Την εβδομάδα που έρχεται το CineDoc προβάλλει σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Βόλο, το ντοκιμαντέρ Theater of Life. Πρόκειται για την ιστορία του φημισμένου Ιταλού σεφ Μάσσιμο Μποτούρα που ένωσε 60 κορυφαίους σεφ από όλον τον κόσμο στο πλαίσιο της EXPO Milan 2015 με σκοπό να μετατρέψουν τα περισσεύματα τροφίμων που προορίζονταν για τα σκουπίδια, σε νόστιμα γεύματα για τους άστεγους και τους πρόσφυγες της Ιταλίας.

Όταν του πρότειναν να αναλάβει σεφ της διοργάνωσης Expo 2015, εκείνος αρνήθηκε και προτίμησε την άλλη όψη του νομίσματος, υποστηρίζοντας ότι οι σεφ δεν μπορούν πλέον να μαγειρεύουν μόνο για την ελίτ, μακριά από τα ηθικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής μας.

Refettorio Ambrosiano

Δεν είναι όμως μόνο τα γεύματα -γαστρονομικές δημιουργίες γνωστών σεφ απ’ όλο τον κόσμο, όπως των Ferran Adrià, Alain Ducasse, Mario Batali, René Redzepi, και Gastón Acurio– αλλά η αντίληψη περί ανθρώπινης αξιοπρέπειας που ανατρέπει την έννοια των μέχρι τώρα κλασικών συσσιτίων.

Το Refettorio Ambrosiano στο Μιλάνο, ένα εγκαταλειμμένο θέατρο, ανακαινίστηκε, διακοσμήθηκε από καλλιτέχνες και μετατράπηκε σε ένα μοντέρνο και ζεστό εστιατόριο, όπου οι άνθρωποι που έχουν ανάγκη απολαμβάνουν σερβιρισμένα τα γεύματά τους, μιλάνε, κοινωνικοποιούνται, γελάνε, αλληλοϋποστηρίζονται. Ο Μποτούρα μαζί με τη σύζυγό του, Lara, ίδρυσαν επίσης το μη κερδοσκοπικό οργανισμό Food for Soul που λειτουργεί τραπεζαρίες σαν το Refettorio του Μιλάνο σε διάφορες χώρες με την υποστήριξη επαγγελματιών και εθελοντών.

Ο σεφ Massimo Bottura

Η Cristina Reni, project manager του οργανισμού μας λέει: «Πετάμε πάνω από το 1/3 των τροφίμων που παράγονται ετησίως, ενώ σχεδόν ένα δισεκατομμύριο κόσμου είναι υποσιτισμένοι. Το Refettorio ήταν η ευκαιρία να αναδείξουμε τις δυο αυτές όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο Μποτούρα κάλεσε σεφ και η Caritas Ambrosiana έφερε τους εθελοντές, κυρίως συνταξιούχους που ήθελαν να προσφέρουν το χρόνο τους σε κάτι καλό. Το κάθε Refettorio είναι αυτάρκες και μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα με τη συμμετοχή της κοινότητας».

Ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ, Peter Svatek, μας μίλησε για το πώς ξεκίνησε: «Η ιδέα, όπως μου την περιέγραψε ο Μποτούρα, μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα. Με τράβηξε αυτή η σύγκλιση δύο τόσο αντιφατικών κόσμων, της ελίτ της υψηλής γαστρονομίας και των πεινασμένων ανθρώπων στο Μιλάνο. Αναρωτιόμουν για το κίνητρο των σεφ. Το έκαναν για τη δημοσιότητα; Ήταν ειλικρινές το ενδιαφέρον; Και πώς θα ανταποκρίνονταν οι πρόσφυγες και οι άστεγοι που φυσικά δεν είχαν ιδέα γι’ αυτούς; Θα ήταν κάτι διαφορετικό απ’ τα συσσίτια

