Στο «Kάτω από το δέρμα» του Τζόναθαν Γκλέιζερ, κάτω από το δέρμα της Σκάρλετ Γιόχανσον βρίσκεται μια εξωγήινη οντότητα. Τριγυρνάει τη Σκωτία με ένα λευκό βαν και παρασύρει μοναχικούς άντρες, αρχικά στο βαν της, μετά κάπου αλλού. Πολλοί από τους άντρες που βλέπουμε δεν είναι ηθοποιοί. Ο Γκλέιζερ είχε τοποθετήσει μια κρυφή κάμερα και τους κινηματογραφούσε να συνομιλούν με αυτήν την πανέμορφη οδηγό που τους ζητούσε οδηγίες και τους ζητούσε να την βοηθήσουν να βρει το μέρος που υποτίθεται πως πήγαινε. Μετά βέβαια τους ζήτησε την άδεια για να μπουν στην ταινία. Πολλοί αρνήθηκαν, άλλοι όμως δέχτηκαν. Φαντάσου να περπατάς μέσα στη ψυχρή σκωτσέζικη νύχτα και να σου την πέσει εν ψυχρώ η Σκάρλετ Γιόχανσον. Δεν είναι τόσο αφύσικο ίσως ότι δεν την πήραν αμέσως χαμπάρι. Πιο πιθανό θα ήταν να σκεφτούν ότι μιλούν με εξωγήινη οντότητα, παρά μαζί της.

Η Σκωτία κινηματογραφείται απόκοσμα, σαν να πρόκειται όχι ακριβώς για άλλον πλανήτη, αλλά για μια γη ταιριαστή για επίσκεψη από πλάσματα που προέρχονται από αλλού. Η ταινία κινείται πολύ περισσότερο στο πνεύμα του “Birth” παρά σε αυτό του “Sexy Beast”. Το “Βirth” έχασε κάπου στην πορεία τον δρόμο του και δεν έγινε ποτέ το αριστούργημα που θα μπορούσε. Εδώ ο Γκλέιζερ αποφασίζει να μην επαναλάβει το λάθος του και να στηριχθεί λιγότερο στο σενάριο και την ιστορία, με αποτέλεσμα να εισπράττει τα καλά και τα κακά της επιλογής του. Φτιάχνει μεν ακριβώς αυτό που θέλει να φτιάξει, το οποίο όμως -όπως από προσωπική εμπειρία στο σινεμά διαπίστωσα- κουράζει, ξενίζει και αποξενώνει μερίδα του κοινού. Αλλά αν οι ταινίες δεν κρίνονται μόνο από το πόσο καρφωμένο σε κρατάνε στην καρέκλα σου, αν τις κρίνεις με βάση αυτά που σου αφήνουν μετά και που αρνούνται να σε εγκαταλείψουν, τότε και μόνο για την ατμόσφαιρά του το «Κάτω από το δέρμα» θα άξιζε τον κόπο. Αλλά το κύριο είναι πως όπως κι αν κρίνει κανείς συνολικά την ταινία, έχει μέσα της μερικές αριστουργηματικές σκηνές.

Όταν η Σκάρλετ βάζει τα θύματά της μέσα σε ένα οίκημα όλα σκοτεινιάζουν, όλα είναι τυλιγμένα σε ένα πηχτό σκοτάδι που καταλαμβάνει το χώρο και γίνεται ο χώρος. Όλα είναι σκοτεινά και το μόνο που φωτίζει την οθόνη και σπάει το σκοτάδι είναι τα γυμνά κορμιά που περπατούν. Καθώς εκείνη γδύνεται και προχωράει και ο ένας μετά τον άλλον οι γυμνοί άντρες την ακολουθούν, αρχίζουν και βυθίζονται. Τι θέλει να πει ο ποιητής;  Ό,τι και να θέλει να πει, είτε πρόκειται για μια παραβολή της σεξουαλικής επιθυμίας και επαφής, είτε για οτιδήποτε άλλο, είτε και ο ίδιος να μην ξέρει, ακόμα και αν είναι μια εικόνα που του καρφώθηκε στο μυαλό, σημασία έχει η εικόνα, η σύλληψή της και η κινηματογράφησή της, ας δώσει ο καθένας όποια ερμηνεία θέλει ή ας μην δώσει, ας την βλέπει και την ξαναβλέπει κι ας μένει στην ποίηση της.

