Το σπίτι σε κάποιον λόφο. Ψαγμένο αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά, απομονωμένο, προφανέστατα πανάκριβο. Η θέα στην θάλασσα σου κόβει την ανάσα. Η αντιδιαστολή με το κεντρικό πλάνο της Αθήνας και τα διαμερίσματά του είναι παραπάνω από ενδεικτική. Σε αυτήν εδώ την μοναχική κορυφή μένουν κάποιοι νικητές. Νικητές αλλά συμπαθέστατοι. O Στέφανος και η Εύη είναι ένα ζευγάρι σχετικά νέων ανθρώπων, αγαπημένων μεταξύ τους, που δεν φέρονται ως αφεντικά στη Νάντια, την Γεωργιανή οικιακή τους βοηθό. Η Νάντια δεν έχει καθόλου προφορά. Ήταν βασικό για αυτούς για το μεγάλωμα του παιδιού τους να βρουν έναν άνθρωπο που να μιλάει καλά ελληνικά. Η Νάντια ζει μαζί τους σε όλη τη διάρκεια της ζωής της δωδεκάχρονης κόρης τους. Αναγνωρίζουν διαρκώς ότι η Νάντια είναι θησαυρός. Κι αυτή όμως αναγνωρίζει. Στο μυαλό της, όπως και στο δικό τους, η σχέση τους είναι αμοιβαία επωφελής. Στο σπίτι έμενε άλλωστε και η δική της κόρη μέχρι που μπήκε στο Πανεπιστήμιο. Την πήγαν και στα καλύτερα σχολεία. Για την ακρίβεια δεν πρόκειται καν για σχέση αμοιβαίας ωφέλειας. Έχει προ πολλού πάψει να είναι τέτοια. Η Εύη νιώθει τη Νάντια σαν αδελφή της. Η Νάντια είναι ανασφάλιστη και δουλεύει χωρίς ένσημα, αλλά το Κράτος το έκλεβαν ακόμη και οι πιο συμπαθείς, όσο για την προστασία των δικών της δικαιωμάτων και την έκταση των υποχρεώσεών της ως εργαζόμενη, είπαμε, εδώ η σχέση ήταν διαφορετική.

Ο Στέφανος είναι κορυφαίο στέλεχος σε κάποια χρηματιστηριακή εταιρία ή κάτι τέτοιο. Κι αν από την κρίση μπορεί ίσως να βγάλουν λεφτά οι μεγαλοκεφαλαιούχοι, όλοι οι υπόλοιποι, ακόμη και τα πλούσια μεγαλοστελέχη, δεν μπορούν να μείνουν ανέπαφα. Επηρεάζονται. Κι αρχίζουν να πετούν στο νερό τα περιττά, τα μη απολύτως απαραίτητα βάρη. Κι αυτό που τελικά λέει η ταινία είναι ότι δεν πρόκειται για ζήτημα καλού ή κακού χαρακτήρα. Δεν χρειάζεται να είσαι παλιάνθρωπος για να προφυλάσσεις τα συμφέροντά σου. Είναι ακριβώς η δομή της κοινωνίας. Είναι ζήτημα ταξικών επιλογών. Πριν λίγες μέρες ένα άρθρο που έκανε αποτίμηση της κρίσης μίλησε για «μια στραβή που στο κάτω-κάτω αφορούσε μόνο λεφτά, μείωση εισοδημάτων. Τι θα κάναμε δηλαδή αν μας συνέβαινε κάτι χειρότερο;». Μια απάντηση στο συγκεκριμένο σκεπττικό θα μπορούσε να υποδείξει η ταινία: ακόμη και αν όλο αυτό που βιώσαμε και βιώνουμε αφορά μόνο μείωση εισοδημάτων, ακόμη κι αν είναι απλώς ένα στάτους πιο κάτω, σε άλλους ανθρώπους το ένα στάτους πιο κάτω σημαίνει να μην μπορούν να συντηρήσουν πια το άλογό τους και σε άλλους να μην έχουν να ζήσουν, ακριβώς γιατί στο προ κρίσης στάδιο το στάτους δεν ήταν αυτό του πάρτυ για όλους, αλλά για τους φτωχότερους το πάρτυ συνίστατο στο ότι μπορούσαν ζορισμένα να τα βγάζουν πέρα.

