Στις αρχές του 2012, ο Λευτέρης Βογιατζής, προγραμματίζοντας τα τριαντάχρονα γενέθλια της Νέας Σκηνής, ανέθεσε τη σκηνοθεσία τού -πιο νέο δεν γίνεται- έργου του Ιβάν Βιριπάγεφ Ψευδαισθήσεις στην Κατερίνα Ευαγγελάτου. Στην παράσταση, που ανέβηκε σε πανελλήνια πρεμιέρα τον περασμένο Απρίλη, γίνεται μία δυναμική συνάντηση της γενιάς των 30 και κάτι (37 ετών ο συγγραφέας, 33 η σκηνοθέτιδα), που καταθέτει τη δική της οπτική πάνω στον έρωτα και το νόημα της ζωής.

Ο Ιβάν Βιριπάγεφ, γεννημένος στο Ιρκούτσκ της Σιβηρίας το 1974, μπήκε πολύ νέος και πολύ δυναμικά στο θεατρικό προσκήνιο. Αντιδρώντας στο ασφυκτικό θεατρικό κατεστημένο της γενέτειράς του, υπήρξε από τους στυλοβάτες του Νέου (ρωσικού) Δράματος, που, χρησιμοποιώντας τεχνικές του Θεάτρου-Ντοκουμέντου, ανανέωσε ριζικά τα θέματα και τη μορφή της ρωσικής δραματουργίας· ήδη το δεύτερο έργο του Οξυγόνο (2001), που θεωρήθηκε το «μανιφέστο» του Νέου Δράματος, γνώρισε μεγάλη επιτυχία και αναγνώριση, βραβεύτηκε και, πολύ νωρίς, παίχτηκε και εκτός των ρωσικών συνόρων. Εντάσσοντας από την αρχή μία υπαρξιακή θεματική στα έργα του, ο Βιριπάγεφ απομακρύνθηκε σταδιακά από τον πολιτικό προσανατολισμό του Θεάτρου-Ντοκουμέντου, χωρίς να εγκαταλείπει όμως τις βασικές δραματουργικές τεχνικές του: αρχές του μοντάζ, ενδιαφέρον για το θέμα και όχι την υπόθεση, αποφυγή γραμμικής εξέλιξης, μη ψυχολογικό θέατρο.

Στις Ψευδαισθήσεις (2011), τέσσερις ηθοποιοί, δύο άντρες και δύο γυναίκες, στα τριάντα τους κι αυτοί, αφηγούνται τις ζωές δύο ζευγαριών που έζησαν ευτυχισμένα και αγαπημένα για περισσότερο από μισό αιώνα και που συνδέονται μεταξύ τους με στενή φιλία. Ξεκινώντας με την ερωτική εξομολόγηση του Ντάνι προς τη σύζυγό του στο κατώφλι του θανάτου του, το έργο χτίζεται πάνω σε μία παράθεση –πότε ειλικρινών, πότε ψευδών– εξομολογήσεων μεταξύ συζύγων και φίλων. Οι τέσσερις ηθοποιοί μάς «εκμυστηρεύονται» στιγμές από τις ζωές των ζευγαριών για να θέσουν το βασικό ερώτημα του έργου: τι είναι η αγάπη;

Μέσα από τη σταχυολόγηση κομβικών σταθμών της πενηντάχρονης κοινής πορείας των ηρώων, ο συγγραφέας παίζει με τις ψευδαισθήσεις τους, καταρρίπτοντας βεβαιότητες και κανόνες για τον έρωτα, την απιστία, τη σεξουαλική επιθυμία, την αλήθεια και το ψέμα – και μαζί με αυτών και τις δικές μας, κλείνοντάς μας το μάτι με μία υποδόρια ειρωνική διάθεση.

Ταυτόχρονα, το έργο με την ίδια του τη μορφή προκαλεί τις ψευδαισθήσεις και τις προσδοκίες μας γύρω από το θέατρο και το παραστασιακό γεγονός. Δομημένο απόλυτα ως αφηγηματικό θέατρο, δεν καλεί τους ηθοποιούς να δραματοποιήσουν το βίο των ηρώων, να υποδυθούν τους ήρωες, αλλά να αφηγηθούν αυτόν το βίο στους θεατές – πρόκειται κατά βάση για μία συρραφή παράλληλων μονολόγων.

