Βασανισμοί: Στην αρχή του “Zero Dark Thirty” το καταματωμένο πρόσωπο ενός κρατουμένου. Σοκαριστική εικόνα; Ναι, ok. Αλλά όχι και τόσο, έτσι δεν είναι; Γιατί η πρώτη λέξη που έρχεται στο μυαλό δεν είναι το «σοκαριστική», αλλά το «οικεία». Εξοικείωση: τι να μας πει η απομίμηση του ξυλοδαρμού, πόση αίσθηση να μας προκαλέσει η αναπαράσταση του αίματος; Ελάχιστες βδομάδες πριν, στα σπίτια μας έγινε εισβολή από πραγματικές εικόνες ματωμένων προσώπων κρατουμένων. Εικόνες που προσέφερε απλόχερα η Ελληνική Αστυνομία με την αμέριστη συμπαράσταση των ΜΜΕ σε μεγάλους, αλλά και μικρούς (έχω, ας πούμε, στο νου μου ένα συγκεκριμένο πεντάχρονο, που πρόλαβε να με ρωτήσει «Τι έπαθε αυτός;» πριν αλλάξω κανάλι, για να ξαναπέσω όμως σε άλλη, αντίστοιχη φωτογραφία).

Το “Ζero Dark Thirty” είναι μια καταγραφή των μακροχρόνιων προσπαθειών της CIA για την ανεύρεση του Οσάμα Μπιν Λάντεν. Η Κάθριν Μπιγκελόου με το σεναριογράφο της Μαρκ Μπόουλ ήταν έτοιμοι να γυρίσουν μια ταινία για τις αποτυχημένες προσπάθειες εύρεσης του Λάντεν, όταν αυτός ξαφνικά το Μάιο του 2011 βρέθηκε και δολοφονήθηκε στο Πακιστάν, με αποτέλεσμα να την επανασχεδιάσουν με βάση τα νέα δεδομένα. Το πρώτο κομμάτι της ταινίας μας δείχνει βασανισμούς. «Όλοι στο τέλος λυγίζουν» λέει ο πράκτορας της CIA. Και τελικά δικαιώνεται. O βασανιζόμενος όχι μόνο θα λυγίσει, αλλά και η πληροφορία που θα δώσει θα αρχίσει να ξετυλίγει το πολυετές και πολυπλόκαμο κουβάρι για την ανεύρεση του Λάντεν. Το να δείχνεις ότι τα βασανιστήρια αποδίδουν, ακόμη και αλήθεια να είναι, είναι ήδη δρόμος ολισθηρότατος. Ακόμα χειρότερο όμως είναι να λες πως αποδίδουν, ενώ κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά αμφίβολο.

Ο πρώην υποψήφιος πρόεδρος Τζον Μακ Κέιν έστειλε μαζί με άλλους δύο γερουσιαστές επιστολή στη Sony που διένειμε την ταινία, κατηγορώντας την πως η ταινία διαιωνίζει το μύθο ότι τα βασανιστήρια είναι αποτελεσματικά. Σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο, που αξίζει να το διαβάσει κανείς, η Ναόμι Γουλφ κάνει φύλλο και φτερό την Μπίγκελοου και τον Μπόουλ, ζητώντας εκτός των άλλων να προσκομίσουν την παραμικρή απόδειξη πως τα βασανιστήρια οδήγησαν σε σωτήριες ή έστω σε κάποιες αξιόπιστες πληροφορίες.

Στη βράβευσή της από την ένωση κριτικών της Νέας Υόρκης η Μπίγκελοου υπερασπιζόμενη τον εαυτό της είπε: «Θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες μου που βρίσκομαι σε μια αίθουσα γεμάτη ανθρώπους που κατανοούν ότι η απεικόνιση δε συνιστά υποστήριξη και ότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο τότε κανένας καλλιτέχνης δε θα μπορούσε ποτέ να απεικονίσει απάνθρωπες πρακτικές, κανείς συγγραφέας να γράψει για αυτές και κανείς κινηματογραφιστής δε θα μπορούσε να εξερευνήσει τα περίπλοκα ζητήματα της εποχής του». Χμ. Απροσδόκητος σύμμαχος της ταινίας κι ο Μάικλ Μουρ, θα πει: «Με τους φίλους μου που ενοχλούνται με την ταινία, διαφωνώ επειδή επιτρέπουν να διεξαχθεί η λάθος συζήτηση. Δεν πρέπει ποτέ να μπαίνουμε σε μια συζήτηση οι όροι της οποίας καθορίζονται από την άλλη πλευρά, σε αυτήν την περίπτωση δηλαδή στο εάν οι βασανισμοί αποδίδουν. Πρέπει να αρνούμαστε να συμμετέχουμε, επειδή η αληθινή συζήτηση οφείλει να είναι απλά το “Είναι κακό πράγμα οι βασανισμοί;”. Και βλέποντας τη βάναυση συμπεριφορά των πρακτόρων της CIA στα πρώτα 45 λεπτά της ταινίας, δεν μπορώ να πιστέψω πως οποιοσδήποτε έχει συνείδηση θα μπορούσε να το αρνηθεί».

