως ο ποπ μεταφυσικός τόνος του «Lost», δεν έχουμε να κάνουμε ούτε με το «2001», ούτε με την «Επαφή». Η βασική ηρωίδα όμως λέγεται Έλι, ακριβώς όπως στην «Επαφή», και ακριβώς όπως στην «Επαφή» είναι μια επιστήμονας που ζητεί απαντήσεις από έναν εξωγήινο πολιτισμό. Αλλά ενώ εκεί η Έλι ήταν εκείνη που δεν πίστευε και ο χαρακτήρας του Μάθιου Μακ Κόναχι αντιπροσώπευε την πίστη, στον «Προμηθέα» είναι ο σύντροφός της που είναι ο άθεος της υπόθεσης και η Έλι εκείνη που πιστεύει. Φοράει και ένα χρυσό σταυρό. Σε μια φάση βρίσκονται στο κρεβάτι και της λέει τώρα βγάλτον. Φαντάζομαι ότι της το λέει επειδή έχει κάποιο τελετουργικό που το βγάζει την ώρα του σεξ, μην μπορώντας πιθανώς να συνταιριάσει τον κόσμο της λαγνείας με τον κόσμο του εσταυρωμένου. Φαντάζομαι λάθος. Της το λέει επειδή μόλις πριν είχαν ταυτίσει το dna ενός εξωγήινου με το ανθρώπινο dna, γεγονός που αποδεικνύει ότι αυτοί μας έφτιαξαν. «Ναι, αλλά τότε αυτούς ποιός τους έφτιαξε;». Η Έλι έχει ανάγκη να πιστεύει και θα συνεχίσει να πιστεύει. Σεξ θα κάνουν, αυτό τουλάχιστον δεν το φαντάστηκα, ενώ στην εξέλιξη της ταινίας ο σταυρός της θα βγει και θα ξαναμπεί στη θέση του.

Μιλώντας για ονόματα η ψιλοξεκάθαρη αναφορά στην Έλι, σε βάζει στο τριπάκι να ψάξεις κι άλλα. Ο σύντροφός της λοιπόν λέγεται Ηolloway, ακριβώς σαν τον ηθοποιό που έπαιζε τον Σόγιερ στο Lost. O Ντέιβιντ το ρομπότ θα μπορούσε ίσως να είναι αναφορά στον Ντέιβιντ Λιν: Σε μια από τις πιο όμορφες σκηνές της ταινίας ο Ντέιβιντ βλέπει τον «Λόρενς της Αραβίας», ενώ τον μιμείται και χτενίζει τα μαλλιά του σαν αυτόν. «Το τρικ είναι να μην σε νοιάζει που πονάς» θα πει ο Λόρενς, ενώ σβήνει ένα σπίρτο με τα δάκτυλά του χωρίς να βγάλει κιχ. Ο Ντέιβιντ κολλάει ίσως με αυτήν την σκηνή επειδή εκείνος όντως δεν μπορεί να νιώσει πόνο. Μια σειρά από viral βίντεο που κυκλοφόρησαν πριν την ταινία όμως δείχνουν πως είναι και η αγαπημένη σκηνή του δικού του δημιουργού (εδώ τα viral του δημιουργού, του ίδιου του Ντέιβιντ και της Έλι). Το πιο παράξενο όνομα πάντως το έχει ο μαύρος κυβερνήτης του διαστημοπλοίου που λέγεται Γιάνεκ. Κάπου προφανώς παραπέμπει κι αυτό, σε κάποιον ήρωα ταινίας ή βιβλίου ίσως, και αν έχει κανείς καμία ιδέα ας την πει να μου λυθεί η απορία.

Επιστρέφοντας στην επιστημονική φαντασία ο Σκοτ κινείται μέσα στους πλανήτες και τα διαστημόπλοια της σαν το σπίτι του. Έχει πλήρη αντίληψη του χώρου και του πώς θα τον αναδείξει, έχει πλήρη αντίληψη των διαστάσεων και των μεγεθών, η ματιά του είναι αρχιτεκτονική. Δεν χρησιμοποιεί το διάστημα ως πρόσχημα για να δούμε ένα ακόμα action movie. Φτιάχνει έναν ατμοσφαιρικό και υποβλητικό εικαστικά κόσμο. Η ταινία είναι λιγότερο τα ερωτήματα που θέτει και οι απαντήσεις που δίνει ή δεν δίνει σε αυτά, είναι ακόμη λιγότερο οι χαρακτήρες, η εξέλιξή τους, το ενδιαφέρον τους. H ταινία αντλεί δύναμη και αξία από τα σκηνικά της, τα εφέ της, την ατμόσφαιρά της, τον χώρο της, τον κόσμος της. Τα εφέ έχουν μια χάρη που για κάποιο λόγο μου θύμισαν τον κόσμο του Δημήτρη Παπαϊωάννου στην τελετή έναρξης της Ολυμπιάδας. Που με τη σειρά της βέβαια τότε μου είχε θυμίσει Κιούμπρικ. Ο «Προμηθέας» σαφώς και δεν είναι η καλύτερη ταινία επιστημονικής φαντασίας που έχει γυριστεί ποτέ, εξίσου σαφώς όμως είναι μια ταινία που μπορεί να σταθεί στην πρώτη εθνική κατηγορία του συγκεκριμένου genre. Μια καλή ταινία επιστημονικής φαντασίας συχνά θυμίζει ένα υπέροχο πανάκριβο παιχνίδι στα χέρια μεγάλων παιδιών.

Ας κλείσουμε με μια από τις πιο αποτελεσματικές ατάκες «ριξίματος» που έχουν δει ποτέ το κινηματογραφικό φως. Η Σαρλίζ Θέρον είναι εντελώς ψυχρή. Πηγαίνει βράδυ στον καπετάνιο που έχει βάρδια και τον ρωτάει κάτι για την αποστολή. «Ξέρεις, αν θες να κάνεις σεξ δεν χρειάζεται να προσποιείσαι ότι ενδιαφέρεσαι για όλα αυτά». «Αν ενδιαφερόμουν για σεξ θα απομακρυνόμουν εκούσια μερικά εκατομμύρια μίλια μακριά από όλους τους άντρες της γης;». Κάνει να φύγει. «Μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση;» της λέει τότε «Ναι». «Μήπως είσαι ρομπότ;» Έχοντας δει πόσο ανθρωπόμορφο είναι το ρομπότ της ταινίας και πόσο αυτοματοποιημένα φέρεται αυτή σε όλη την ταινία είναι μια ερώτηση που δεν είναι εντελώς παράλογη «Έλα στο δωμάτιο μου σε δέκα λεπτά» του απαντάει. Ίσως στις σχέσεις με το άλλο φύλο το τρικ είναι να πιστεύεις την ερώτησή σου, το τρικ είναι να πιστεύεις όσα λες, το πιο αποτελεσματικό τρικ είναι να μην προσποιείσαι.

Μερικές απαντήσεις για όποιον έχει δει την ταινία.