Πώς να πιάσεις και να αναλύσεις σε ένα άρθρο την ιστορία του ρεμπέτικου και ειδικότερα στον Πειραιά; Έχουν γραφτεί αμέτρητα άρθρα, βιβλία, έχουν γίνει εκπομπές, και, παρόλο που υπάρχουν αδιαμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα, οι ερμηνείες είναι διαφορετικές. Κι αυτό είναι το πολύ ενδιαφέρον που διαπίστωσα από την έρευνα: Το ρεμπέτικο δεν άφησε εποχή μόνο ως μουσικό, αλλά και ως κοινωνικό φαινόμενο που δεν έγινε ποτέ κατεστημένο στη μουσική μας παράδοση, που επιδέχεται μέχρι και σήμερα πολλών εκδοχών, εγκλήσεων και αντεγκλήσεων, αφορισμών και εναγκαλισμών από μελετητές, ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, κινήματα, ή ακόμα και πολιτικά κόμματα.

Nikaia Orhistra Kavoura071
[1] Γλέντι στις αρχές της δεκαετίας του 1930 στη Δραπετσώνα. Διακρίνονται ο Γιώργος Κάβουρας (σαντούρι) και ο Γιάννης Χατζής ή Αγορόπουλος (κιθάρα)

Στο πλαίσιο των «Ημερών Θάλασσας» που γιορτάζονται στον Πειραιά 28-31 Μαΐου, διοργανώνεται μεγάλη έκθεση με τίτλο «Ο Πειραιάς στο ρεμπέτικο τραγούδι την εποχή του γραμμοφώνου». Η έκθεση φιλοξενείται σε έναν πολύ ιδιαίτερο χώρο, την Πέτρινη Αποθήκη του ΟΛΠ, από την Τρίτη 19 Μαΐου έως την Κυριακή 31 Μαΐου. Περιλαμβάνει φωτογραφικό και ηχητικό υλικό, στίχους, ετικέτες, δίσκους, συλλεκτικές καρτ ποστάλ και άλλο σπάνιο υλικό από το αρχείο του Παναγιώτη Κουνάδη. Ο Παναγιώτης Κουνάδης, συλλέκτης και μελετητής της ελληνικής μουσικής, είναι η ζωντανή βάση δεδομένων που μπροστά της ωχριά κάθε βιβλιογραφία. Είναι ο άνθρωπος που θαυμάζω και στον οποίον καταφεύγω κάθε φορά που έχω κάποιο ερώτημα σχετικά με την ιστορία της ελληνικής μουσικής. Είναι αυτός που θα ανακαλέσει με εκπληκτική άνεση γεγονότα, στίχους, διαλόγους, ατάκες και θα μου τα αναπαραστήσει με το θεατρικό του τρόπο, ενώ παράλληλα θα μου διηγείται για χαρισματικά νέα παιδιά που ασχολούνται με τη μουσική, θα με ρωτάει για τα δικά μου παιδιά ή θα μου εξηγεί τις τεχνικές μαιευτικής που έμαθε στο Παρίσι. Αυτοχαρακτηρίζεται ως «μεταφορέας παλαιών πληροφοριών, ξεχασμένων και χρήσιμων» και με αφορμή την έκθεση αυτή, για την οποία δούλεψε πάνω από 600 ώρες σε υλικό που συγκέντρωνε για 50 χρόνια, μου έκανε την τιμή να χρωματίσει τούτο το άρθρο με τα σχόλια και τις γνώσεις του.


Peir Dimarhio[2] Άποψη του λιμανιού του Πειραιά και του Δημαρχείου της πόλης σε παλιά καρτ ποστάλ

Είναι λοιπόν γνωστό ότι το ρεμπέτικο αναπτύχθηκε κυρίως με τη μικρασιατική καταστροφή και τον ερχομό των προσφύγων από τα παράλια, που έφεραν μαζί τους ανατολίτικους ήχους, τους αμανέδες. Ο Πειραιάς μέχρι το 1800 δεν είχε καθόλου κίνηση, πριν το 1821 είχε έναν κάτοικο. Μετά αρχίζει να πυκνώνει. Έρχονται μανιάτες, κρητικοί, ναξιώτες και γίνονται μάλιστα και διαμάχες για το ποιος θα επικρατήσει. Μέχρι το 1880-90 ουσιαστική πρωτεύουσα είναι η Ερμούπολη, καθώς στον Πειραιά δεν υπάρχει οδοποιία. Αργότερα αρχίζουν οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις του Πειραιά, που εξελίσσεται σε έναν πολυπολιτισμικό χώρο πολλαπλών λειτουργιών και σε έναν τόπο που περιγράφεται και καταγράφεται στο ρεμπέτικο περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή.

