Το «Shame» ξεκινά με τον Μπράντον ξαπλωμένο στα γαλάζια του μαξιλάρια και σκεπάσματα, που είναι ασορτί με το χρώμα των ματιών του. Το γαλάζιο μπορεί να είναι το χρώμα του ουρανού και της θάλασσας, αλλά κάθε άλλο παρά σε καθαρό ουρανό δεν παραπέμπει η ματιά του. Κοιτάζει προς το κενό με βλέμμα ασορτί κενό. Κοιμήθηκε πάνω σε αυτά τα σεντόνια με κάποια το προηγούμενο βράδυ; Καθόλου απίθανο. Αλλά και στα σεντόνια να μην είχε κάποια, ας είναι καλά το λάπτοπ του και θα είχε εκεί πολλές για να τις βλέπει να κάνουν ό,τι θέλει και εκείνος να αντιδρά ανάλογα. Γιατί ο Μπράντον είναι σεξομανής και δεν περιορίζεται στις πανέμορφες γυναίκες που όντας γόης μπορεί με ευκολία να κατακτά, αλλά επεκτείνεται σε πόρνες, σε πορνό στο ίντερνετ και σε πληθώρα αυνανισμών, όχι μόνο σπίτι του, αλλά και στη δουλειά του. Ο τρόπος ζωής του αναστατώνεται όταν σχεδόν με το ζόρι έρχεται να συγκατοικήσει για λίγο καιρό μαζί του η μικρότερη αδελφή του. Μέρες τώρα προσπαθούσε να τον ενημερώσει ότι έρχεται, «σήκωσε το ακουστικό, σήκωσε το ακουστικό» τον παρακαλούσε στον τηλεφωνητή, αλλά εκείνος δεν το σήκωνε. Είχε τους λόγους του.

Ο Μπράντον θα μπορούσε να είναι σεξομανής, αλλά να τη βρίσκει. Το πρόβλημα δεν είναι στην ποσότητα ή στο είδος, αλλά στην έλλειψη χαράς Ψυχολογικά είναι πολύ λιγότερο κοντά στον Xανκ Μούντι του «Californication» και πολύ περισσότερο κοντά στον βασανισμένο παιδόφιλο του «Little Children». Το σεξ εκτρέπεται από τη φυσιολογική του διάσταση και από παράγοντας έκστασης μετατρέπεται ίσως σε μια διαρκή επιστροφή στον τόπο του εις βάρος του ψυχικού εγκλήματος Ίσως δηλαδή μέσω του σεξ επιστρέφει διαρκώς σε ένα παλιό τραύμα, τραύμα που ουδέποτε δηλώνεται ρητά στην ταινία, αλλά μόνο υπονοείται με μια φευγαλέα ατάκα της αδελφής του («Δεν είμαστε κακοί άνθρωποι. Απλά ερχόμαστε από ένα κακό μέρος»), η οποία σε άλλο κόντεξτ θα μπορούσε να σημαίνει πολύ αθωότερα πράγματα. Είναι όμως τα συγκείμενα που σε κάνουν να πάει το μυαλό σου στο κακό, είναι τα παλιά σημάδια στις δικές της φλέβες, είναι η δική του συνολική σεξουαλική συμπεριφορά και βεβαίως είναι αυτή η αλλόκοτη τσίτα στην μεταξύ τους σχέση. Αν είχαμε να κάνουμε με ελληνική ταινία των τελευταίων ετών θα μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι ότι η τσίτα θα οδηγούσε τα δυο αδέλφια στο κρεβάτι, αλλά η ταινία δεν είναι ελληνική, οπότε μπορούμε να παρακολουθούμε την σχέση τους παραμένοντας σε αμφιβολία για το πώς θα εξελιχθεί.

Το αφεντικό του Μπράντον και την οικογένειά του την έχει και ξενοπηδάει ασύστολα, αλλά η δική του η συμπεριφορά αν έχει νοσηρότητα, είναι νοσηρότητα με κριτήρια κοινωνικής ηθικής. Η σχέση του με το σεξ μπορεί να είναι κατακριτέα από τους τρίτους, νοσηρή όμως σαν του Μπράντον δεν φαίνεται να είναι. Μπορεί λοιπόν να είναι υποκριτής (σε αντίθεση με τον Μπράντον που καμιά γυναίκα δεν μπορεί να του προσάψει συναισθηματικά τίποτα, αφού όταν δεν ικανοποιείται μόνος του, εξαντλεί το ρεπερτόριό του σε one night stands και σε πόρνες), αλλά κάνει ό,τι κάνει και το απολαμβάνει. Να ένα ενδιαφέρον δίπολο: Νοσηρός αλλά όχι ανήθικος ο ένας. Υγιής αλλά όχι ηθικός ο άλλος. Από τα βασικότερα συστατικά όμως της κοινωνικής ηθικής είναι η υποκρισία και τα προσχήματα. Το αφεντικό τη χρησιμοποιεί για να την πει στον Μπράντον που το κομπιούτερ του γραφείου του γέμισε ιούς. Το πήραν να το φτιάξουν και ο σκληρός του δίσκος ήταν γεμάτος πορνογραφία. «Βρώμικο, πολύ βρώμικο υλικό», του λέει. «Creampie», συνεχίζει, «δεν ξέρω καν τι είναι αυτό το πράγμα».

