Mετά το δέκα, το έντεκα και το δώδεκα, ήρθε κι η σειρά του δεκατρία να «τοπτενοποιηθεί». Οι δέκα ταινίες που είδα στα σινεμά μέσα στο 2013 και αγάπησα περισσότερο απ’ τις υπόλοιπες. Όπως πάντα, σε αντίστροφη μέτρηση για το σασπένς.

10) «Upstream color»: Μολονότι η ταινία του Σέιν Καράθ, που προβλήθηκε στις «Νύχτες Πρεμιέρας», έχει και παραέχει πλοκή, προσωπικά δεν κατάφερα να την αποκωδικοποιήσω την ώρα που την έβλεπα. Αλλά ακόμα κι έτσι, ακόμα κι αν δεν ήμουν σίγουρος ότι καταλάβαινα τι ακριβώς σήμαιναν πολλά από αυτά που έβλεπα, είναι ένα έργο τόσο εντελώς συναρπαστικό στυλιστικά, που αφέθηκα να το απολαμβάνω και να μένω με το στόμα ανοιχτό για το πόσο περίτεχνα γυρισμένο είναι, για το πόσο οργιαστικά έχει μονταριστεί, για το πόσο απίστευτα δομημένο είναι.

9) «Θλιμμένη Τζάσμιν»: Oκ, είναι η καλύτερη ταινία του Γούντι Άλεν μετά το «Match Point», αλλά αυτό δε λέει από μόνα του και τόσα πολλά. Νομίζω πως είναι μια από τις εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις που ένας ηθοποιός παίρνει μια ταινία του Άλεν και την κάνει και δική του, κλέβοντάς του δηλαδή κάτι από την τελική στάμπα. Η Τζάσμιν της Κέτι Μπλάνσετ, αντί να γίνει άλλη μια από τις δεκάδες ηρωίδες και ήρωες του κόσμου του Άλεν, καταφέρνει και αυτονομείται, καταφέρνει και αποκτά τη δική της οντότητα, καταφέρνει να μην απορροφηθεί από το γουντιαλενικό σύμπαν, αλλά να το εμπλουτίσει, να το συγκαθορίσει, να σταθεί μέσα του και να πει κοιτάξτε πόσο διαφορετική είμαι, νιώστε με, αντιπαθήστε με σφόδρα, αγκαλιάστε με πολύ, πονέστε με.

8) «Το σπίτι στο τέλος του δρόμου»: Όσο λιγότερα ξέρεις για την υπόθεσή του «Τhe Place Beyond the Pines», της ταινίας που ο Ντέρεκ Σιανφράνς κάνει μετά το «Βlue Valentine», τοσο καλύτερο είναι, όχι επειδή στηρίζεται σε φοβερά και τρομερά μυστικά και μυστήρια, αλλά γιατί σεναριακά έχουμε στροφές που θα ταίριαζαν περισσότερο σε μυθιστόρημα. Δεν παρακολουθούμε μία και μόνη ιστορία, αλλά το πώς η μια ιστορία επηρεάζει την άλλη, το πώς όλα είναι μια σκυτάλη και μια αλληλουχία. Σινεμά ρωμαλέο, τολμηρό, φιλόδοξο, γεμάτο αυτοπεποίθηση, είναι αφηγηματικό σινεμά, με κεντρικό πρωταγωνιστή όμως όχι ένα μεμονωμένο ήρωα, αλλά την ίδια την αφήγηση. Σε μια στιγμή ακούγεται το «Dancing in the Dark» και εκ των υστέρων σκέφτεσαι πως η ταινία κάνει επιλογές μυθιστορήματος, αλλά θα μπορούσε να είναι κι ένα τραγούδι του Σπρίνγκστιν, είναι όμως τελικά πάνω απ’ όλα καλό σινεμά.