Εκτός από τους άντρες που αγνοούσαν ότι κινηματογραφούνται, μια άλλη σπουδή στον ρεαλισμό σε αυτήν την ταυτόχρονα τόσο φορμαλιστική ταινία είναι η χρησιμοποίηση ενός ανθρώπου που πάσχει από μια σπάνια ασθένεια δυσμορφίας. Οι σκηνές μαζί του πηγαίνουν το πράγμα ακόμη παραπέρα, είναι σκηνές που θα έκαναν τον Ντέιβιντ Λιντς να ζηλέψει. “Dreaming? Dreaming?”. “Υes, we are”. Oνειρεύομαι; Ονειρεύομαι; Ναι, ονειρευόμαστε. Βρισκόμαστε στο ονειρικό σκοτάδι του κινηματογράφου, όπου ονειρεύεται μαζί ο σκηνοθέτης με τους θεατές, όπου μας καταπίνει όλους ο σκοτεινός βυθός του κινηματογραφικού ονείρου και από τα βάθη του οποίου η πραγματικότητα μοιάζει με κατασκευή που στερείται οράματος, αισθητικής και δημιουργού με μεράκι.

Στο “Snowpiercer“, την πρώτη αμερικάνικη ταινία του νοτιοκορεάτη Τζουν Χο – Μπονγκ, ένα υπερσύγχρονο τρένο που υποτίθεται ότι θα έριχνε στην ατμόσφαιρα ένα αέριο το οποίο θα έριχνε κάπως την θερμοκρασία και θα καταπολεμούσε το φαινόμενο του θερμοκηπίου, καταλήγει να παγώσει τη γη στο σύνολό της και να μην αφήσει ψυχή ζώσα πάνω της. Με μια εξαίρεση: όσους επιβαίνουν στο τρένο, που χάρη στην «αιώνια μηχανή του» μπορεί να κινείται ασταμάτητα. Η ταινία διαδραματίζεται 17 χρόνια μετά την καταστροφή του πλανήτη. 17 χρόνια, 17 γύροι του πλανήτη, καθώς κάθε γύρος διαρκεί ακριβώς ένα έτος. Το τρένο έχει βέβαια την ιδιαιτερότητά του. Στο πίσω τμήμα του ζουν στοιβαγμένοι σε άθλιες συνθήκες ένα σωρό άνθρωποι. Τρέφονται αποκλειστικά κάτι μπάρες βιταμινών και εννοείται πως δεν επιτρέπεται να προχωρήσουν μπροστ’α, καθώς τους φυλάνε ένοπλοι φρουροί. Το γεγονός αυτό δεν έχει αποτρέψει εξεγέρσεις μέσα στα χρόνια. Ο καιρός έχει ωριμάσει για μια ακόμη εξέγερση, η οποία αν δεν καταπνιγεί εγκαίρως μπορεί να μετατραπεί σε επανάσταση που θα αλλάξει μια για πάντα την ισορροπία και τα δεδομένα του τρένου. Η Τίλντα Σουίντον τους εξηγεί πάντως ότι εκείνη και οι σαν εκείνην ανήκουν στο μπροστινό τμήμα και ότι όλοι όσοι βρίσκονται στο πίσω εκεί ανήκουν, εκεί είναι η φυσική θέση και των μεν και των δε. Το παπούτσι μπαίνει στα πόδια και όχι στο κεφάλι.

