Μπορεί ο Τόνι Σερβίλο να μην είναι ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννι της γενιάς του, μπορεί ο Πάολο Σορεντίνο να μην είναι ο Φελίνι της εποχής του, αλλά τις ταινίες της δικής της εποχής η «Tέλεια Oμορφιά» μόνο από ψηλά μπορεί να τις κοιτάει. Ο Τζεπ Γκαμπαρντέλα γιορτάζει τα εξηκοστά πέμπτα γενέθλιά του, διοργανώνοντας ένα μεγαλοπρεπώς παρακμιακό και παρακμιακά μεγαλοπρεπές πάρτι στη βεράντα του σπιτιού του που είναι ακριβώς απέναντι από το Κολοσσαίο. Σιτεμένες καλτ φιγούρες βγαίνουν από την τούρτα του, το πλήθος λικνίζεται στη διασκευή του a far lʼ amore comincia tu, η τεράστια πινακίδα του Martini σε διπλανή ταράτσα να προβάλλεται διαρκώς, σε μια διαφήμιση που μόνο γκρίζα δεν την λες. Σχεδόν απείραχτος από το χρόνο ζεν πρεμιέ, με τα μαλλιά του κολλημένα πίσω και πούρο στο στόμα, ο Τζεπ μοιάζει να απολαμβάνει κάθε στιγμή. Όταν ήταν έφηβοι, στην ερώτηση τι γουστάρετε περισσότερο στη ζωή οι φίλοι του απαντούσαν «τις γκόμενες», εκείνος όμως απαντούσε «τη μυρωδιά των παλιών κτιρίων». Αυτή ήταν η φύση του, η ευαισθησία, αυτός ο προορισμός του, η διαφορετικότητα. Έγραψε και σε μικρή ηλικία ένα μυθιστόρημα που βραβεύτηκε κι όλα έδειχναν ότι τον περίμενε μεγάλη λογοτεχνική καριέρα. Αλλά μετά ήρθε στη Ρώμη και… τον πλάνεψε η ντόλτσε βίτα, αυτή που λεν ζωή γλυκιά. Μόνο που η πλάνη του αυτή δεν είχε ως αποτέλεσμα να κατεβαίνει κάθε μέρα της κοινωνίας τα σκαλιά, αλλά να τα ανεβαίνει. Μετατρέπεται σε πάπα της κοσμικής ζωής, αφού, όπως ο ίδιος λέει, δεν ήθελε απλά να πηγαίνει στα καλύτερα πάρτι, αλλά και να έχει τη δύναμη να τα καταστρέφει. Κι έτσι αρχίζει να ζει μια ζωή γεμάτη γκόμενες, ίσως ακριβώς επειδή τις ρίχνεις πιο εύκολα όταν ξέρεις να εκτιμάς τη μυρωδιά των παλιών σπιτιών. Ζει με τη φήμη του ως συγγραφέας και εργάζεται ως δημοσιογράφος που παίρνει συνεντεύξεις σε κορυφαία εφημερίδα. Ακόμα κι εκεί όμως δεν πάει τη γραφή του εκεί που μπορεί, αντί να γράψει για το κουφάρι του Costa Concordia, προτιμά λιγότερο επώδυνα θέματα. Σε μια από τις συνεντεύξεις του μιλάει με μια περφόρμερ που έχει χαραγμένο το σφυροδρέπανο στην περιοχή των γεννητικών της οργάνων και παίρνει φόρα και κουτουλάει κατά μέτωπο σε ντουβάρια (ή σε αφρολέξ), όπου με αίματα (ή κέτσαπ) στο κεφάλι αναφωνεί: «Δε σε αγαπώ». Όταν ο Τζεπ της ζητά να του μιλήσει για την περφόρμανς της, του απαντάει «είμαι καλλιτέχνης, μη ζητάτε να σας εξηγήσω αυτό που κάνω». Ο Τζεπ διαφωνεί και την κάνει κομμάτια με το λόγο, με αυτό το πανίσχυρο όπλο, πίσω από το οποίο καμία κενολογία δεν μπορεί να σταθεί. Σε άλλη φάση με το ίδιο όπλο θα ξεκοκκαλίσει μια καλεσμένη του και παλιά του φίλη, όταν αυτή θα κοκορεύεται όλη νύχτα για το πώς ανταποκρίνεται σε όλους τους  ρόλους της (και μάνα και γυναίκα και συγγραφέας και κοινωνική αγωνίστρια). Θα τη βάλει κάτω και σε δυο τρία λεπτά μέσα δε θα της αφήσει φύλλο συκής να κρυφτεί, αφού βέβαια πρώτα θα την κατηγορήσει πως τον αναγκάζει να πάψει να είναι κύριος (και τι άλλο του έχει μείνει σε αυτή τη ζωή από το να είναι κύριος;). Ζώντας μέσα σε αυτό το κοσμικό συνάφι, η οξυδέρκεια, το βάθος, η καλαισθησία και τελικά η αλήθεια κάθε σημαντικού συγγραφέα χρησιμοποιούνται όχι ως μέσα για να γράψει κι άλλα μυθιστορήματα και να γίνει σημαντική φιγούρα στα ιταλικά γράμματα, αλλά για να παραμένει μέσα σε αυτόν το συρφετό εκείνος που μπορεί και θέλει να ξεγυμνώνει ατιμώρητος. Δεν είναι ένας ακόμη δημοσιογράφος με λογοτεχνικά απωθημένα, είναι ένας λογοτέχνης που αποφασίζει να ζήσει αλλιώς.  