7) «Δώδεκα χρόνια σκλάβος»: Πας να το δεις αρνητικά προκατειλημμένος, περιμένοντας μια από τα ακαδημαϊκά-στουντιακά ίδια, και βλέπεις τον Στιβ ΜακΚουίν του «Hunger» και του «Shame» να καταφέρνει να επιβάλλει τη δική του σκηνοθετική ματιά στα ακαδημαϊκά-στουντιακά ίδια, ανανεώνοντάς τα και φρεσκάροντάς τα. Πατάει στο υπόδειγμα και το γενικά παραδεκτό και αναμενόμενο για να το πάει ένα βήμα πιο κει, ένα βήμα πιο πίσω, ένα βήμα πιο πλάγια και βαθιά.

6) «Η ζωή της Αντέλ»: Δεν ξέρω πόσο «βασάνισε» ο Αμπντελατίφ Κεσίς τους τεχνικούς και τους ηθοποιούς κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας -κι αν τους βασάνισε, κακώς τους βασάνισε- αλλά σε κάθε περίπτωση κανείς δεν μπορεί να πει ότι τους βασάνισε χωρίς να αποτυπώσει στο τελικό αποτέλεσμα κάτι διαφορετικό, έντονο και ικανό να χαραχθεί στη μνήμη. Η Αντέλ της Λία Εξαρχόπουλος είναι μια από τις πιο αληθινές κινηματογραφικές παρουσίες των πολλών τελευταίων ετών, είναι περισσότερο αληθινός άνθρωπος παρά κινηματογραφικός ήρωας. Δεν παρακολουθούμε την ιστορία της Αντέλ, δεν υπάρχει καμιά ιδιαίτερα αξιοσημείωτη ιστορία της Αντέλ να παρακολουθήσουμε, παρακολουθούμε τη ζωή της Αντέλ, κεφάλαια από τη ζωή της, νιώθουμε στο πετσί μας τη σπαρακτική ένταση με την οποία ήθελε και θέλει ακόμα την Εμα.

[Και τώρα με μια κίνηση έκπληξη, διακόπτουμε τη δεκάδα στη μέση για να παρεμβάλλουμε μια τηλεοπτική στιγμή της χρονιάς, που όμως οι συγκινήσεις που προσέφερε στέκονται επάξια δίπλα στις κινηματογραφικές. «Οzymandias»: το 14ο επεισόδιο του 5ου κύκλου του «Breaking Bad», ένα από τα καλύτερα επεισόδια στην ιστορία της τηλεόρασης έβερ, μιας σειράς που δικαίως μας έκανε να αναρωτιόμαστε, τι και από ποιoν έχει να ζηλέψει η πολυπλοκότητα του Γουόλτερ Γουάιτ, όπως ο θάνατος μέσα στο 2013 του Τόνι Γκαντολφίνι, μας υπενθύμισε ότι είχαμε αναρωτηθεί τι και από ποιoν έχει να ζηλέψει η πολυπλοκότητα του Τόνι Σοπράνο, τι και από ποιoν έχει να ζηλέψει η μεγάλη τηλεόραση]

