Έγκλημα και τιμωρία: Λένε ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει ενδιαφέρον σήμερα κυρίως ως κοινωνικό μυθιστόρημα.  Αντίστοιχα,  η βασική αρετή του βραβευμένου με όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας «Μυστικού στα Μάτια της», είναι ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνει την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα των προηγούμενων δεκαετιών της Αργεντινής, χωρίς ποτέ όμως να βάζει την πραγματικότητα αυτή σε πρώτο πλάνο, αποφεύγοντας μάλιστα και να ονοματίσει ρητά πολιτικά φορτισμένες έννοιες. Μιλώντας για ένα έγκλημα κι έναν έρωτα, η ταινία μιλά για ιστορίες πανανθρώπινες. Ωστόσο το ότι αυτά συμβαίνουν στην Αργεντινή του 1974 επηρεάζει καθοριστικά και τα δυο. Εκείνη είναι πλούσια, με ανώτατη μόρφωση, αξιωματούχος του δικαστήριου, δεν μπορεί να την αγγίξει κανείς. Εκείνος είναι φτωχός, έχει τελειώσει δημοτικό, είναι υφιστάμενός της, το παρακράτος μπορεί να τον αγγίξει ό,τι ώρα θέλει.  Η χούντα στην Αργεντινή διήρκεσε από το 1976 ως το 1983, ωστόσο τα όσα πολιτικώς και θεσμικώς ανώμαλα βλέπουμε να συμβαίνουν, συμβαίνουν δυο χρόνια πριν, το 1974, όπου λειτουργούσε ένα παρακράτος που στηριζόταν στο ακροδεξιό σκέλος του κόμματος των περονιστών. Οι δικτατορίες δεν προκύπτουν από παρθενογένεση, δεν ξεσπάνε σε περιβάλλοντα που λειτουργούν ρολόι οι θεσμοί. Και η ταινία δείχνει πως όταν απουσιάζει η θεσμική δικαιοσύνη το αποτέλεσμα είναι σχεδόν νομοτελειακό: στρεβλώσεις, τερατογενέσεις, καταστάσεις που παρασέρνουν και σένα στη σκοτεινή πλευρά σκοτεινιάζοντας ακόμη περισσότερο το συνολικό τοπίο.

Το πάθος και το γκολ: Ακριβώς μετά το διάλειμμα η ταινία απογειώνεται. Ο αλκοολικός φίλος του πρωταγωνιστή μιλά για τον ένα και μοναδικό τύπο του ανθρώπου, για τον κοινό όλων μας τύπο. Εξηγεί δηλαδή ότι ο άνθρωπος, είτε αστυνόμος είναι είτε φονιάς είτε οτιδήποτε άλλο, έχει ένα κοινό στοιχείο: «Είμαι στο μπαρ και πίνω, παρόλο το κακό που μου κάνει, επειδή μου αρέσει να πίνω. Κανείς μπορεί να αλλάξει τα πάντα. Σπίτι, γυναίκα, πατρίδα, Θεό, πεποιθήσεις. Αλλά ένα πράγμα δεν μπορεί να αλλάξει: το πάθος του». Λίγο μετά ακολουθεί ένα οργιαστικό πεντάλεπτο μονόπλανο σε ποδοσφαιρικό γήπεδο, μια σκηνή που σε αφήνει με το στόμα ανοικτό. Σαν να έχεις πάει γήπεδο και σινεμά μαζί. Ο διονυσιασμός της ποδοσφαιρικής εξέδρας είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο να αναπαρασταθεί. Ο πανηγυρισμός σε ένα γκολ είναι ο ορισμός του αυθόρμητου, ο ορισμός ενός ξεσπάσματος που δεν μπορεί να προσομοιωθεί. Η στιγμή του μεγάλου γκολ είναι μια στιγμή που όλα τα συναιρεί και όλα τα συμπυκνώνει. Το μεγάλο γκολ είναι ο συνδυασμός προσδοκώμενου και απροσδόκητου:  το προσδοκούσες σε όλη τη διάρκεια του αγώνα – και βδομάδες πριν αν ο αγώνας είναι κρίσιμος- αλλά όταν έρχεται δεν παύει να είναι σε ένα βαθμό απροσδόκητο, αφού η στιγμή του δεν είναι εγγυημένη ή προγραμματισμένη, αφού μπορεί να έρθει ανά πάσα στιγμή όπως ακριβώς μπορεί να μην έρθει και καθόλου. Κι αν έρθει δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Ξεσπάς. Ουρλιάζεις. Αγκαλιάζεις. Φιλάς. Χάνεσαι. Ωστόσο το ακατόρθωτο πετυχαίνεται και η φρενίτιδα του γηπέδου μεταδίδεται στην ταινία ανεπανάληπτα. Ίσως επειδή είμαστε στην Αργεντινή και είναι το πιο πρόσφορο έδαφος να επιτευχθεί. Ίσως επειδή για να ολοκληρωθεί η σκηνή του γηπέδου και όσα διαδραματίζονται σε αυτή απαιτήθηκαν δυο χρόνια προετοιμασίας και σχεδιασμού, τρεις μέρες γυρισμάτων, εννιά μήνες μοντάζ. Και διακόσιοι κομπάρσοι, αληθινοί πιθανότατα οπαδοί.