Καμιά φορά μέσα σε αυτές τις δεκαετίες τον έπιανε οίστρος και έπεφτε με τα μούτρα να γράφει, αλλά πολύ γρήγορα τα παρατούσε κι επέστρεφε στα πάρτι. Αλλού μας λέει ότι έψαχνε την τέλεια ομορφιά για να τον εμπνεύσει και να γράψει, αλλού ότι ζώντας μέσα στο κοσμικό τίποτα θα ήθελε να γράψει για το τίποτα, αλλά για το τίποτα απέτυχε να γράψει κοτζάμ Φλωμπέρ, πώς θα τα κατάφερνε αυτός; Ο Τζεπ ακροβατεί μεταξύ του τίποτα στο οποίο ζει και της τέλειας ομορφιάς που υποτίθεται πως τον στοιχειώνει. «Με τι ασχολείσαι», θα ρωτήσει μια ακόμη ερωμένη του λίγο πριν οδηγηθούν στο κρεβάτι. «Με τίποτα, είμαι πλούσια». «Α, υπέροχα», θα της πει. Η ταινία ξεκινάει με Σελίν απʼ το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας»: Τα ταξίδια είναι χρήσιμα, γιατί βάζουν τη φαντασία σου σε κίνηση. Όλα τα υπόλοιπα είναι κούραση και παραίσθηση. Το ταξίδι είναι της φαντασίας. Αυτή είναι η δύναμή του. Πηγαίνουμε από τη ζωή στο θάνατο. Άνθρωποι, ζώα, πόλεις, αντικείμενα, όλα είναι επινοημένα. Ακόμη και τα ρομάντσα μας. Κι αρκεί να κλείσουμε τα μάτια για να ταξιδέψουμε και να βρεθούμε στην άλλη πλευρά της ζωής. Η «Τέλεια ομορφιά» είναι διάσπαρτη από θανάτους. Κι όπως κάθε σημαντικό έργο τέχνης, με άξονα το θάνατο αναρωτιέται για το νόημα της ζωης. Ο Τζεπ είναι ένας ήρωας σημαδεμένος από τον πρώτο του έρωτα, από την πρώτη του γυναίκα, δεν ξαναγράφει λογοτεχνία από τότε που τον εγκαταλείπει, αλλά εναπόκειται στο θεατή να αποφασίσει αν η απόφασή του αυτή είναι άρνηση του βαθύτερου εαυτού του και προϊόν πόνου ή αντίθετα εκπλήρωση των αυθεντικότερων θέλω του. Δεν ξέρει τι είναι το πρωινό, δεν είναι απλά μπον βιβέρ, όλη η ζωή του είναι ένα πάρτι. Πονάει ναι. Αλλά το απολαμβάνει κιόλας. Νιώθει βολικά σε αυτή τη συνθήκη.

