Η τέχνη δεν είναι καθρέφτης του κόσμου, αλλά ένα σφυρί με το οποίο του δίνουμε σχήμα – κατά τον Μαγιακόφσκυ. Κατ’ εμέ είναι και καθρέφτης του και μια μικρή αιτιολόγηση επιχειρώ με τα παρακάτω:

Με αφορμή τη βράβευσή της από το European Cultural Foundation, η Athens Biennale διοργάνωσε την Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου συμπόσιο για την καλλιτεχνική παραγωγή και τη συνεργασία. Για την τέχνη σε έναν κόσμο, τον κόσμο μας σήμερα, που ίσως να του δίνει σχήμα, αλλά και να σχηματίζεται απ’ αυτόν, ίσως να του αλλάζει σχήμα, ίσως να τον αποδομεί, είναι πάντως σε μια αλληλεπίδραση μαζί του. Γι’ αυτό και εκδηλώσεις, όπως η σημερινή, δεν είναι πλέον παθητική ακρόαση αφηρημένων λόγων και ανταλλαγή κολακειών, αλλά έχουν ένταση, διάλογο, αμφισβήτηση και σουρεαλισμό.

Οι εννέα ομιλητές που αποτέλεσαν το πάνελ ήταν σύντομοι και συγκροτημένοι. Ο Γιώργος Τζιρτζιλάκης σε ρόλο συντονιστή, μίλησε για συνεργατικές και συμμετοχικές δράσεις, στις οποίες έχουμε έλλειμμα ως λαός, δίνοντας έτσι και το στίγμα της κουβέντας. Η διευθύντρια του ECF, Catherine Watson, παρουσίασε τους στόχους του. Ο Γ.Δ. Σύγχρονου Πολιτισμού του ΥΠΠΟ μίλησε για το ΕΣΠΑ (σε τι άλλο στηρίζονται άλλωστε οι βασικές λειτουργίες της Πολιτείας σήμερα;), την τακτική ενίσχυση ορισμένων φορέων και τους λοιπούς στόχους του ΥΠΠΟ – εάν βέβαια βρεθούν χρήματα. Ο καθηγητής M. Mollona εξέφρασε τις απόψεις του για το ξερίζωμα της τέχνης και το ταξίδι της ανά τον κόσμο, αλλά και τη δημιουργία νέων δημοκρατικών οραμάτων. Επίσης άθελά του έδωσε αφορμή για γέλια, όταν ανέφερε δημοσίευμα του Economist που χαρακτηρίζει την ελληνική, ως την πιο ταχέως αναπτυσσόμενη οικονομία. Η Αφροδίτη Παναγιωτάκου αναφέρθηκε στο άνοιγμα ενός οικονομικά δυνατού θεσμού σε εκφράσεις αιρετικότητας και μίλησε για αποσπασματικές συνεργασίες που χρειάζονται συντονισμό. Ο Ντένης Ζαχαρόπουλος επέμεινε ότι όλοι οι καλλιτεχνικοί θεσμοί είναι αυτοδημιούργητοι και ότι μας χρειάζονται ‘ξυπνητήρια‘ για να υπενθυμίζουν την ύπαρξη και την ανάγκη έκφρασης των καλλιτεχνών. «Δεν χρειαζόμαστε χορηγούς, αλλά συνεργάτες», είπε χαρακτηριστικά. «Γιατί το υστέρημα του καθενός μας είναι μεγαλύτερο από το πλεόνασμα του άλλου».

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της documenta 14, Adam Szymczyk, ξεχώρισε τις 3 ειπωθείσες λέξεις, coordination, collaboration, cooperation, και τις συνέδεσε με τη δημοκρατία, τη φιλία, την εμπιστοσύνη και την αλληλεγγύη. Επίσης αναφέρθηκε στην documenta 2017 που θα τρέξει παράλληλα στο Kassel και στην Αθήνα, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν προσφέρεται στην Ελλάδα ούτε ως αναγνώριση ή βραβείο, ούτε σαν παρηγοριά ή βοήθεια, αλλά είναι μια κοινή συμμαχία ανθρώπων και θεσμών από την Ελλάδα και το εξωτερικό για να αφυπνιστούμε στην τέχνη και να εντάξουμε την αιωρούμενη αλλαγή στην πραγματικότητά μας. Ανακοίνωσε επίσης τη συνεργασία της documenta με την Athens biennale.