Ένα στάτους πιο κάτω για όλους λοιπόν. Ο Στέφανος πουλάει το άλογο της κόρης του. Η κόρη εκπαιδεύεται να μαθαίνει κι εκείνη τι είναι σημαντικό σε αυτή τη ζωή. Πραγματισμός. Κι η γυναίκα καλείται να αποφασίσει με ποιόν είναι. Με την οικογένειά της ή με τη Νάντια; Κι όταν το δικό του αφεντικό λέει στον Στέφανο ότι πρέπει να απολυθεί ένας υφιστάμενός του στη δουλειά, ο Μίλτος, ο Στέφανος στεναχωριέται, αλλά συναινεί. Ο Μίλτος που «είναι σκυλί στη δουλειά», η Νάντια που σύμφωνα με τον φίλο της «δουλεύει σαν το σκυλί», δυο σαν σκυλιά κι ένα άλογο, ο Στέφανος αναγκάζεται να κάνει κάτι που δεν του είναι καθόλου ευχάριστο, καθώς τους πετά από το καράβι διαδοχικά, αλλά το κάνει συνειδητά και με σιγουριά, αφού μόνο με σταθερό χέρι κρατιέται το τιμόνι. Μπορεί να είμαστε τα πιο γαμάτα αφεντικά του κόσμου όσο οι υλικές συνθήκες το επιτρέπουν. Αλλά το πρωτεύον είναι να μείνουμε αφεντικά, όχι να παραμείνουμε γαμάτοι. Έχουμε τα καλύτερα συναισθήματά για σας όσο είστε τμήματα του στάτους ζωής μας. Αν το στάτους πέσει επίπεδο, θα συμπαρασυρθείτε. Δεν χωράτε πια στον εξοπλισμό του ονείρου μας.

Η Νάντια είναι ξένη, όχι επειδή είναι Γεωργιανή, αλλά επειδή δεν είναι μέλος της οικογένειας. Kαι στην περίπτωσή της η έκπτωση από τον εξοπλισμό του ονείρου δεν είναι μόνο θέμα λεφτών. Στην περίπτωση της δεν πετιέται στη θάλασσα για τα λεφτά. Αυτό μπορεί να αργούσε ακόμη. Κι επειδή η Νάντια έχει άπειρη κατανόηση και υποχρέωση μαζί, κι αφού ακριβώς είχε εσωτερικεύσει το ότι είναι μια από αυτούς, ίσως και να μην έφτανε ποτέ. Αλλά η Νάντια αρρωσταίνει. Όχι ακόμα πολύ, αλλά στο μέλλον μπορεί και να χειροτερεύσει. Κι ο Στέφανος δεν μπορεί την αρρώστια. Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι δεν υπήρχε εκμετάλλευση, αλλά αμοιβαίο όφελος, όταν το ένα σκέλος παύει να μπορεί να αποδώσει τα συμφωνημένα, όταν το μηχάνημα – Νάντια υπάρχει ο φόβος πως θα πάψει να είναι το ίδιο αποδοτικό, την πετάει στο δρόμο. Η ιδέα της αρρώστιας, η παρουσία της, η παρουσία μιας δυσάρεστης αλήθειας, η υπενθύμιση μιας φθοράς, μιας ελαττωματικότητας. Πουλούν τα άλογα όταν γεράσουν και τα σκοτώνουν όταν αρρωστήσουν. Σκέλος της υποχρέωσης της Νάντιας ήταν και να μείνει υγιής και να μην είναι φορέας σκοτούρας και μαυρίλας.

Και δεν είναι μόνο το «φύγε». Είναι ουσιαστικά και παρά τις διακηρύξεις το «φύγε και μην σε ξαναδούμε μπροστά μας», το «τελειώσαμε», το «τι ακριβώς δεν καταλαβαίνεις». Είναι το ότι ζούσαμε μαζί στο ίδιο σπίτι δώδεκα χρόνια, αλλά σου ανακοινώνουμε ξαφνικά ότι πρέπει να εξαφανιστείς από μπροστά μας. Όχι άλλη παρουσία σου. Είναι το «έληξε η συμβατική μας σχέση», σε μια σχέση που δεν ήταν επίσημα συμβατική, που δεν είχε τις υποχρεώσεις της σύμβασης, που εξαρχής ο άλλος είναι περίπου ο ευεργέτης αντί ο εργοδότης, με αποτέλεσμα να είναι κι απαλλαγμένος από τις υποχρεώσεις και τους περιορισμούς του εργοδότη. Η Νάντια είναι συγγενής της Άννας του «Προξενιού της Άννας», η ταινία με όλες τις διαφορές της έχει προφανείς θεματικές συγγένειες με τη σπουδαία ταινία του Βούλγαρη.