Η ομάδα του Massimo Bottura στο Μιλάνο

Ήταν τελικά διαφορετικό; «Οι λεπτομέρειες έκαναν τη διαφορά στην ιδέα του Μάσσιμο. Οι καλεσμένοι σερβίρονται από εθελοντές όπως στο εστιατόριο, αντί να σχηματίζουν ουρές. Αυτό έχει τεράστια διαφορά στην αυτοεκτίμηση. Επίσης τους ζητήθηκε να έρχονται τακτικά, καθημερινά στη διάρκεια της Expo, πράγμα που βοήθησε στη δημιουργία μιας κοινότητας. Σχηματίστηκαν φιλίες ανάμεσα στους καλεσμένους και τους εθελοντές. Οι σεφ έβγαιναν απ’ την κουζίνα για να συναντήσουν τον κόσμο. Όπως είπα, είχα τις επιφυλάξεις μου για τους σεφ, αλλά πιστεύω ότι τελικά συμμετείχαν με ειλικρίνεια. Φυσικά γνώριζαν την προστιθέμενη αξία στη φήμη τους, αλλά πολλοί απ’ αυτούς είχαν ασχοληθεί και με άλλες κοινωνικές πρωτοβουλίες. Ο Ferran Adria κι ο αδερφός του έχουν το δικό τους οργανισμό στην Ισπανία. Ο Alex Atala έχει ένα πρόγραμμα που μαθαίνει στους έγκλειστους στη Βραζιλία πώς να αξιοποιούν τα περισσεύματα του φαγητού. Ο Gaston Acurio προσλαμβάνει εκατοντάδες γυναίκες εκπαιδεύοντάς τις στη βιομηχανία φαγητού στο Περού. Ο David Hertz τρέχει προγράμματα στις φαβέλες του Ρίο».

Η Cristina Reni συμπληρώνει: «Αγκάλιασαν την πρωτοβουλία απ’ την πρώτη στιγμή. Όλοι τους έφταναν νωρίς το πρωί και ξεφόρτωναν μόνοι τους το φορτηγό με τα τρόφιμα. Μερικοί μαγείρευαν και γεύμα για τους μαθητές και δείπνο για τους καλεσμένους χωρίς να δυσανασχετούν. Και κάποιες φορές δυσκολεύονταν να φύγουν όταν ερχόταν η ώρα να κλείσουμε. Ήθελαν να μείνουν όλη νύχτα και να μιλούν με τους καλεσμένους και τους εθελοντές. Το προϊόν της συνεργασίας τους είναι το Bread is Gold, το βιβλίο μαγειρικής με τις συνταγές που δημιούργησαν και μας τις κατέγραψαν».

foto Paolo Saglia

Ψυχή λοιπόν αυτού του εγχειρήματος είναι ο Μάσσιμο Μποτούρα που μεγάλωσε στη Μοδένα, εργάστηκε στο Μονακό και στη Νέα Υόρκη και πίσω στη γενέτειρά του έφτιαξε τη βραβευμένη Osteria Francescana. «Νομίζω ότι το Refettorio άλλαξε τη ζωή του», μας λέει ο Peter Svatek. «Λατρεύω τον τίτλο Theater of life. Στο παλιό θέατρο, εκεί που οι ηθοποιοί υποκρίνονταν την πραγματική ζωή, η πραγματική ζωή πήρε τα ηνία! Στη διάρκεια του γυρίσματος ο σεφ Rene Redzepi από την Κοπεγχάγη προκάλεσε τον Μποτούρα λέγοντάς του «Το κάνεις αυτό δια βίου, έτσι;» Στην πραγματικότητα ναι, το κάνει! Ίδρυσε με τη γυναίκα του τον οργανισμό Food for Soul, και δημιούργησαν κι άλλα Refettorios – στο Ρίο, Βερολίνο, ΝΥ, σε άλλες πόλεις της Ιταλίας. Αλλά και η τραπεζαρία στο Μιλάνο παρέμεινε ανοικτή και μετά την Expo, έστω και χωρίς διάσημους σεφ. Τοπικά σούπερ-μάρκετ παρέχουν τρόφιμα κι ένα σχολείο στη γειτονιά μαζεύει επίσης τρόφιμα και τα πάει εκεί κάθε εβδομάδα».