5) «ΝΟ»: Χιλή, 1988. Ο Αουγκούστο Πινοσέτ προκηρύσσει δημοψήφισμα για την παραμονή του στην εξουσία. Για σχεδόν ένα μήνα παραχωρεί στην αντιπολίτευση τηλεοπτικό δεκαπεντάλεπτο. Μετά από 15 χρόνια πλήρους ελέγχου των ΜΜΕ, δίνεται επιτέλους η ευκαιρία να μιλήσει κανείς δημόσια για τα εγκλήματα του καθεστώτος του. Αυτονόητα λοιπόν, τα πρώτα βίντεο που φτιάχνει η αντιπολίτευση καταγράφουν όσα αποτρόπαια διέπραξε, μιλούν για τους χιλιάδες νεκρούς, εξαφανισμένους, βασανισμένους. Όταν όμως τα δείχνουν στον πρωταγωνιστή της ταινίας του Πάμπλο Λαρέν (ένα νεαρό διαφημιστή τον οποίο έχουν καλέσει να αναλάβει την καμπάνια τους), εκείνος διαφωνεί εντελώς. Δεν μπορούμε να τα πουλήσουμε αυτά, τους εξηγεί. Αν πάμε από αυτόν τον δρόμο θα ενισχύσουμε το φόβο, με αποτέλεσμα οι ψηφοφόροι να μην πάνε να μας ψηφίσουν. Η καμπάνια δεν πρέπει να στηριχθεί στην τραγωδία των περασμένων χρόνων, αλλά στην ευτυχία των επόμενων. Αν όμως η δημοκρατία δεν μπορεί να κερδίσει στο επίπεδο των ιδεών, αν η δημοκρατία δεν μπορεί να κερδίσει ως αυταξία παρά μόνο ως ένα ακόμη καταναλωτικό αγαθό, ως ένα υποκατάστατο δηλαδή φαντασιωτικής ευτυχίας, αν αν ένας λαός δεν έχει συντριπτική απάντηση στο δίλημμα να μείνει ή να φύγει ένας αιματοβαμμένος δικτάτορας, τότε τι; «Χιλή, η ευτυχία έρχεται» και ο καπιταλισμός παραμένει, προσφέροντας ενίοτε ως δούρειος ίππος τα διαφημιστικά εργαλεία που θα γκρεμίσουν μια καπιταλιστική δικτατορία και θα φέρουν στη θέση της μια καπιταλιστική δημοκρατία.

4) «Τα μυθικά πλάσματα του Νότου»: Ταινία μυθοπλασίας μεν, αλλά σαν μεταλλαγμένο ποιητικό ντοκιμαντέρ. Μια απομονωμένη από τον έξω κόσμο κοινότητα στα bayou της Νότιας Λουιζιάνας. Ένα νησάκι που η τύχη του είναι περίπου προδιαγεγραμμένη: θα βουλιάξει στο νερό. Με μια πρώτη συμβατική ματιά του δικού μας κόσμου ζουν σε άθλιες συνθήκες, με το δικό τους μάτι όμως -και ειδικά με το μάτι του Γουίνκ, του αλκοολικού πατέρα της εξάχρονης Χασπάπι- ζουν στο καλύτερο μέρος της γης. Ο σκηνοθέτης Μπεν Ζάιτλιν παντρεύει το βλέμμα του ποιητή με το βλέμμα του λαογράφου (καθόλου τυχαίο δεν είναι πως οι γονείς του είναι λαογράφοι). Η παρουσίαση αυτού του άγνωστου στα μάτια μας κόσμου είναι μια χειρονομία με αυταξία, είναι -μπορεί να πει κανείς- μια όχι μόνο καλλιτεχνική, αλλά και πολιτική πράξη. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και ελπιδοφόρα ντεμπούτα του σύγχρονου αμερικάνικου κινηματογράφου.

3) «Πίσω απ’ τους λόφους»: Η ταινία αυτή του Κριστιάν Μουντζίου (σκηνοθέτη και του «4 μήνες, 3 βδομάδες, 2 μέρες») είναι ένα ακόμη λαμπρό δείγμα του νέου ρουμανικού κινηματογράφου, που μας πρόσφερε φετος άλλη μια ισχυρή ταινία, την «Oικογενειακή Υπόθεση». Καλόγριες σε επαρχιακό μοναστήρι, δύο γυναίκες και ο Θεός σε ένα ιδιότυπο και ποτέ ρητώς κατονομαζόμενο ερωτικό τρίγωνο: η Βοϊτσίτα έχει βάλει στην καρδιά της πια πρωτίστως πια τον Θεό, η Αλίνα όμως έχει θέση στην καρδιά της μόνο για την Βοϊτσίτα. Ο έρωτας ως δαιμονισμός, ο έρωτας που πρέπει να εξορκιστεί. Ο Μουντζίου σκηνοθετεί μη σκανδαλωδώς ένα θέμα που σκανδαλίζει, μη σοκαριστικά ένα θέμα που σοκάρει, μη καταγγελτικά ένα θέμα που προσφέρεται για καταγγελία, σκηνοθετεί όχι προσφέροντάς μας καλούς και κακούς, όχι προσφέροντάς μας σκοτάδι εναντίον φωτός, αλλά σαν να πρόκειται για αρχαία τραγωδία ένα έργο όπου η κάθε πλευρά έχει το δικό της δίκιο και το δικό της νόμο. Και όλα αυτά με μια αναμφίβολη προσωπική αισθητική σφραγίδα, με στιβαρότητα, λιτότητα, καθαρότητα, διαπεραστικότητα.