Με την διοργάνωση συνέπεσε και η επίσημη ανακοίνωση από το ΥΠΠΟ, της τοποθέτησης νέας διευθύντριας και ΔΣ του ΕΜΣΤ. Στη δική του παρέμβαση, ο εκ των συνιδρυτών της Biennale, PokaYio, μεταξύ άλλων κάλεσε το κοινό να σηκωθεί όρθιο σε ένδειξη τιμής για την απερχόμενη διευθύντρια. Μία, κατά τη γνώμη μου – και αρκετών παρευρισκομένων -,  δικαιολογημένη ίσως από τη συναισθηματική φόρτιση, αλλά ατυχής, αν όχι κακόγουστη έμπνευση, μνημοσηνιακής αισθητικής, που καθόλου δεν ταίριαζε στην περίσταση, στο κοινό, στην εποχή, αλλά κυρίως ούτε και στην κ. Ά. Καφέτση.

Το ενδιαφέρον κομμάτι έρχεται με τις ερωτήσεις και τοποθετήσεις του κοινού. Οι οποίες είναι πολύ ενδεικτικές για το χάος που πάντα επικρατούσε στα κεφάλια μας αλλά πλέον είναι πιο έντονο, και γι’ αυτό επιτέλους πιο ειλικρινές: Και για το πώς εκφέρεται και προσλαμβάνεται ο λόγος ανάλογα με τις προβολές του καθενός και μετατρέπει την επικοινωνία μας σε Βαβέλ:

Εκφράστηκε λοιπόν προβληματισμός για το αν η Biennale πρέπει να αποκαλεί τον εαυτό της θεσμό και να είναι περήφανη γι’ αυτό ή όχι. Ενδεικτικό είναι ότι πολλοί δεν ήξεραν την κρατική χρηματοδότηση που έχει κατά καιρούς λάβει η Biennale, κάτι που ίσως λίγο άκομψα, αλλά εύστοχα έσπευσε να απαριθμήσει ο εκπρόσωπος του ΥΠΠΟ, καθώς ενδεικτική αυτής της ‘θεσμοφοβίας’ είναι η παράλειψη αρκετών ιδιωτικών πρωτοβουλιών και φορέων να αναφερθούν σε τέτοια ζητήματα. Στον αντίλογο εκφράστηκε και το ερώτημα, γιατί τελικά δεν αγαπάμε τους θεσμούς μας όπως άλλες χώρες, γιατί πάντα θεωρούμε ότι πίσω από αυτούς βρίσκονται τέρατα και προτιμούμε να εμπιστευόμαστε μόνο άτομα. Ένας σοβαρός προβληματισμός, καθότι η απαξίωση των θεσμών σ’ αυτή τη χώρα δεν είναι ανεξήγητη ή αδικαιολόγητη, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες πολιτικά καταστάσεις.

Άλλοι μίλησαν για την ανάγκη συντονισμού όλων των πρωτοβουλιών από ένα φορέα ή για την ανάγκη να δημιουργηθεί κάτι σαν… ΟΗΕ της τέχνης, προκαλώντας τα σχόλια και των διοργανωτών, ότι κι άλλοι φορείς, γραφειοκρατία ή επιτροπές πάνω απ’ το κεφάλι μας μόνο τρομακτικά ακούγονται. Υπενθυμίστηκε στον Ντένη Ζαχαρόπουλο μια παλιότερη φράση του, ότι η τέχνη είναι παραγγελία κι όχι έμπνευση, κάτι που όπως βέβαια διευκρίνισε ο ίδιος, αν είχε πει, τότε ήταν ειρωνικό. Έγιναν αφηρημένες παρεμβάσεις από εκπροσώπους διεθνών καλλιτεχνικών θεσμών που κανείς καλλιτέχνης στην αίθουσα δεν γνώριζε. Εκφράστηκε αγανάκτηση για το πού είναι οι καλλιτέχνες όταν μιλάμε για αρχηγούς και αποφάσεις σε γραφεία πίσω από κλειστές πόρτες. Πολύ έξυπνα δευτερολόγησε ο Adam Szymczyk, μιλώντας για τη σημασία και το βάρος που έχει η επιλογή των λέξεών μας και για την τέχνη ως τρόπο να μιλήσεις για πράγματα τώρα, ειδικά στην Αθήνα.

Γύρω στις 7.30 το απόγευμα μας ανακοινώθηκε ότι η μεταφράστρια και ο χρόνος της εξαντλήθηκαν. Οι λέξεις μας τελείωσαν και η συζήτηση έκλεισε. Για να μεταφερθεί, ελπίζω, σε ένα ωραίο χάος: Αυτό της καλλιτεχνικής δημιουργίας, είτε με συνεργατικότητα είτε χωρίς αυτήν.