Όταν τη διώχνουν, ο φίλος της της λέει ότι η καλοσύνη της ξεπέρασε τα όρια. Ότι μετατρέπεται πλέον σε ηλιθιότητα. Πέραν από το άμεσο, το βιωτικό, το ζωτικό, η απόλυση είναι και έξοδος από μια θεμελιακή ψευδαίσθηση: ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν η οικογένειά της, ότι την είχαν αγαπήσει σαν μέλος της. Ο Αθανάσιος Καρανικόλας, σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας, λέει ότι για τον ίδιο η Νάντια είναι «παράδειγμα αξιοπρέπειας, αφοσίωσης και αυταπάρνησης. Είναι μια πραγματική ηρωίδα γιατί προτείνει ένα νέο πρότυπο συμπεριφοράς». Λέει ότι κατά τη γνώμη του «στέκει ψηλά γιατί βρίσκει τη δύναμη να συγχωρέσει αυτούς που την αδίκησαν». Δεν συμμερίζομαι απόλυτα το πώς βλέπει ο ίδιος την ηρωίδα του, αλλά δεν συμφωνώ και με το ότι η συμπεριφορά της είναι ηλίθια. Κατ’ εμέ, στον τρόπο που αποδέχεται η Νάντια την μοίρα της υπάρχει μαζί και κάτι υψηλό και κάτι χαμηλό. Θαυμάζω την αξιοπρέπειά της, αλλά δεν θαυμάζω την αποδοχή των όσων της συμβαίνουν σαν να είναι μια φυσική τάξη πραγμάτων, σαν οι άνθρωποί εκείνοι να ανήκουν δηλαδή εξ ορισμού σε ένα επίπεδο ευεργέτη από το οποίο απλώς εξέπεσαν.

Η Μαρία Καλλιμάνη έχει μια σκυφτή στάση, όχι δουλικά σκυφτή, σκυφτή τόσο όσο. Ο Καρανικόλας τη σκηνοθετεί κατά κόρον από πίσω, με πλάτη. Προτιμά να μας δείχνει φάτσα τα αφεντικά, τους κυρίαρχους, τους αληθινούς πρωταγωνιστές του ονείρου. Η ερμηνεία της Καλλιμάνη αναγνωρίζεται απ’ όλους και απολύτως δίκαια. Δίπλα της ο Αλέξανδρος Λογοθέτης και η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου δεν δίνουν απλά ανθρώπινο πρόσωπο στο ζευγάρι, το βοηθούν να μην γίνει καρικατούρα. Εξίσου ανθρώπινο και μακριά από την καρικατούρα το παίξιμο του Γιάννη Τσορτσέκη στο ρόλο του φίλου της. Ο Καρανικόλας αποστασιοποιείται εντελώς από οτιδήποτε αβανταδόρικο. Οι συγκρούσεις περιγράφονται από απόσταση. Αυτό κάθε άλλο παρά εμποδίζει το συναίσθημα να σε πιάσει. Το μόνο που αναρωτιέμαι είναι αν ήθελε στο τέλος μια λίγο μεγαλύτερη ένταση, λίγο μεγαλύτερη δραματικότητα. Αναρωτιέμαι, χωρίς αλήθεια να ξέρω αν αυτό το ελάχιστα παραπάνω θα είχε υπονομεύσει τη συνολική του προσέγγιση ή αν θα έκανε το έργο ακόμη πιο συγκινητικό κι ακόμη πιο καίριο. Πρόκειται όμως ούτως ή άλλως για ένσταση μικρή. Το «Στο σπίτι» είναι μια ταινία που αξίζει να προσελκύσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κοινό, γιατί έχει κάτι να του πει και κάτι να του αφήσει παρακαταθήκη.

Διαβάστε επίσης τη συνέντευξη της Μαρίας Καλλιμάνη, πρωταγωνίστριας της ταινίας, στη Μαριάννα Χριστοφή