Έτσι πρέπει να ξεκινούν οι ταινίες: «Όταν σκέφτομαι τη γυναίκα μου, σκέφτομαι πάντα το κεφάλι της. Με φαντάζομαι να σπάω το υπέροχο κρανίο της, να ξεκουβαριάζω τον εγκέφαλό της και να προσπαθώ να βρω απαντήσεις· στις πρωταρχικές ερωτήσεις κάθε γάμου: Τι σκέφτεσαι; Πώς αισθάνεσαι; Τι έχουμε κάνει ο ένας στον άλλο;». Καθώς ακούμε τον Μπεν Άφλεκ να μας τα εξομολογείται αυτά με φωνή υπνωτισμένη και καθώς βλέπουμε την κατάξανθη κώμη που καλύπτει το υπέροχο κρανίο της Ρόζαμουντ Πάικ να στρέφει προς την κάμερα και την ίδια να μας κοιτά αινιγματικά, «To Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» μας βάζει εξ αρχής στο κλίμα του. Και αμέσως μετά το διαπροσωπικό πλαίσιο πέφτουν οι τίτλοι και βλέπουμε το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το διαπροσωπικό, καθώς εναλλάσσονται εικόνες από ερειπωμένα μαγαζιά, κλειστά εργοστάσια, άδειους δρόμους, μια μικρή πόλη στο Μιζούρι, η Αμερική στα χρόνια της ύφεσης.

Ανήμερα την πέμπτη επέτειο του γάμου τους η Έιμι εξαφανίζεται, ίχνη πάλης υπάρχουν στο σπίτι, ο Νικ φωνάζει την αστυνομία και ανησυχεί, αλλά όπως ένα -αυτοτελώς καταπληκτικό- τρέιλερ της ταινίας υπό τη συνοδεία του “She” που είχε κυκλοφορήσει μας είχε προειδοποιήσει, η βασική απορία είναι μία: Ευθύνεται ο Νικ για την εξαφάνιση της Έιμι ή όχι; Την σκότωσε; Το έκανε ή δεν το έκανε; Με αυτήν την μπαναλιτέ περνάμε πάνω από μια ώρα ταινίας. Και είναι μια μπαναλιτέ γραμμένη και σκηνοθετημένη υπέροχα, είναι ένα μυστήριο με το οποίο περνάμε παραπάνω από ωραία. Αλλά τι νόημα θα είχε να γυρίσει ο Φίντσερ μια τέτοια ταινία; Γιατί, ναι, υπέροχα θα περνούσαμε, αλλά θα μας έμενε ένα τελικό «ε και;». Μεγάλος σκηνοθέτης δεν είναι αυτός που ξέρει να σκηνοθετεί, αλλά αυτός που ξέρει να μιλάει και για ζητήματα ουσιαστικά, αυτός στον οποίο φόρμα και περιεχόμενο αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοαπογειώνονται. Μετά λοιπόν αυτό το πρώτο μέρος ακολουθεί ένα ζαλιστικό επτάλεπτο που προφανώς θα διδάσκεται σε όλες τις σχολές σκηνοθεσίας για τη συμπύκνωση του και μας λέει: «ξεχάστε τις αμφιβολίες, νά τι έγινε». Ωραία θα πεις και με το δίκιο σου, οι ανατροπές στην πλοκή και το ξάφνιασμα του θεατή δεν είναι και αυτό αναπόσπαστο χαρακτηριστικό των θρίλερ; Το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» είναι σαν να παίρνει τα θρίλερ του σωρού και τους λέει, κοιτάχτε, κοιτάχτε πού μπορώ να πάω. Το τρίτο μέρος συνεχίζει την πλοκή με τα νέα δεδομένα και ολοκληρώνεται με μια σκηνή αισθητικοποιημένης βίας βγαλμένη από βαθιά σκοτάδια κι ακόμη βαθύτερο ταλέντο. Και μετά στην τελική ευθεία, στο τέταρτο μέρος, τα πράγματα μπαίνουν στη σωστή τους βάση: εδώ το θέμα δεν είναι η ψυχοπαθολογία κανενός, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κανένα Fatal Attraction, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που συνομιλεί με το “Eyes Wide Shut” του Κιούμπρικ και δρα η μία πιο υπόγεια, πιο ανατρεπτικά, πιο σαρδόνια από την άλλη.