Το θάνατο του μεγάλου του έρωτα, του τον ανακοινώνει ο σύζυγός της, ο άντρας που την παντρεύτηκε κι έζησε τη ζωή του μαζί της. Εξηγεί στον Τζεπ ότι ανακάλυψε το κρυφό της ημερολόγιο και ότι όλο της το ημερολόγιο είναι αφιερωμένο στον Τζεπ, ενώ για τον άντρα που πέρασε μαζί τη ζωή της το μόνο που λέει είναι ότι ήταν καλός σύντροφος. «Και τώρα τι θα κάνετε;» ρωτά ο Τζέπ, «Αυτό που έκανα πάντα: θα συνεχίσω να τη λατρεύω», του απαντάει, αλλά κι αυτό σχετικό είναι, αυτοί που είναι φτιαγμένοι για καλοί σύντροφοι θα βρουν άλλον άνθρωπο να τους συντροφεύσει και να τον συντροφέψουν. «Τι θα κάνετε απόψε;», θα τους ρωτήσει ο Τζεπ, «Εκείνη θα τελειώσει το σίδερο, μετά θα φάμε με ένα δυο ποτηράκια κόκκινο κρασί και μετά θα δούμε τηλεόραση», «Τι τυχεροί άνθρωποι!», θα τους πει ο Τζεπ, σε ένα μείγμα ειρωνείας και ειλικρίνειας – εκείνος απόψε θα πάει σε ένα πάρτι και θα πιει πολλά ποτά, προσέχοντας όμως να μην είναι και τόσα πολλά ώστε να γίνει λιώμα. Σίγουρα ο Τζεπ κοιτάζοντας τους, βλέπει την κατάσταση ενός ανθρώπου στην οποία δε θα μπορούσε ποτέ να υπαχθεί, αφού και συγγραφέας να είχε γίνει, πάλι θα του άρεσε η κοσμική ζωή, σίγουρα πάντως δε θα αρκούνταν σε αυτό το λίγο, υπάρχει άραγε η τέλεια ομορφιά ή το τίποτα μέσα σε αυτό το λίγο (;), έτσι έζησε ο έρωτας της ζωής του με αυτόν τον τρόπο, στο δικό του καβούκι, όπως καβούκι του Τζεπ είναι τα ολονύχτια πάρτι.

– Μια βραδινή βόλτα στα έρημα σοκάκια, μια γυναίκα που κατεβαίνει τις σκάλες, φωνάζει το επώνυμό της «κυρία τάδε!», εκείνη γυρνά και του χαμογελά, μια παλιά ερωμένη, μια ακόμη από τις αναρίθμητες ιστορίες του, σε κάποια προηγούμενη δεκαετία θα αγαπήθηκαν για λίγο, θα φιλήθηκαν για λίγο, θα κοιμήθηκαν μαζί, ίσως και να ξύπνησαν μαζί, αλλά και να ξύπνησαν μαζί θα ήταν για λίγο, εκείνη θα είχε ένα γάμο και ένα κοινωνικό στάτους να διατηρήσει, εκείνος μια ντόλτσε βίτα να υπηρετήσει, μια επόμενη αγκαλιά, αυτή εδώ η σχέση δεν είναι για βιβλίο, αυτή εδώ η σχέση είναι μια από τις δεκάδες, είναι της εποχής του τίποτα, ένα τίποτα όμως γλυκό, ποτέ οι άνθρωποι δεν είναι τίποτα, ειδικά οι άνθρωποι που αγαπήσαμε και φιλήσαμε και κοιμηθήκαμε μαζί.