Το ’22 με τη μικρασιατική καταστροφή σε κάθε κάτοικο αναλογούσε 1,5 πρόσφυγας. Έτσι διαμορφώνεται ο Πειραιάς του Μεσοπολέμου με χαρακτηριστικά μεγάλης πόλης με κοινωνικές ανισότητες. Δημιουργείται μια ιδιόμορφη πόλη που χωρίζεται πολύ έντονα σε πλούσια και φτωχή ζώνη, κάτι που απεικονίζεται ξεκάθαρα σε σχετικό χάρτη που έχει φτιάξει ο Βαγγέλης Βαβανάτσος και που θα τον δούμε στην έκθεση. Υπήρξε αδυναμία ενσωμάτωσης κοινωνικών στρωμάτων που δημιούργησε προβλήματα όπως ανεργία, πείνα ή καταχρήσεις.

28.Mia nixta sto pasalimani[3] Ο δίσκος «Μια νύχτα στο Πασαλιμάνι» του Βασίλη Τσιτσάνη (1946)

Μόνο μέχρι το 1960 στους δίσκους των 78 στροφών έχουν καταγραφεί 180 τραγούδια με αναφορά στον Πειραιά. Η ιστορική αφήγηση μέσα από το ρεμπέτικο είναι ενδιαφέρουσα. Τα τραγούδια μιλάνε για το λιμάνι, τα κορίτσια του, για πρόσωπα και περιστατικά του Πειραιά. Να μερικά από αυτά: Ο Μάρκος Βαμβακάρης έγραψε για τη μεγάλη πλημμύρα το ‘34 που άφησε δεκάδες νεκρούς. Έγραψε επίσης για την εκτέλεση στο Χαϊδάρι. Το ’31 συγκρούστηκαν αστυνομικοί με αριστεροαναρχικούς και σκοτώθηκε ο αστυφύλακας Χριστοδημόπουλος. Συνελήφθη ως κατηγορούμενος ο Πετζετάκος, ο οποίος απέδρασε από τη φυλακή. Γράφτηκε λοιπόν ένα μοιρολόι για τον θάνατο του αστυφύλακα, οι δε αριστεροί προσάρμοσαν στίχους σε ένα πολύ γνωστό ρωσικό τραγούδι για την απόδραση του Πετζετάκου. Το ’37 τα πλοία «Ανάστασις» και «Ύδρα» συγκρούστηκαν έξω από τον Πειραιά και πνίγηκε κόσμος. Αυτό έγινε τραγούδι, οι «Αδικοπνιγμένοι». Το τραγούδι αποσύρθηκε, γιατί η πλοιοκτήτρια εταιρεία έκανε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση. Ο Μιχάλης Γενίτσαρης έγραψε για τον Μεταξά, για το βομβαρδισμό του Πειραιά από τους Γερμανούς το ’44 και για τη δολοφονία του σαλταδόρου Στέλιου Καρδάρα στην κατοχή.

Ο Κουνάδης θεωρεί ότι οι δισκογραφικές εταιρείες (Columbia, Parlophon) δεν έβγαλαν χρήματα από το ρεμπέτικο. Οι δίσκοι έβγαιναν σε 50-100 αντίτυπα. Ο κόσμος δεν αγόραζε ρεμπέτικους δίσκους γιατί το γραμμόφωνο ήταν ακριβό και δεν υπήρχε σε πολλά σπίτια. Έτσι οι περισσότεροι δίσκοι είτε παίζονταν στο δρόμο από πλανόδιους, είτε σε καφενεία. Γι’ αυτό και οι πιο πολλοί είναι κατεστραμμένοι. Μου διηγείται πάντως γελώντας για μια φορά που το εργοστάσιο της Columbia δούλευε τριπλοβάρδια για να βγάζει δίσκους: Ήταν το ’31, όταν ο εργολάβος Αθανασόπουλος δολοφονήθηκε από την οικογένειά του και το σχετικό τραγούδι του Ιάκωβου Μοντανάρη ή Γιακουμή «Κακούργα πεθερά» έγινε μεγάλο σουξέ.

