Το «Άλογο του Τορίνο» ξεκινά με σκοτεινή οθόνη και φωνή που μας αφηγείται μια πολύ γνωστή ιστορία, η οποία δεν είναι σίγουρο αν είναι εντελώς αληθινή ή αν μέρος της ανήκει στη σφαίρα του μύθου, έχει όμως σε κάθε περίπτωση κάτι αληθινό να μας αφηγηθεί: Αμαξάς μαστιγώνει με μανία άλογο σε δρόμο του Τορίνο το 1889. Ο Νίτσε μπαίνει στην μέση, το πιάνει αγκαλιά από το λαιμό, βάζει τα κλάμματα και καταρρέει. Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του θα τα περάσει βωβός και παράφρων. Απο εκεί ο Μπέλα Ταρ και ο σεναριογράφος του εμπνεύστηκαν την ιδέα: τι να απέγινε το άλογο και ο αμαξάς;

Η πρώτη σκηνή της ταινίας, με τον άνεμο να λυσσομανά πάνω στο άλογο και τον αμαξά και τη μουσική να είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, διαρκεί πολύ αλλά είναι και στοιχειωτικής ομορφιάς. Δεν διευκρινίζεται αν πρόκειται για τον ίδιο αμαξά και το ίδιο άλογο, Ουγγαρία θυμίζει και το επίθετό του και η πάλινκα που πίνει, όπως κεντρική και βόρεια Ευρώπη εκπέμπει και η συνολική ματιά του έργου, αφού τέτοιος πεσιμισμός και τόση μαυρίλα δύσκολα ευδοκιμούν σε μεσογειακά περιβάλλοντα.

Ο αγώνας που κάνει το άλογο να φτάσει προς την αγροικία δίνει τη θέση του σε μια σειρά από άλλους αγώνες, με σκηνές που επίσης διαρκούν πολύ, αλλά η ομορφιά τους είναι σημαντικά ασθενέστερη. Να λυθεί το άλογο από την άμαξα. Να ανοίξει η πόρτα της αποθήκης. Να μπει η άμαξα στην αποθήκη. Να κλείσει η πόρτα της αποθήκης. Να μπει το άλογο στον στάβλο. Να γδύσει και να ντύσει η κόρη τον πατέρα που θα πάρει τον μεσημεριανό του ύπνο. Να βράσει δύο πατάτες. Να περιμένουμε μαζί της να βράσουν. Να τις βάλει στην πιατέλα. Να βάλει τα πιάτα στο τραπέζι. «Έτοιμο» θα πει η κόρη στην πατέρα και είναι η πρώτη λέξη που ακούγεται μετά το εισαγωγικό μονόλογο και μετά από κάνα εικοσάλεπτο ταινίας. Θα κάτσουν. Μια βραστή πατάτα στον καθένα. Με το ένα του λειτουργικό χέρι ο πατέρας θα την καθαρίσει. Τσουρουφλάει. Τρώει άγρια, άχαρα, βιαστικά. Το ίδιο φαγητό και το ίδιο ακριβώς τελετουργικό θα το παρακολουθήσουμε και τις επόμενες ημέρες. Πότε ο πατέρας πότε η κόρη κάθονται στο παράθυρο και κοιτάζουν την ερημιά μπροστά τους, με τα μόνο δύο δέντρα του ορίζοντα, και δεν ξέρεις αν κοιτάνε έξω ως διασκέδαση ως απελπισία ως ρουτίνα ως λίγο απ’ όλα. Το βράδυ θα της πει ότι το σαράκι δεν τρώει το ξύλο. Πρώτη φορά που το ακούει στα 58 χρόνια της ζωής του. «Τι σημαίνει αυτό μπαμπά;». «Δεν ξέρω».

Δεύτερη μέρα. Η κόρη πηγαίνει στο πηγάδι να πάρει νερό. Ντύνει τον πατέρα. Βγάζουν από την αποθήκη την άμαξα. Από το στάβλο το άλογο. Του περνάνε τα χαλινάρια. Φυσάει τρομερά. Αυτά τα διαβάζεις σε δύο τρία δευτερόλεπτα, αλλά στην ταινία διαρκούν λεπτά ολόκληρα. Όσο θα διαρκούσαν δηλαδή στην πραγματική ζωή και με όλη την κούρασή τους και τις δυσκολίες τους. Το μοντάζ απουσιάζει, σαν ο Ταρ να θέλει να πει μας ξεχάστε τη κινηματογραφική συνθήκη του μοντάζ που παραλείπει όλες τις καθυστερήσεις και την ρουτίνα της ζωής, άρα και σημαντικό τμήμα της αλήθειάς της. Το μοντάζ λέει ψέμματα. Εδώ θα βιώσετε μαζί με τους ηθοποιούς σε πραγματικό χρόνο την καθημερινή ρουτίνα, και αν σας φανεί κουραστική και παράλογη, ε, το ίδιο είναι και η ζωή. Από την άλλη δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς αν είναι ζωή αυτό πού δείχνει. Ζούσε ποτέ κανείς αληθινά έτσι; Ποιός θα άντεχε να ζει έτσι; Τέτοια ερήμωση, τέτοια ολοκληρωτική απουσία ενδιαφέροντος, χαράς, ελπίδας. Αναπαριστώνται με ακρίβεια οι συνθήκες ζωής, αλλά πρόκειται για μια ζωή ψεύτικη κατά το ότι ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να ζει με τόσο λίγα. Όχι με τόσο λίγα υλικά αγαθά, αλλά με τόσο λίγα ψυχικά συστατικά.

Η ταινία μας δείχνει έναν κόσμο που ξεκινά σισσύφεια επαναλαμβανόμενος για να καταντήσει εφιαλτικά αβίωτος, σε ένα σκηνικό αποκάλυψης. Μετά το σαράκι, θα σταματήσει να τρώει και το άλογο, μετά το άλογο οι άνθρωποι. Ένας νιτσεϊκός επισκέπτης θα μπει από το πουθενά και θα βγάλει λόγο για το τέλος του κόσμου (μάλλον δηλαδή, τα έλεγε και μπερδεμένα). Τσιγγάνοι θα έρθουν να πάρουν νερό από το πηγάδι. Θα δώσουν στην κόρη μια αντιβίβλο. Τα πράγματα μοιάζουν σκούρα. Το πηγάδι θα στερέψει. Ο άνεμος θα καθηλώσει στην αγροικία πατέρα και κόρη. Το φως θα σβήσει. Όλο όμως.

Το «Άλογο του Τορίνο» είναι μια ταινία που την ώρα που την βλέπεις υπάρχουν στιγμές που βασανίζεσαι και τη βιώνεις ως μαρτύριο, όχι επειδή συμπάσχεις με το δράμα των ηρώων, αλλά επειδή είναι αφόρητα αργή, είναι όμως επίσης μια ταινία που αφού την δεις οι υποβλητικές εικόνες της, η ασπρόμαυρη αίσθησή της, ο τρόπος της, η διαφορετικότητά της, μένουν μέσα σου με τρόπο πειστικό. Η παρακολούθησή της είναι περισσότερο κόπος παρά απόλαυση, πρόκειται όμως για έναν κόπο που τελικά αξίζει.