– Ένα κοριτσάκι δημοτικού έχει μπροστά του ένα τεράστιο καμβά και μια ντουζίνα δοχεία με μπογιές. Αρχίζει και τις πετάει στον καμβά και τις πασαλείβει και πασαλείβεται και η ίδια βογγώντας, και όλο αυτό μοιάζει σαν η επιτομή του δήθεν, θα μπορούσε αυτή να είναι σκηνή από κωμωδία, μέχρι οι πρωταγωνιστές θα απομακρυνθούν για να πουν για λίγο τα δικά τους, και μερικά πλάνα μετά θα δούμε έναν καμβά που έχει κάτι διαφορετικό και αξιοθαύμαστο κι εναπόκειται πάλι σε σένα να βγάλεις τα συμπεράσματα. Ο Σορεντίνο έχει ίσως παίξει με τις προσδοκίες σου και τις προκαταλήψεις σου για το τι συνιστά αληθινή τέχνη και τι απάτη, όπως ίσως έχεις παίξει μαζί τους, και στα πρώτα λεπτά της ταινίας όταν στο πάρτι του Τζεπ βλέπεις ανάμεσα στο πλήθος που χορεύει και διονυσιάζεται μια νάνο και νομίζεις ότι τη δείχνει για την γκροτέσκ πινελιά, μέχρι που αργότερα ανακαλύπτεις ότι είναι η αρχισυντάκτριά του.  

– Ακόμη και ο πιο τελειωμένος σνομπ, όπως ο Τζεπ, θα έχει κάποιον που θα κοιτά με θαυμασμό, αρκεί αυτός να μην του δίνει σημασία, αρκεί το δικό του μπαλκόνι και η δική του θέα προς το Κολοσσαίο να είναι μισό όροφο πιο πάνω, και κάθε Διονυσίου Αρεοπαγίτου θα κατοικείται τελικά από τους Άκηδες της.

– Ένα ζευγάρι γερασμένων ενοικιαζόμενων ευγενών, ο ξεπεσμός, τα περασμένα μεγαλεία και ό,τι αντέχει μέσα σε όλη αυτή την παρακμή, το ιδανικό του μεγάλου νεανικού έρωτα και παραδόξως η θρησκευτικότητα, η ανάγκη για πνευματικότητα, ο καρδινάλιος φαβορί για μελλοντικός πάπας μέσα στη χλίδα και το δικό του αντίθετο άκρο, η εκατόν τεσσάρων ετών καλόγρια Μαρία που όλοι την αποκαλούν «αγία», που κι αυτή στην αρχή παρουσιάζεται σαν αφασικό αντικείμενο προς έκθεση και εκμετάλλευση, αλλά στο τέλος μοιάζει να αποτελεί ένα καταφύγιο, κι εδώ εναπόκειται τελικά στο θεατή να αποφασίσει.

Στην αρχή και στο τέλος της ταινίας γίνεται σαφές ότι, εκτός από τον Τζεπ, πρωταγωνίστρια είναι και η Ρώμη, καθώς η κάμερα κινείται όπως περίπου την κινούσε ο Βέντερς πάνω από το Βερολίνο στα «Φτερά του Έρωτα». Μια εντελώς ιταλική ταινία και για αυτό παγκόσμια, «Η τέλεια ομορφιά» του Πάολο Σορεντίνο μπορεί να μην είναι μια τέλεια ταινία -και πώς να είσαι τέλειος όταν καταγράφεις το τίποτα;-, είναι όμως μια αναμφίβολα πανέμορφη και πολύ σημαντική ταινία.