Tetras saloni886 (1)
[4] Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς, 1934. Από αριστερά, όρθιοι ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Ανέστης Δελιάς, καθιστοί ο Στράτος Παγιουμτζής και ο Γιώργος Μπάτης

«Η ιστορία του ρεμπέτικου είναι ουσιαστικά μια ιστορία παιδιών», λέει ο Κουνάδης. Πολλοί μουσικοί είχαν πάει πριν τη δεκαετία του ‘30 στην Αμερική όπου άφησαν εποχή. Το ‘32 έρχεται στην Ελλάδα ο πρώτος δίσκος από την Αμερική που ακούγεται το μπουζούκι. Το μεταφέρει στα ελληνικά ο Σταύρος Περιστέρης και το παίζει ο Μάρκος Βαμβακάρης. Αρχικά δεν υπήρχε κανένα δισκογραφικό ενδιαφέρον. Ο Μίνως Μάτσας όμως, νέος ο ίδιος το ’33, διαθέτει κριτήριο και πιάνει τον σκληρό ήχο του μπουζουκιού. Έτσι ξεκινά τις ηχογραφήσεις ο Βαμβακάρης. Μετά μαζεύει τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά, και το 34 κατεβαίνουν στη Δραπετσώνα αντικαθιστώντας τους σμυρνιούς που έπαιζαν εκεί, στο μαγαζί του Σαραντόπουλου. Έτσι δημιουργήθηκε και κατοχυρώθηκε η περίφημη «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». «Ο Βαμβακάρης ήταν ένα ιδιάζον πρόσωπο με μια εν τέλει καταπληκτική κι εξέχουσα φωνή. Αυτό το διαπιστώσαμε πολύ αργότερα, όταν δίσκοι του καθαρίστηκαν και αποδόθηκε καλά ο ήχος. Ο Μάρκος τραγούδησε 100 τραγούδια δικά του κι 130 άλλων συνθετών. Ήταν ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ο μανάβης, ο χασάπης, ο μπακάλης που τραγουδά πολύ καλά και είναι και πολύ αγαπητός».

Ο συνομιλητής μου δεν δέχεται ως δόκιμο τον όρο «λούμπεν» για τους ρεμπέτες εκείνης της εποχής. «Για να χαρακτηρίσεις ως λούμπεν μια τάξη, πρέπει να έχει διάρκεια από γενιά σε γενιά. Στην Ελλάδα δεν είχαμε ποτέ λούμπεν εργατική τάξη με διάρκεια. Ο πατέρας μπορεί να είναι αγρότης κι ο γιός γιατρός! Τον Βαμβακάρη τον έλεγαν λούμπεν στα 20 του και στα 30 του φορούσε γραβάτες! Το ρεμπέτικο λοιπόν δεν θα το έλεγα λούμπεν, αλλά ένα δημιούργημα ομάδων υψηλής κοινωνικής στάθμης. Δημιουργείται στη Σμύρνη μέσα από κοινωνικές μεταρρυθμίσεις εμπορικής μορφής (Τανζιμάτ) που έφεραν την κοινωνική ανάπτυξη των μειονοτήτων (Αρμενίων, Ελλήνων, χριστιανών, εβραίων)». Έτσι προέκυψε η ανάγκη για την ψυχαγωγία των ομάδων αυτών. Από τη μουσική ζωή της Σμύρνης (1850 – 1920) γεννώνται τα πρόσωπα που με τη μικρασιατική καταστροφή ήρθαν στην Ελλάδα, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν σπουδάσει μουσική. Ο Παναγιώτης Τούντας, για παράδειγμα, έγραψε μεν χασικλίδικα, αλλά είχε κλασικές μουσικές σπουδές (βλ. Βαρβάρα, την πρώτη απαγόρευση κυκλοφορίας και κατάσχεση δίσκου επί δικτατορίας Μεταξά). Ο Ανέστης Δελιάς πέθανε στο δρόμο από ηρωίνη, αλλά προερχόταν από εύπορη μουσική οικογένεια, το σπίτι της οποίας στη Σμύρνη έγινε κατόπιν δικαστικό μέγαρο. Οι ίδιοι οι ρεμπέτες δεν είναι απαραίτητα χασικλήδες, αλλά καταγράφουν την εποχή τους. «Το χασικλίδικο τραγούδι ήταν και λίγο μόδα, κι αυτό το έχω συμπεράνει από κουβέντες με παλιούς ρεμπέτες. Το ρεμπέτικο δεν ταυτίζεται με το χασικλίδικο, αλλά αποτελεί ένα μέρος του. Είναι μοναδικά τραγούδια παγκοσμίως που έχουν προσεγγίσει σωστά το θέμα των ουσιών (βλ. Πέντε μάγκες του Περαία του Γιάννη Εϊτζιρίδη, πιο γνωστού ως Γιοβάν Τσαούς), ανάμεσα σε τόσα τραγούδια άλλωστε που έχουν γραφτεί για εξαρτησιογόνες ουσίες, όπως τα τσιγάρα και το αλκοόλ».