Τη μοναδική φορά που ο Μπράντον έχει έρθει σε συναισθηματική εγγύτητα με μια γυναίκα δεν μπορεί να λειτουργήσει σεξουαλικά. Μπλοκάρει. Δεν έχει συνδέσει το σεξ με συναισθήματα αλλά με την ολοκληρωτική απουσία τους. Έχει μάθει να κάνει σεξ μόνο κλειδώνοντας -πολύ βαθιά μάλλον- το διαπροσωπικό στοιχείο. Σε μια από τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίας, ο σκηνοθέτης Στηβ Μακ Κουήν παρουσιάζει ένα σεξουαλικό όργιο του Μπράντον που με όρους πορνογραφίας είναι μια σκηνή θριάμβου και με όρους αντρικής μυθολογίας μια σκηνή ζηλευτή, ως ένα θέατρο απόγνωσης, όπου πηδάς με μανιασμένη απελπισία γιατί έχεις φτάσει σε οριακό σημείο και ο μόνος τρόπος για να μην σκεφτείς αυτά που δεν θέλεις, είναι καταπλακώνοντάς τα με περισσότερο, αγριότερο κι όσο πιο μηχανικό γίνεται σεξ. Το «Shame» δεν μιλά για το σεξ, αλλά για την παθολογία του σεξ. Ίσως για το φαύλο κύκλο του σεξ που καταστρέφεται μέσα σου από μικρός, και επειδή σου καταστρέφεται δεν σου χαλά μόνο το ίδιο το σεξ, αλλά σου μποϊκοτάρει την ψυχική επαφή με τους ανθρώπους, κι όλο αυτό ο μόνος τρόπος να το αντιμετωπίσεις είναι με την υπερπληθώρα του απρόσωπου σεξ.

Μια γυναίκα στο βαγόνι του μετρό. Είναι κούκλα. Φοράει δακτυλίδι. Ο Μπράντον την κοιτά, εκείνη ανταποδίδει. Την θέλει, τον θέλει. Έρχεται η στάση της, σηκώνεται. Θα την ακολουθήσει; Το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι ο λόγος για τον οποίο θα σηκωθεί ή θα κάτσει. Το «Μη σηκωθείς, γιατί αν σηκωθείς είσαι σεξομανής» ή, αντίθετα, το «Σήκω, μην αφήσεις να την ευκαιρία να πάει χαμένη», είναι δύο γενικά και αφηρημένα κριτήρια. Το θέμα είναι αν σηκωθεί, να σηκωθεί για να ζήσει μια εμπειρία που θα τον γεμίσει και θα γίνει ανάμνηση κι όχι για να οδηγηθεί ψυχαναγκαστικά προς μια ακόμη επιστροφή στην τιμωρία. Οπότε, μάλλον κάτσε, Μπράντον. Κάτσε όχι επειδή πρέπει να αντισταθείς σε κάτι που θέλεις αλλά είναι κακό. Αλλά κάτσε επειδή πρέπει να αντισταθείς σε αυτό που σε κάνει να θες το δικό σου κακό.

Δεν φάνηκε από την παραπάνω πολυλογία, αλλά η ταινία μου άρεσε πολύ. Σκηνοθετικά ο Μακ Κουίν δεν κάνει απλή επίδειξη στιλ, αλλά χρησιμοποιεί το στιλ του για να χτίσει την ατμόσφαιρα γύρω από τον ψυχισμό του ήρωά του. Ωστόσο είναι ο Μάικλ Φασμπέντερ που με στέλνει, είναι όλη αυτή η ένταση που εκπέμπει, είναι το βλέμμα του – βουβή υπαρξιακή κραυγή, αυτό που δύσκολα θα ξεθωριάσει από το μυαλό μου. He rules.