Αυτή η σχεδόν φιλοσοφική παράθεση απόψεων για τον έρωτα, ενσαρκώθηκε στην παράσταση της Κατερίνας Ευαγγελάτου με τη μορφή διαλεκτικής παρουσίασης, μίας παρουσίασης απολαυστικής και άκρως λυτρωτικής. Προς αυτή την κατεύθυνση λειτουργούν τα αναμμένα φώτα πλατείας καθόλη τη διάρκεια της παράστασης, τα μικρόφωνα που χρησιμοποιούν οι ηθοποιοί για να απευθύνονται στο «αμφιθέατρο»/ακροατήριο, οι μαυροπίνακες του σκηνικού όπου καταγράφονται συνεχώς σε σημειώσεις, σκίτσα ή σχεδιαγράμματα τα βασικά σημεία, καθώς και η εγγύτητα θεατών-ηθοποιών που επιτρέπει το ίδιο το θέατρο της οδού Κυκλάδων.

Η σκηνοθετική προσέγγιση της Ευαγγελάτου ενέτεινε την ειρωνεία απέναντι στη βεβαιότητα περί έρωτα που καταρρίπεται συνεχώς και ανέδειξε ιδιαιτέρως την κωμική υφή του έργου – άλλωστε ως «κωμωδία» χαρακτηρίζονται οι Ψευδαισθήσεις από τον συγγραφέα. Ειδικά οι σχολιασμοί που παρεμβάλλονται κατά τη διάρκεια των μονολόγων –σχολιασμοί μουσικοί ή ερμηνευτικοί– υπονομεύουν τη «σοβαρότητα» του θέματος, κρατώντας το σε μία συνεχή αμφιταλάντευση ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό – ως προς αυτό, καθοριστική είναι (και) η σκηνοθετική καθοδήγηση των δύο ανδρών, κυρίως του Περικλή Δεντάκη, που στιγμές-στιγμές γίνεται το πειραχτήρι της παρέας.

Η Ευαγγελάτου πέτυχε μία μεγάλη νίκη στην αμεσότητα των ηθοποιών μεταξύ τους και, κυρίως, προς το κοινό, γεγονός που δημιουργεί, παρά το με σαφήνεια προδιαγεγραμμένο σκηνοθετικό πλαίσιο, την ψευδαίσθηση ότι παρακολουθούμε «πράγματι» μία θεωρητική παρουσίαση, όχι ένα θεατρικό συμβάν. Ως προς αυτό, βρήκε ικανότατους συμπαραστάτες τους τέσσερις ηθοποιούς (Καλλιόπη Σίμου, Αλεξία Καλτσίκη, Βασίλης Κουκαλάνι, Περικλής Δεντάκης) που μιλούν το έργο με αφοπλιστική φυσικότητα, διατηρούν ακρίβεια ρυθμού και λόγου, και εντέλει πετυχαίνουν μία φαινομενική απλότητα, που κρύβει πίσω της μία σύνθετη ερμηνευτική διαδικασία.

Επιπλέον αυτής της αμεσότητας, η σκηνοθετική δουλειά καταφέρνει την επίτευξη του σημαντικότερου –κατά τη γνώμη μας– ζητούμενου που θέτει το έργο: οι θεατές δεν χάνουν ούτε δευτερολέπτο τη νοητική συμμετοχή τους στα αφηγούμενα γεγονότα, εμπλέκονται δηλαδή απολύτως σε ένα παραστασιακό γεγονός, που όμως δεν οδηγεί στην κατάφαση, αλλά στην αμφιβολία, την κατάρριψη, την ανατροπή. Σε αυτό το «επικό» χαρακτηριστικό του έργου, που κάνει τον θεατή να επεξεργάζεται τα δεδομένα και όχι να παρασύρεται από αυτά, θεωρούμε ότι παίζεται το δυνατότερο χαρτί της σκηνοθεσίας: παρακολουθώντας «απ’ έξω» την απογύμνωση της άγνοιας των ηρώων, γελώντας μάλιστα τρανταχτά μ’ αυτήν την άγνοια, συνειδητοποιούμε αργά ή γρήγορα ότι η άγνοια είναι (και) δική μας.

Έτσι, ύστερα από μιάμιση ώρα αμφισβήτησης, αμφιβολιών και ερωτηματικών, φύγαμε από το θέατρο με μία και μοναδική βεβαιότητα: όταν πρόκειται για θέματα έρωτα, είμαστε τελικά απελπιστικά αδαείς…

 

Η παράσταση Ψευδαισθήσεις παρουσιάζεται στο Θεάτρου Οδού Κυκλάδων έως 20 Ιανουαρίου 2013.