Ο Τένεσι Ουίλλιαμς είναι ένας από τους χαρακτηριστικότερους -αν όχι ο κατεξοχήν- συγγραφείς που μετουσίωσαν τους προσωπικούς τους δαίμονες σε δημιουργική γραφή. Η ομοφυλοφιλία του -που, αν και δεν στάθηκε εμπόδιο στην επαγγελματική του καταξίωση, τον καταδίωκε φανερά-, η επιρροή μιας αυταρχικής, ευνουχιστικής μητέρας στη ζωή του και στη ζωή της πολυαγαπημένης του αδερφής Ρόουζ, η λοβοτομή της και η δική του επίπονη και επίμονη ενοχή, η ολοένα αυξανόμενη αγωνία για το έργο του, είναι όλα ευρέως γνωστά βιογραφικά στοιχεία που διαποτίζουν τη δραματουργία του και συμπυκνώνονται δραματικά στο «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», που σκηνοθετεί (και μεταφράζει) ο Δημήτρης Μαυρίκιος στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας.

Το έργο δομείται γύρω από τον σκηνικά απόντα, αλλά αδιαμφισβήτητα πρωταγωνιστή Σεμπάστιαν, τον ομοφυλόφιλο ποιητή alter ego του συγγραφέα;-, που δολοφονήθηκε κάτω από πρωτοφανείς συνθήκες κανιβαλισμού, ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι. Γύρω από το συμβάν υφαίνονται δύο εκδοχές, που εκπροσωπούν ταυτόχρονα δυο διαφορετικούς κόσμους, το ζωτικό ψεύδος και η γυμνή, ωμή αλήθεια. Από τη μια, η μητέρα του Σεμπάστιαν, Βάιολετ Βέναμπλ, αγέρωχη, ποτισμένη ως το κόκαλο στην ψευδαισθητική υιοθέτηση μιας πλάνης: «ο γιος μου πέθανε αγνός, άσπιλος». Και από την άλλη, η ξαδέρφη του, Κάθριν Χόλι, έγκλειστη σε ψυχιατρείο και υπό την απειλή λοβοτομής λόγω της αλήθειας που κομίζει. Είναι αυτή που κοιτάει κατάματα την ταυτότητα του Σεμπάστιαν και μαρτυρά θαρραλέα τα γεγονότα, ως αυτόπτης μάρτυρας του μαρτυρικού τέλους του ποιητή, όταν «ψαρεύοντας» εραστές, κατακρεουργήθηκε και φαγώθηκε από ένα τσούρμο ιθαγενών εφήβων στο λόφο της Cabeza (κεφάλι) de Lobo (λύκος αλλά και λοβοτομή), στα νησιά Γκαλάπαγκος. Ομοφυλοφιλία, ενοχή, λοβοτομή, οικογενειακά δεσμά και λανθάνουσες «αιμομικτικές» αποχρώσεις· φανερή η παρουσία του Ουίλλιαμς πίσω από τις γραμμές.

ΞΑΦΝΙΚΑ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ από την οθόνη. Μπέττυ Αρβανίτη
Η Μπέτυ Αρβανίτη στο ρόλο της Βάιολετ Βέναμπλ

Ο Δημήτρης Μαυρίκιος ξανασυναντήθηκε με τον συγγραφέα σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την αριστουργηματική παράσταση του «Γυάλινου κόσμου» και έχτισε, μάλιστα, γέφυρες ανάμεσα στις δύο -όχι τυχαία, καθώς τα έργα διαπερνά μια νοητή συγγένεια-, που εκδηλώθηκαν στην παρουσία του Νίκου Κουρή, τότε Τομ τώρα Σεμπάστιαν, στο εμβόλιμο μουσικό μοτίβο του Νίκου Κυπουργού, δάνειο από την πρώτη παράσταση, στη στιγμιαία υπενθύμιση της «ταύτισης» μεταξύ Ρόουζ/Λώρας/Κάθριν.