«Η γειτονιά του Refettorio στο Μιλάνο ήταν διστακτική», μας λέει η Cristina Reni. «Σκέφτηκαν αυτομάτως ότι θα έχουν προβλήματα. Αλλά μέρα με τη μέρα είδαν ότι δεν συνέβαινε κάτι κακό κι ότι ένα τέτοιο ζεστό μέρος, τους αφoρούσε. Aρχίσαμε να δεχόμαστε αιτήματα για εθελοντισμό και για διάφορες εκδηλώσεις, όπως βιβλιοπαρουσιάσεις ή σχολικές δραστηριότητες. Δημιουργήθηκε κι ένας πολιτιστικός σύλλογος για να διοργανώνει τέτοιες εκδηλώσεις και ν’ ανοίγει το χώρο παραπάνω ώρες».

Refettorio Felix. Foto Simon Owen Red Photographic

Στην ταινία γνωρίζουμε τους επισκέπτες μέσα κι έξω απ’ την τραπεζαρία: Το άστεγο ζευγάρι που κοιμάται στο σιδηροδρομικό σταθμό, μια νεαρή Νιγηριανή που ξέφυγε απ’ τα κυκλώματα του τράφικινγκ, έναν Ιορδανό μετανάστη που προσπαθεί να επιβιώσει στο δρόμο, μια Σενεγαλέζα με αναπηρία που προσπαθεί να ξεκινήσει μια νέα ζωή κι έναν πρώην τοξικομανή που προσπαθεί να εμποδίσει άλλους να πέσουν στην ίδια παγίδα.

«Ήθελα ν’ ασχοληθώ μαζί τους όσο και με τους σεφ», μας εξηγεί ο Svatek. «Ξεκίνησα να τους προσεγγίζω λίγους μήνες πριν τα γυρίσματα, για να αποκτήσουμε εμπιστοσύνη και τον αλληλοσεβασμό. Κάποιοι άστεγοι δε θέλουν οι συγγενείς τους να μάθουν από μια ταινία ότι ζουν στο δρόμο. Πρόσφυγες φοβούνται για τις οικογένειες που άφησαν πίσω τους. Άλλοι θέλουν να βγουν και να πουν την ιστορία τους. Τους ακολουθούσα και έξω, στο δρόμο. Μ’ αρέσει ν’ ακολουθώ κάτι όταν συμβαίνει και να μιλάω γι’ ανθρώπους, όχι για ιδέες. Έτσι φέρνουμε τα σημαντικά θέματα κατευθείαν στις καρδιές των ανθρώπων, όχι στο μυαλό και την κρίση τους. Υπήρξαν πολλές έντονες στιγμές στα γυρίσματα», συνεχίζει. «Θυμάμαι όταν ο Fawaz αποφάσισε να εγκαταλείψει το Refettorio νιώθοντας ότι τον εκμεταλλεύονταν. Αυτή ήταν η δική του αντίληψη κι εγώ το σεβάστηκα και συνέχισα να τον ακολουθώ. Επειδή δεν μπορούσε να βρει κάποιον ξενώνα, έμενε στο δρόμο. Μια βραδιά κοιμήθηκε σ’ ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. ‘Τι θα κάνεις με το υπόλοιπο της ζωής σου’; τον ρώτησα. ‘Αυτή είναι μια μεγάλη ερώτηση’, μου λέει. ‘Τώρα θέλω να κοιμηθώ. Αύριο θα σκεφτώ για το υπόλοιπο της ζωής μου. Αλλά τώρα θέλω να κοιμηθώ’. Νομίζω ότι αυτή η απάντηση έχει μεγάλη αξία για όλους μας!