2) «Django, ο τιμωρός»: Ο Κουέντιν Ταραντίνο έχει βαλθεί να εκδικηθεί τα μεγάλα ιστορικά εγκλήματα. Έτσι, αφού στους «Άδοξους Μπάσταρδους» οι Εβραίοι εξοντώνουν τη ναζιστική ηγεσία, στον Ντζάνγκο ένας μαύρος εκδικείται δουλοκτήτες. Τα μεγάλα ιστορικά θύματα αλλάζουν ρόλο, παύουν να είναι παθητικοί δέκτες των φρικαλεοτήτων, ενεργοποιούνται και αποδίδουν δικαιοσύνη. Ένα σινεμά που αποκαθιστά ιστορικές αδικίες, ένα σινεμά εκδικητής. Η ευφορία που προκαλεί το σινεμά του Ταραντίνο είναι αξεπέραστη, τα σενάριά του και οι διάλογοί του απλά δεν υπάρχουν, μεγάλοι ρόλοι, μεγάλες σκηνές, είναι ένας πάρα πολύ μεγάλος ταινιοποιός, όχι επειδή είναι βαθύς, αλλά επειδή είναι ιδιοφυής, στα όρια του αυτιστικού κινηματογραφικού savant. Ο Ταραντίνο δεν ενδιαφέρεται να μας πει κάτι για την Ιστορία. Ενδιαφέρεται να κάνει σινεμά, εντελώς κουλ τμήμα του οποίου είναι το να τιμωρηθούν οι μεγάλοι ιστορικοί κακοί. Το σινεμά του Ταραντίνο είναι η απόλαυση η ίδια.

1) «Η τέλεια ομορφιά»: Μια πόλη κι ένας άνθρωπος. Ο εξηνταπεντάχρονος Τζεπ Γκαμπαρντέλα ήταν καμωμένος για τα ωραία κι μεγάλα έργα και η δίκαιή του τύχη δεν του αρνήθηκε ούτε ενθάρρυνση ούτε επιτυχία. Σε πολύ νεαρή ηλικία γράφει ένα μυθιστόρημα που κάνει αίσθηση. Αλλα ευτελείς συνήθειες και μικροπρέπειες και μεγαλομανίες και αδιαφορίες και μια πληγωμένη καρδιά από τον έρωτα, τον κάνουν να φύγει οδοιπόρος για τα δικά του Σούσα, τη Ρώμη. Μπαίνει στην αυλή όλων των κοσμικών κύκλων και γίνεται ο πάπας τους. Του προσφέρουν σατραπείες και τέτοια. Και αυτός τα δέχεται με απελπισία και αγαλλίαση μαζί. Γιατί αυτά τα πράγματα δεν είναι ότι δεν τα θέλει. Τα θέλει και τα παραθέλει. Αλλά ταυτόχρονα η ψυχή του ζητεί και ψάχνει και την τέλεια ομορφιά. Αυτή που θα τη βρει στη Σατραπεία; Η πεντάμορφη ταινία του Πάολο Σορεντίνο παρουσιάζει, σχεδόν φελινικά, σχεδόν αριστουργηματικά, τη ζωή που κάμει ο ήρωάς του, ο υποβλητικός Τόνι Σερβίλο, μέσα στη σατράπικη κενότητα της κοσμικής καλοπέρασης. Αλλά ο Τζεπ ξαναρχίζει να γράφει. Ίσως φυλάει για το τέλος ένα ακόμη ωραίο και μεγάλο έργο· ένα στην αρχή – ένα στο τέλος και στις ενδιάμεσες δεκαετίες ένα ατέλειωτο πάρτι.