Νομίζω ότι αν πάρουμε την αλληγορία της ταινίας ως αλληγορία, τότε ναι, μπορεί πράγματι να μας φανεί εύκολη και χοντροκομμένη. Αν όμως δεν την εκλάβουμε ως αλληγορία, αν δεχτούμε ότι στην πραγματικότητα, ναι, ακριβώς έτσι είναι η ζωή και καθόλου πιο πολύπλοκη, ή έστω σχεδόν ακριβώς έτσι και σχεδόν καθόλου πιο πολύπλοκη, πως η πολυπλοκότητά της μπορεί να αποτελεί ερμηνευτικό κλειδί για ένα σωρό άλλες παραμέτρους αλλά όχι για το ταξικό, καθώς έτσι είναι τα πράγματα, υπάρχουν άνθρωποι που ζουν ζωή και κότα και άνθρωποι που ζουν άθλια, βρισκόμενοι στον ίδιο κόσμο, μην χωρίζοντάς τους τίποτα παρά μερικά βαγόνια, στο πίσω σου βαγόνι ο άλλος μπορεί να πεθαίνει από την πείνα κι εσύ να ζεις τα δικά σου προσωπικά δράματα ή ευτυχίες, θεωρώντας δεδομένο ότι άλλος ο κόσμος ο δικός σου κι άλλος εκείνου.

Ενώ διεξάγεται μια φοβερή και τρομερή σκηνή μάχης με φρουρούς που ενδυματολογικά θα μπορούσαν κάλλιστα να ανήκουν στην αντιτρομοκρατική ή σε άλλο επίλεκτο σώμα της κουκουλοφόρας και απρόσωπης ελληνικής αστυνομίας, ένας τύπος με στολή, σαν τελετάρχης του τρένου ανακοινώνει ότι περνάνε την γέφυρα Υekaterina. Όλοι σταματάνε να σφάζονται. Οι μασκοφόροι ένστολοι αρχίζουν και σηκώνουν τα τσεκούρια τους στον αέρα καθώς συμμετέχουν στην αντίστροφη μέτρηση για την αλλαγή του χρόνου: 10,9,8 … Ο 17χρονος επαναστάτης Τζέιμι Μπέιλ που έχει ζήσει όλη του τη ζωή μέσα στο τρένο, λέει με συγκίνηση ότι μεγαλώνει και αναρωτιέται πώς περνά τόσο γρήγορα ο χρόνος. Ακόμη και αν μας χωρίζουν τα πάντα, θα υπάρχουν πάντα οι τελετές που θα μας ψαρώνουν όλους, που θα λειτουργούν ως συνεκτικό στοιχείο, ως κοινή αναφορά και αφήγηση, που θα μας κάνουν σε καιρό ειρήνης να γιορτάζουμε όλοι, άλλοι με τα πολλά κι άλλοι με τα ελάχιστα, και σε καιρό πολέμου να σταματήσουμε για ένα λεπτό και να γιορτάσουμε την αλλαγή του χρόνου, γιατί τελικά όλα για ένα νόημα τα κάνουμε, κι ό,τι μας νοηματοδοτεί πάντα θα μας διαπερνά και θα μας υπερβαίνει. Και μετά ξανά πίσω στην σφαγή.

Το “Κάτω από το Δέρμα” και το “Snowpiercer” μπορεί να είναι δυο ταινίες που δεν αγγίζουν το ταβάνι της φιλοδοξίας τους, μπορεί να είναι δυο ταινίες που ως συνολικό αποτέλεσμα έχεις να τους καταλογίσεις αστοχίες ή ελλείψεις, αλλά είναι ταυτόχρονα δυο ταινίες που μας προσφέρουν σκηνές που δύσκολα θα ξεχαστούν, σκηνές που ο κινηματογράφος υπάρχει απόλυτη ανάγκη να συνεχίσει να μας προσφέρει, για να συνεχίσει να μας αποδεικνύει ότι μόνο αυτός μπορεί να μας τις προσφέρει.