Πάρα πολύ όμως: Διαβάζω μια συνέντευξη της Σοφία Κόπολα για το «Somewhere», όπου λέει πως πολλοί θα ήθελαν γυρίσει πάλι κάτι σαν το «Χαμένοι στην Μετάφραση», ωστόσο εκείνη δεν θα μπορούσε ποτέ να το ξανακάνει, και αναρωτιέμαι αν πιστεύει αληθινά ότι η μία ταινία δεν θυμίζει πολύ (πάρα πολύ όμως) την άλλη. Στο «Χαμένοι στην Μετάφραση» μεγάλος χολιγουντιανός σταρ, περνά εκτός προγράμματος λίγες ευχάριστες μέρες με μια νεαρή κοπέλα που θα μπορούσε ηλικιακά να είναι κόρη του, συνάντηση που δρα καταλυτικά στην υπαρξιακή κρίση που βιώνει.  Στο «Somewhere» μεγάλος χολιγουντιανός σταρ περνά εκτός προγράμματος λίγες ευχάριστες μέρες με ένα εντεκάχρονο κορίτσι που αυτή τη φορά είναι η κόρη του, συνάντηση που δρα καταλυτικά στο να συνειδητοποιήσει πως βιώνει υπαρξιακή κρίση. Και εκτός από το κεντρικό σχήμα είναι και μια σειρά από δευτερεύοντα: οι σκηνές του αμήχανου αμερικάνου σταρ στην εξωτική ιαπωνική τηλεόραση δίνουν τη θέση τους σε σκηνές του αμήχανου αμερικάνου σταρ στην εξωτική ιταλική τηλεόραση, ήρωας και κοπέλα διασκεδάζουν με καραόκε, ήρωας και κόρη διασκεδάζουν με guitar hero,  το υπαρξιακό κενό αποτυπωμένο σε μια πόζα για διαφήμιση γιαπωνέζικου ουίσκι γίνεται υπαρξιακό κενό αποτυπωμένο στον ακινητοποιημένο για λόγους μακιγιάζ ήρωα, o ψίθυρος του Μπίλ Μάρεϊ στο αυτί της Σκάρλετ Γιόχανσον γίνεται η φωνή του Στίβεν Ντορφ που πνίγεται από τον θόρυβο του ελικοπτέρου.

Το διαρκές παιδί: Ο ήρωας του «Somewhere» κάποια στιγμή το αντιλαμβάνεται και το ομολογεί: «Είμαι ένα τίποτα. Δεν έχω καν έναν εαυτό». Είναι ένας θεατής της ζωής, ένας καλεσμένος σε διαρκές πάρτι, ένα διαρκές παιδί, ένα διαρκές κακομαθημένο: τα έχει όλα μα όλα έτοιμα, από τα εντελώς πρακτικά ζητήματα ως τη διαρκή διαθεσιμότητα των γυναικών να πέσουν στο κρεβάτι του. Σε μια κλασική σκηνή του «Αποκάλυψη τώρα» ο Φράνσις Φορντ Κόπολα  δείχνει τα κορίτσια του Playboy να χορεύουν για τους στρατιώτες στο Βιετνάμ, τους κανόνες του θεάματος να καταλύονται και τους στρατιώτες – θεατές να μπουκάρουν στη σκηνή, προσπαθώντας να ορμήξουν στα μοντέλα. Στο «Somewhere» δίδυμες καλονές χορεύουν pole dancing στο δωμάτιό του ήρωα, ο κανόνας του θεάματος περιλαμβάνει προφανώς και το σεξ, αλλά τον ήρωα τον παίρνει ο ύπνος παρακολουθώντας τες. Όπως σε άλλη σκηνή τον παίρνει ο ύπνος κατά τη διάρκεια του σεξ πάνω στο σώμα μιας γυναίκας. Είναι ο χορτασμένος, το παιδί που δεν έχει διάθεση εκείνη την ώρα να παίξει. Και η πολλή η χόρταση και το να τα έχεις διαρκώς όλα στο πιάτο οδηγεί και στην ανία. Πολλές σκηνές της ταινίας κρατάνε περισσότερο από ό,τι θα χρειαζόταν, ίσως για να κολλήσουμε την ανία του ήρωα, που κοιτάζει με το ίδιο μακάριο χαμόγελο την κόρη του να κάνει πατινάζ και τις χορεύτριες στον στύλο και εξίσου τις χειροκροτεί όταν τελειώνουν το θέαμα που του προσέφεραν. Εξίσου ικανοποιημένος, εξίσου βαριεστημένος, αφού καμιά φορά το πρώτο συνεπάγεται το δεύτερο.