Orhistra Kavoura070
[5] Δραπετσώνα 1932. Κομπανία Γιώργου Κάβουρα. Από αριστερά καθιστοί, Γιώργος Κάβουρας (βιολί), Σίμος Βασιλειάδης (σαντούρι), Γιώργος Μπουτζαλής (κιθάρα με διπλομάνικο), Γιάννης Χατζής ή Αγορόπουλος (κιθάρα). Όρθιοι οι καταστηματάρχες

Μέχρι τη δεκαετία του ‘30 το χασίς ήταν νόμιμο, αλλά και η ηρωίνη πουλιόταν στα φαρμακεία για ιατρικούς σκοπούς. Το χασίς ήταν το «αποκούμπι του φτωχού». Γύρω στο ‘35 εφαρμόστηκε ο νόμος για την αποζημίωση των χασισοκαλλιεργητών και δόθηκαν επιδοτήσεις για να αλλάξουν καλλιέργεια. Τα πρώτα λοιπόν τραγούδια ήταν όντως τα χασικλίδικα με ευρύτατη θεματολογία. Όταν το δέντρο και τα παράγωγά του βγήκαν εκτός νόμου το ‘36, απαγορεύθηκαν και τα χασικλίδικα τραγούδια. Επίσης ο Μεταξάς απαγόρευσε τους αμανέδες και ό,τι θύμιζε τουρκιά. Ο δε νόμος του για τη λογοκρισία παρέμεινε ενεργός για δεκαετίες. Ο Αιμίλιος Σαββίδης, που ήταν ελαφρολαϊκός συνθέτης πριν από το 1936 είχε γράψει –με το ψευδώνυμο Ν. Δέλτας– τραγούδια όπως το «Είμαι πρεζάκιας» (Πρέζα όταν πιείς), μετά όμως μπήκε στην Επιτροπή Προληπτικής Λογοκρισίας του Μεταξά. Αλλά και ο Βασίλης Τσιτσάνης μπαίνει στη δισκογραφία με βαρύ χασικλίδικο («Σ’ ένα τεκέ σκαρώσανε»), το ’36 λίγο πριν τη λογοκρισία. Γι’ αυτό και ο τελευταίος του δίσκος με τίτλο «Λιτανεία» περιείχε τα χασικλίδικα αυτά που δεν είχαν μπορέσει να κυκλοφορήσουν παλιότερα.

Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ‘50 το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο αλλάζει και αλλάζουν και τα πράγματα για το ρεμπέτικο. Λίγο αργότερα θα ασχοληθούν με το ρεμπέτικο κι άλλοι μεγάλοι συνθέτες, όπως ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης ή ο Μαμαγκάκης. Το ρεμπέτικο διέπει και τη γενιά του ’60, αλλά και οι νεότεροι του έντεχνου θεωρούνται συνεχιστές του.

Προσωπικά πάντα θεωρούσα ότι το ρεμπέτικο είναι η πραγματική underground ελληνική μουσική σκηνή, η οποία επιπλέον διασώζει ένα τεράστιο κομμάτι εναλλακτικής ιστορικής μνήμης που μπορεί να μην έχει καταγραφεί πουθενά αλλού. Και πολύ μ’ αρέσει που θα έχω σύντομα την ευκαιρία να δω μια σχετική έκθεση, απαλλαγμένη από τα μπαρόκ στοιχεία επιθεωρησιακού χαρακτήρα που συχνά υφέρπουν σε τέτοιου είδους θεματικά αφιερώματα.

Εκδηλώσεις για το Ρεμπέτικο στον Πειραιά, στο πλαίσιο των «Ημερών Θάλασσας»:

Η έκθεση « Ο Πειραιάς στο ρεμπέτικο τραγούδι την εποχή του γραμμοφώνου» θα φιλοξενηθεί στην Πέτρινη Αποθήκη του ΟΛΠ (Πύλη Ε2) από τις 19 έως τις 31 Μαΐου, στο πλαίσιο των «Ημερών Θάλασσας» του Δήμου Πειραιά που διοργανώνονται φέτος για πρώτη φορά από τις 28 έως τις 31 Μαΐου, με αφορμή τον εορτασμό της Ευρωπαϊκής Ημέρας Θάλασσας

Ρεμπέτικη συναυλία «Γειά σου Περαία αθάνατε» την Τετάρτη 27 Μαΐου (έναρξη συναυλίας 21:00) στην Πέτρινη Αποθήκη του ΟΛΠ, όπου θα παρουσιαστούν από τον Μπάμπη Τσέρτο και την παρέα του τα ωραιότερα ρεμπέτικα τραγούδια που αναφέρονται στον Πειραιά.

Για να μένετε ενημερωμένοι ακολουθείτε το #Piraeus2015 στο facebooktwitter και instagram

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Ο Μάρκος Βαμβακάρης (όρθιος με το μπουζούκι), ο Γιώργος Μπάτης (στο κέντρο με την κιθάρα) και συντροφία, Καραϊσκάκη 1933

Οι φωτογραφίες 1, 3, 4 & κεντρική αποτελούν ευγενική παραχώρηση από το αρχείο Παναγιώτη Κουνάδη