H ίδια η Έιμι από παιδί μαθαίνει ότι υπάρχει ο εαυτός, υπάρχει και η αφήγησή του, η κατασκευή του. «Οι γονείς σου λογόκλεψαν την παιδική σου ηλικία» της λέει ο Νικ. Του απαντάει κάτι σαν «Όχι, βασίστηκαν σε αυτή για να τη βελτιώσουν». Η Αμερική μεγαλώνει με μια σειρά παιδικών βιβλίων την «Yπέροχη Έιμι». Μεγαλώνοντας η Έιμι, μεγαλώνει και η «Υπέροχη Έιμι». Και τώρα που εξαφανίστηκε την «Υπέροχη Έιμι» ψάχνει. Που δεν είναι αυτή του βιβλίου, αλλά είναι επίσης μια αφήγηση, μια κατασκευή, μια μυθοπλασία, αυτή τη φορά όχι από βιβλία, αλλά από τα πρότυπα γυναίκας που έχει η κοινωνία και τα οποία διογκώνουν τα μίντια. Κυρίαρχη προβληματική στην ταινία και το βιβλίο είναι αυτή: αντίστοιχα το φλερτ, ο έρωτας, τα πρώτα χρόνια ενός ζευγαριού, σημαίνουν πως παίρνεις τον εαυτό σου και τον βελτιώνεις, φτιάχνεις έναν άλλο, ιδεατό, αρεστό στον έρωτά σου. Η ίδια η συγγραφέας και σεναριογράφος Τζίλιαν Φλιν λέει: «o γάμος είναι ένα είδος απάτης μακράς διαρκείας, γιατί κατά τη διάρκεια του φλερτ βάζεις στην βιτρίνα τον απολυτα καλύτερο εαυτό σου. Από την άλλη ο άνθρωπος που παντρευόμαστε υποτίθεται πως πρέπει να σε αγαπάει ό,τι κι αν γίνει. Αλλά ο σύζυγός σου δεν μπορεί να διακρίνει τα κουσούρια σου μέχρι να μπεις βαθύτερα στον γάμο και να αφήσεις τον εαυτό σου να ξεδιπλωθεί». Ο αληθινός εαυτός. Ο βασισμένος στον αληθινό εαυτό και ο βελτιωμένος των βιβλίων. Ο βασισμένος στον αληθινό εαυτό και βελτιωμένος της αρχής του έρωτα. Και η σταδιακή εγκατάλειψη των εφευρεμένων εαυτών, η επιστροφή στους αληθινούς όσο τα χρόνια του γάμου κυλούν. Οι καλύτερες εκδοχές φεύγουν, οι λιγότερο καλές είναι εδώ. Και στην περίπτωση του Νικ και της Έιμι ίσως αν το κοινωνικό πλαίσιο ήταν αλλιώς να καθυστερούσε η φθορά τους. Ή να μην προλάβαινε να γίνει φθορά, να ερχόταν ένα παιδί και να περνούσε σε άλλη φάση. Αλλά χάνουν και οι δύο τις δουλειές τους -γραφιάδες, σε ανδρικό περιοδικό αυτός, σε γυναικείο εκείνη, όπου φτιάχνει τεστ προσωπικότητας, καθώς δεν υπάρχουν πια αληθινά αληθινοί εαυτοί, όλα μπορούν να αναλυθούν σε συντεταγμένες και προκατασκευασμένες ψηφίδες προσωπικότητας- και από την ψαγμενη ζωή της Νέας Υόρκης πάνε στην πατρίδα του Νικ, στο Μιζούρι. Υπάρχει μια εικόνα ζευγαριού που πάντοτε σιχαίνονταν και οι δύο. Δεν θα γίνουμε ποτέ αυτό το ζευγάρι που κάνει το ένα ή το άλλο. Το ξέρουν καλά το κλισέ, το σιχαίνονται το κλισέ, ζουν απέναντί του, μόνο και μόνο για να το βρουν μετά από χρόνια εμπρός τους. Και τότε; Τότε τι έχουμε κάνει ο ένας στον άλλο; Πώς πληγώσαμε ο ένας τον άλλον; Πώς κάναμε ο ένας τον άλλον θύμα; Η καταπίεση και η προδοσία. Τα παράπονα και η ασφυξία. Μέχρι την εξαφάνιση της Έιμι ο γάμος τους ήταν ιδιωτική τους υπόθεση. Όταν γίνεται δημόσια και μπαίνει στο μικροσκόπιο, όλα πλέον στρέφονται στο πώς θα πειστεί η κοινή γνώμη για το ποιός είναι θύμα και ποιός θύτης. Το δικαστήριο της κοινής γνώμης και η κοινή γνώμη ως δικαστήριο σε μια χώρα που έχει το σύστημα των ενόρκων κορωνίδα. Αλλά όχι η ταινία δεν θέλει να σχολιάσει το τσίρκο των μίντια, αυτά είναι προβληματικές ξεπερασμένες και σίγουρα όχι ένα θέμα που θα αφορούσε τον Φίντσερ, αυτά ενσωματώνονται ως αυτονόητο μέρος της πλοκής. Άλλα τον αφορούν. Όπως η χειραγώγηση των τεκμηρίων. Το πρώτο βράδυ που γνωρίστηκαν ο Νικ και η Έιμι συμφώνησαν έναν κώδικα. Αν της κρύβει με το χέρι το πηγούνι τότε θα λέει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Ό,τι φαίνεται ως υπεράνω αμφιβολίας, καταντά να έχει μεγαλύτερη σημασία από την αλήθεια. Δυσπιστώντας στις διαβεβαιώσεις των ανθρώπων αφεθήκαμε να πιστεύουμε ως θεότητες τα τεκμήρια. Η γραφή ως τρόπος κατασκευής του παρελθόντος. Διαρκείς κατασκευές αληθειών. Η εφεύρεση του παρελθόντος, η εφεύρεση του παρόντος, η εφεύρεση του μέλλοντος. Οι ταυτότητες είναι ρευστές, όλα είναι αντικείμενο αφήγησης, το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον, οι ρόλοι μας, οι εαυτοί μας. Εδώ τίποτα δεν γίνεται με το ζόρι, εδώ το θέμα είναι η εφεύρεση νέων εαυτών και νέων κοινωνικών ταυτοτήτων μέσω του περάσματος σε ένα επόμενο επίπεδο. Όπως ο «Κυνόδοντας» τραβώντας μια συνθήκη στα άκρα μιλά για κάθε οικογένεια, έτσι και το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε» μιλά για κάθε γάμο τραβώντας τις αντιδράσεις στα άκρα, μόνο και μόνο για να τις ξαναφέρει πίσω εκεί που πραματικά ανήκουν: στην εκούσια και συνειδητή απόφαση ζωής που ενίοτε μπορεί να είναι ακόμη πιο τρομακτική κι από την ψυχοπάθεια.