Μάσκες: Στην μακράν καλύτερη σκηνή της ταινίας ο ήρωας κάθεται να του βάλουν την μάσκα για τα εφέ που θα τον κάνουν να φαίνεται γέρος. Πρέπει να περιμένει ακίνητος με κλειστά τα μάτια και το στόμα για σαράντα λεπτά. Βαριανασαίνει. Είναι σαν μούμια. Δεν προσφέρει την ύπαρξή του, δεν προσφέρει τον εαυτό του, δεν έχει εαυτό να προσφέρει από τον οποίο θα πάρει στοιχεία για να μεταμορφωθεί στον χαρακτήρα που υποδύεται, δεν δανείζει παρά μια φάτσα που γράφει στην οθόνη, μια φιγούρα. Την μεταμόρφωση την κάνουν τα εφέ.

Who cares: Kαι να το βασικό πρόβλημα του «Somewhere»: Πώς μπορείς να ενδιαφερθείς για κάποιον που δεν έχει καν έναν εαυτό; Να το δεις στεγνά ως αποτύπωση του τρόπου ζωής μιας ελάχιστης κάστας ανθρώπων;  Nα πάρεις δηλαδή μια μυρωδιά για το πώς μπορεί να είναι η ζωή ενός μεγαστάρ; Οκ. Να νοιαστείς για τον ίδιο όμως, τη σχέση του με την κόρη του, το μέλλον του, τις αλλαγές που θα κάνει ή δεν θα κάνει, γιατί; Ο χαρακτήρας του Μπιλ Μάρεϊ ήταν ένας άνθρωπος που κάπου στην πορεία έχασε το δρόμο του (ή ίσως παίρνοντας τον δρόμο που ήθελε, διαπίστωσε ότι οδηγεί και σε ερημιές και σε αδιέξοδα) και πενθεί για αυτήν την απώλεια και πίνει για αυτήν την απώλεια και η θλίψη είναι ζωγραφισμένη στα μάτια του. Ο χαρακτήρας του Στίβεν Ντορφ πουθενά δεν χάθηκε, χαμένος ήταν πάντα, χαμένος πιθανότατα θα ήταν ακόμη και αν δεν ήταν μεγάλος σταρ του Χόλιγουντ (απλώς η ευκολία της ζωής που κάνει τον  αποτρέπει ακόμη περισσότερο να εξετάσει ποιός είναι αναμετρώμενος με τις αντιξοότητες της ζωής), πίνει για να περνά η ώρα, η  αυτογνωσία του δεν είναι αληθινά πένθιμη, και οι τελικές του αποφάσεις μοιάζουν ελαφριές, δίχως αληθινό βάρος, δίχως αληθινό κόστος, ενώ το τελικό του χαμόγελο μοιάζει με το  χαμόγελο ενός παιδιού που δηλώνει μεγαλόφωνα ότι αποφασίζει να παίξει ένα διαφορετικό παιχνίδι. Αλλά τα παιδιά έτσι είναι: όλο μεγάλες δηλώσεις που μόλις βαρεθούν ή κουραστούν μπορούν κάλλιστα να τις ξεχάσουν. Στη ζωή οι μεγάλες αλλαγές αποδεικνύονται στην πράξη και στην αντοχή τους στο χρόνο. Στη ζωή, επίσης, οι κενοί άνθρωποι δεν γεμίζουν εαυτό μόλις διαπιστώσουν την έλλειψή του από κάποια αντλία πρατηρίου. Ο εαυτός είναι το μόνο που δεν μπορεί να αγοράσει και να του παρέχουν ακόμη και ένας σταρ του χόλιγουντ. Ο εαυτός δεν είναι προσφερόμενη υπηρεσία, δεν είναι προϊόν, δεν μπορούν να στον προσφέρουν με ρουμ σέρβις, δεν μπορούν να στον κλείσουν για φωτογράφιση.

Κραυγές και ψίθυροι: Όταν  ο Μπιλ Μάρεϊ ψιθυρίζει στο αυτί της Σκάρλετ Γιόχανσον, της ψιθυρίζει κάτι ολόδικό τους, το τι ακριβώς της λέει ανήκει μόνο σε αυτούς, η χειρονομία όμως ανήκει σε όλους εμάς, αφού έχουμε ήδη εμπλακεί συναισθηματικά όλοι. Στο «Somewhere» ο θόρυβος του ελικοπτέρου καλύπτει το «Συγγνώμη, που δεν ήμουν παρών στη ζωή σου» και η κόρη δεν  ακούει τι της λέει. Στο «Χαμένοι στην Μετάφραση» κατορθώνουν να επικοινωνήσουν και οι ήρωες μεταξύ τους και εμείς με την ταινία, ο ένας ήρωας ψιθυρίζει στον άλλο και η ταινία σε εμάς, στο «Somewhere» οι ήρωες αποτυγχάνουν να επικοινωνήσουν και αυτό που θέλει να μας φωνάξει η ταινία δεν φτάνει στα αυτιά μας, αφού κάποιος δυνατότερος θόρυβος το εμποδίζει: δεν είναι απλά ο θόρυβος του «Μα, μας το έχεις ξαναδείξει αυτό, Σοφία», είναι ο θόρυβος του «Μα, μας το έχεις ξαναδείξει τόσο πολύ πιο άρτια».