Ο σεφ με τους καλεσμένους

Ο σεφ με τους καλεσμένους

Στην Ελλάδα δεν έχουμε πολυτελείς τραπεζαρίες, αλλά διαθέτουμε πολλά φρέσκα τρόφιμα, τα οποία πετιούνται στο τέλος της μέρας. Ο Αλέξανδρος Θεοδωρίδης, ιδρυτικό μέλος της οργάνωσης Μπορούμε που θα συμμετέχει σε συζήτηση μετά την προβολή της ταινίας στο Γαλλικό Ινστιτούτο, μας μιλά για τη δράση τους:

«Το 2011 όλα ξεκίνησαν από ένα απλό σκεπτικό: Ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει τόση σπατάλη τροφίμων γύρω μας και να ακούμε διαρκώς ότι τόσοι άνθρωποι είναι σε διατροφική ανασφάλεια και χρειάζονται επισιτιστική βοήθεια. Αυτό που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, είναι το πώς σώζεις το φρέσκο φαγητό, που έχουμε πολύ στην Ελλάδα, αντιθέτως από άλλες χώρες. Είμαστε πλούσια χώρα σε παραγωγή τροφίμων. Δεν έχουμε λιμό, δε μας λείπουν οι θερμίδες, μας λείπει η αξιοπρέπεια. Στη λαϊκή βλέπουμε ανθρώπους να πέφτουν να μαζεύουν ό,τι πετάγεται απ’ τον πάγκο. Αυτό ήταν και το κίνητρο. Υπάρχουν πολλοί που θέλουν να δώσουν φαγητό, από παιδικά πάρτι και εταιρικά catering μέχρι μεγάλες πολυεθνικές και φούρνοι. Το Μπορούμε διαχειρίζεται την πληροφορία ποιος θέλει να δώσει τι και ποιος έχει ανάγκη να λάβει τι, και μέσω της βάσης δεδομένων βλέπουμε ποιος φορέας είναι ο πιο κατάλληλος και πιο κοντινός για να παραλάβει τα τρόφιμα. Δημιουργούμε έτσι μια γέφυρα προσφοράς που φροντίζουμε να διατηρείται σε καλή λειτουργία, να υπάρχει τακτικότητα και μόνιμη δικτύωση. Είμαστε ουσιαστικά μια ψηφιακή τράπεζα τροφίμων. Αυτή η μέθοδος, που επινοήσαμε από ανάγκη, έχει γίνει στο μεταξύ καλή πρακτική και αλλού». Το «Μπορούμε στο σχολείο» είναι ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα με σκοπό την ενημέρωση από μικρές ηλικίες για τη μείωση σπατάλης των τροφίμων και την προσφορά για καλό σκοπό. Μέσα σε δυόμιση χρόνια η οργάνωση έχει μιλήσει σε πάνω από 11.000 παιδιά.

«Στο μεταξύ η χρηματοδότηση που ήρθε από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος μας έδωσε τη δυνατότητα να έχουμε δυο υπαλλήλους και μια στρατηγική σχετικά με το πώς μπορούμε να σώσουμε τρόφιμα σε κάθε σημείο της αλυσίδας τροφίμων. Έτσι, με τη βοήθεια εθελοντών υλοποιούμε προγράμματα για χωράφια (παραγωγή που δεν συγκομίζεται), ή προγράμματα για λαϊκές όπου μαζεύουμε τα τρόφιμα και τα δίνουμε στο όχημα του φορέα που τα ζητάει». Φορείς είναι τα συσσίτια, οι κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων, οι οργανώσεις και τα ιδρύματα που λαμβάνουν 20.000 μερίδες ημερησίως – συνολικά 18 εκατομμύρια μερίδες από το 2011. Υπάρχουν φορείς που καλύπτουν το 70-90% των αναγκών τους έτσι.

 Info:

 

CineDoc: Theater of Life

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου στις 19.30 στην Αθήνα (Γαλλικό Ινστιτούτο)
Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου στις 21.00 στη Θεσσαλονίκη (Αίθουσα «Σταύρος Τορνές»)
Σάββατο 16 Δεκεμβρίου στις 19.30 στο Βόλο (Κινηματογράφος Αχίλλειον)
Κυριακή 16 & 17 Δεκεμβρίου στις 16.00 στην Αθήνα (Κινηματογράφο Δαναό)