Ο Μαυρίκιος με τη σκηνοθεσία του θέλησε να αποκαταστήσει την αυτολογοκρισία που είχε επιβάλει ο Ουίλλιαμς στον εαυτό του, αφαιρώντας από την τελική εκδοχή του έργου το ποίημα «Ο Άγιος Σεβαστιανός του Σοδομίτη», όπου υιοθετείται η εικονοκλαστική θεώρηση του Άγιου ως ομοφυλόφιλου και εραστή του Αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Η παράστασή του κινήθηκε απόλυτα γύρω από το πρόσωπο και την ομοφυλοφιλική ταυτότητατου νεκρού ποιητή, που, αν και απών από το έργο, ενσαρκώθηκε στην παράσταση ως Σεμπάστιαν και Άγιος Σεβαστιανός σε χαρακτηριστικά, εμβόλιμα κινηματογραφημένα στιγμιότυπα. Τα υπόλοιπα ηχοχρώματα του έργου, η συγγραφική αγωνία, οι μεταφυσικές ανησυχίες, οι έντονοι συμβολισμοί του σκηνικού χώρου, μπήκαν σε δεύτερο πλάνο – αν δεν αποσιωπήθηκαν. Ο σκηνοθέτης κατέφυγε και πάλι στη χαρακτηριστική του σφραγίδα, τη σύνθεση ενός μικτού θεάματος θεάτρου και κινηματογράφου, όπου οι προβολές (σκηνοθεσία: Χρήστος Δήμας) λειτούργησαν ως βασικό δραματουργικό εργαλείο, καθώς μας σύστησαν τον ήρωα, ενώ η εναλλαγή με το θεατρικό κομμάτι αποτύπωσε με γλαφυρό τρόπο την ταλάντευση μεταξύ απτής και διαφεύγουσας πραγματικότητας.

ΞΑΦΝΙΚΑ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ από την οθόνη Μπέττυ Αρβανίτη, Νίκος Κουρής

Το πιο γοητευτικό στοιχείο της σκηνοθεσίας αποτέλεσε η σταδιακή καταβύθιση στο σύμπαν του έργου, που επιφύλαξε ο Δημήτρης Μαυρίκιος στους θεατές. Το πρώτο μέρος δόθηκε με μια σχετική «αποστασιοποίηση»: Εδώ παρουσιάζεται ο ψευδαισθητικός κόσμος της Βάιολετ, που με νύχια και με δόντια προσπαθεί να συντηρήσει ζωντανό. Ο γιατρός εισέρχεται σαν ξένος σε αυτόν, ίσως και από το μέλλον, όπως μαρτυράει το σύγχρονο κοστούμι του (Ελένη Μανωλοπούλου)· θέλει να μάθει τα γεγονότα, παρακολουθεί την από οθόνης αφήγηση ζωής της Βάιολετ και του γιου της, αυτός είναι που σπάει σε σημεία τη σύμβαση με τη διττής σημασίας παράκληση για «φως, λίγο φως!». Σταδιακά γίνεται μέρος του σκηνικού κόσμου, μαζί του και οι θεατές. Στο δεύτερο μέρος, όταν καλείται να ακούσει την εκδοχή της Κάθριν, τον βρίσκουμε ντυμένο με το κοστούμι του γιατρού. Τώρα, η σκηνοθετική συνθήκη γίνεται πιο δραματική· ο σκηνοθέτης μάς παραδίδει τα γεγονότα χωρίς τα μεταθεατρικά τερτίπια του πρώτου μέρους. Το φινάλε, η αφήγηση του τρομερού τέλους του Σεμπάστιαν, απολύτως δραματικό, επικεντρώνεται στην Κάθριν. Την αφήνει μόνη επί σκηνής σε έναν παραληρηματικό μονόλογο, απογυμνωμένη ψυχή τε και σώματι.

Στόχος φανερός σε αντιστοιχία με το έργο, που εν πολλοίς πραγματοποιήθηκε, ήταν η δημιουργία φορτισμένης ατμόσφαιρας· η χαρακτηριστική σκηνογραφία του έργου, ο κήπος με τα σαρκοβόρα φυτά που δημιουργεί ένα πνιγηρό, ασφυκτικό κλίμα γύρω από τους ήρωες, εδώ δεν υπήρχε (σκηνικό: Δημήτρης Πολυχρονιάδης)· αντικαταστάθηκε όμως από τα κινηματογραφημένα ένθετα, τη μουσική (Στάθης Σκουρόπουλος), τα ξαφνικά σκοτάδια, τις φωνές χωρίς σωματική παρουσία. Οι ερμηνείες στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων· παρατηρήθηκε μια κάποια τυποποίηση από τους Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη (κυρία Χόλι) και Γιάννη Φλουράκη (Τζορτζ Χόλι), που δικαιολογείται πάντως από τους ρόλους τους, ικανοποιητικοί ήταν η Μπέττυ Αρβανίτη στο ρόλο της αυταρχικής, εθελοτυφλούσας Βάιολετ Βέναμπλ και ο Αλέξανδρος Βάθρης ως γιατρός Τσουκρόβιτς, τα εύσημα όμως θα πρέπει να αποδοθούν στη Λουκία Μιχαλοπούλου (Κάθριν), που έφερε σε πέρας έναν δύσκολο ρόλο, δίνοντας ακριβώς το στίγμα που κλήθηκε να δώσει και συντελώντας τα μέγιστα στη δραματική αποτελεσματικότητα της παράστασης.

Info: Η παράσταση «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου συνεχίζεται μέχρι την Κυριακή των Βαΐων στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας

Φωτογραφίες από την παράσταση