Το λεξικό των βλεμμάτων:  Το αισθηματικό σκέλος της ταινίας είναι και το λιγότερο επιτυχημένο. Εικονογραφείται συμβατικά, ενίοτε στα όρια του άρλεκιν. Ο αυθεντικός τίτλος της ταινίας είναι «Το μυστικό στα μάτια τους» και είναι και πολύ ακριβέστερος επειδή  μιλά για το μυστικό στα μάτια και των δύο ερωτευμένων. Μιλά επίσης για το μυστικό στα μάτια του δολοφόνου, αφού είναι το βλέμμα του που γεννά υποψίες όταν ερευνάται η υπόθεση και είναι το βλέμμα του στην ανάκριση που λειτουργεί σαν αποδεικτικό του ψυχισμού του στοιχείο.  Οι δυο πρωταγωνιστές δεν έχουν πει με λόγια σχεδόν τίποτα το ερωτικό. Τα μάτια τους όμως έχουν συνομιλήσει με έναν τρόπο που δεν μπορούν να ξεχάσουν. Και ξαναπιάνουν με την ίδια ένταση τον σιωπηλό τους διάλογο είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, αφού η ταινία κινείται μεταξύ 1974 και 1999. 

Προϊόν μάθησης η γλώσσα, σύστημα η γλώσσα, είναι πολύ λιγότερο αυθόρμητη, αφού πάντα μεσολαβεί ένα φίλτρο ανάμεσα στη σκέψη και στη λέξη. Ανάμεσα στο συναίσθημα και στο βλέμμα όμως το φίλτρο έχει πολύ πιο περιορισμένη δυνατότητα αναχαίτισης,  πολύ μικρότερη δικαιοδοσία. Το βλέμμα μπορεί να καταπιεστεί και σε ένα βαθμό να καμουφλαριστεί. Να υποκριθεί και να πει όπως η γλώσσα ψέμματα είναι πολύ πιο δύσκολο. Μαθαίνοντας να μιλάμε, μάθαμε επίσης και να λέμε ψέμματα. Από την άλλη, η πρώτη ύλη της γλώσσας είναι κοινή για όλους. Το ίδιο «Σ΄ αγαπώ» θα πεις και εσύ και όλοι οι άλλοι. Κι ας το εννοείς διαφορετικά από όλους τους άλλους. Αλλά το βλέμμα σου είναι μόνο δικό σου. Όσο κι αν προσπαθείς να ξεφύγεις από την κοινή χρήση των λέξεων, η φθορά τους είναι πάντα παρούσα, μεταδίδοντας αναπόφευκτα ένα μέρος από την κόπωση τους. Αλλά το βλέμμα σου δεν απαντάται σε λεξικά, δεν κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, απαντάται μόνο μέσα στα δικά σου μάτια, κυκλοφορώντας πολύ πιο περιορισμένα και εκλεκτικά. Τα συναισθήματα που νιώθεις είναι δικά σου, αλλά σε αντίθεση με το βλέμμα σου, τα λόγια που θα πεις δεν είναι. Ίσως λοιπόν αρχίζουμε να μιλάμε περισσότερο όταν προτιμάμε να κοιτάμε λιγότερο, ίσως στο ερωτικό πεδίο ο λόγος να είναι τελικά μια έκπτωση· και τα ερωτικά ποιήματα τίποτα περισσότερο από αποτυχημένες προσπάθειες ανάκλησης και μεταγραφής ερωτικών βλεμμάτων.