Ο Μουρ συνήθως βλέπει καθαρά. Να έχει δίκιο και τώρα; Όταν κάποιος απεικονίζεται ως βασανισμένος δεν κερδίζει τη συμπάθειά μας; Όταν κάποιος απεικονίζεται ως βασανιστής δεν είναι ο κακός; Μήπως στη χειρότερη εκδοχή η Μπίγκελοου κρατά μια ουδέτερη στάση και καλεί εμάς να κρίνουμε; Όχι. Όπως της (την) λέει ο Στίβεν Κολμπέρτ σε συνέντευξη που της έκανε, οι Αμερικάνοι για να μάθουν ιστορία πάνε σινεμά. Όταν λοιπόν γυρνάς μια ταινία με θέμα την ανεύρεση του απόλυτου κακού της σύγχρονης αμερικάνικης ιστορίας και οι βασανισμοί αποδεικνύονται απαραίτητο στοιχείο στο να βρεθεί, τότε παίρνεις και παραπαίρνεις θέση. Ο Μάικλ Μουρ δεν έχει δίκιο. Το σε ποια συζήτηση θα μπούμε αναφορικά με την ταινία, δε θα το κρίνουμε με βάση το ποια θεωρούμε εμείς ότι είναι γενικά η σωστή συζήτηση, αλλά με βάση το ποια συζήτηση γεννά αντικειμενικά η ταινία στον πολύ κόσμο. Γιατί όσο αποτρόπαια κι αν είναι τα βασανιστήρια, το κόντεξτ της ταινίας δεν είναι αυτό. Είναι σαν ένα αστυνομικό έργο όπου προσπαθούμε να βρούμε τον ελεεινότατο δράστη και που τα πρώτα αναγκαία στοιχεία τα βρίσκουμε -ε, τι να κάνουμε;- βασανίζοντας. Και σε άλλο σημείο του έργου ο αξιωματούχος της CIA επισημαίνει στον επιτελή του Ομπάμα πως τώρα που μας έχετε δέσει τα χέρια με τις διαδικασίες «ανάκρισης», τώρα που πάτε και τους δίνετε και δικηγόρους, ζοριζόμαστε να επαληθεύσουμε πληροφορίες. Αν είναι λοιπόν να εξερευνήσεις έτσι, Κάθριν, καλύτερα να μην εξερευνούσες ποτέ. Αν είναι να μην έχεις ως δημιουργός μια ξεκάθαρη ηθική θέση απέναντι στα βασανιστήρια, αλλά να τα παρουσιάζεις ψευδοϊστορικά ως καθοριστικό παράγοντα που συντέλεσε στην ανεύρεση του Λάντεν, τότε αυτό δεν είναι σκάλισμα, αλλά η πιο ύπουλη μορφή διαφήμισής τους.

Χαρακτήρες και κέλυφη: Αν και για την προηγούμενη ταινία της Μπίγκελοου και του Μπόουλ, το οσκαρικό «Hurt Locker», είχαν ακουστεί ενστάσεις για τη θέση που παίρνει απέναντι στον πόλεμο στο Ιράκ, η γνώμη μου τότε ήταν πως στην πραγματικότητα δεν ήταν μια ταινία για τον συγκεκριμένο πόλεμο, αλλά μια ταινία για το ναρκωτικό του κινδύνου και της αχρείαστης διακινδύνευσης. Πως θα μπορούσε να αφορά έναν πυροσβέστη που βουτάει πρώτος στις φλόγες ή ένα διασώστη που ρίχνεται μέσα σε ετοιμόρροπα από σεισμό κτίρια. Πως ήταν μια ταινία που ζωγράφιζε με διαύγεια τον πρωταγωνιστή της, έναν άνθρωπο που έλκεται προς τον κίνδυνο από μια ακαταμάχητη εσωτερική δύναμη, έναν άνθρωπο που ο κίνδυνος είναι το φυσικό του περιβάλλον. Και γενικότερα, πάντα απολάμβανα αυτό το πάρτι αδρεναλίνης που ήταν το σήμα κατατεθέν των ταινιών της Μπίγκελοου. Παραδόξως εδώ το σήμα κατατεθέν είναι πιο ασθενές. Πιθανώς -κι εδώ είναι το μόνο ελαφρυντικό που τελικά της βρίσκω- να έβαλε συνειδητά η ασυνείδητα φρένο στο στυλ της, γιατί αν αφηνόταν να την καταβρεί και στα βασανιστήρια, τότε δε θα μιλούσαμε πια για αμφιλεγόμενη ταινία, αλλά για ένα κινηματογραφικό «24», τη σειρά δηλαδή που πρωτοέκανε φετίχ τον ωφέλιμο για την πατρίδα βασανισμό.

Σε πλήρη αντίθεση με τον χαρακτήρα του Τζέρεμι Ρένερ στο «Hurt Locker», εδώ ο χαρακτήρας της Τζέσικα Τσαστέιν είναι μη χαρακτήρας, είναι ένα εντελώς άδειο κέλυφος, είναι μια πράκτορας που έχει ψύχωση με την αναζήτηση κάποιου ταχυδρόμου του Μπιν Λάντεν. Κι όταν στο τέλος ξεσπάει σε κλάμματα, προσπαθείς να μαντέψεις αν κλαίει από λύτρωση ή επειδή δεν ξέρει τι θα απογίνει τώρα χωρίς το βάρβαρό της ή επειδή σε 2 1/2 ώρες ταινίας δεν μπόρεσε να αποκτήσει ανθρώπινη διάσταση και ήταν από την αρχή ως το τέλος μια παντελώς αδιάφορη κινούμενη μονομανία.

Ο εικονικός εχθρός: Κατά τη διάρκεια της ταινίας αρχίζεις να αναρωτιέσαι πώς θα δείξει τον Λάντεν. Ως κάποιον που ο μόνος ρόλος του στην ταινία θα είναι να πέσει νεκρός; Αν ήταν έτσι η απεικόνισή του, θα ήταν εκ των πραγμάτων εντελώς καρικατουρίστικη, θα θύμιζε τον Χομεϊνί με τον Λέσλι Νίλσεν σε κάποιο “Naked Gun”. Η Μπίγκελοου δεν πέφτει στην παγίδα να τον δείξει. Επιλέγει πολύ έξυπνα να μας παρουσιάσει μόνο τμήματα του προσώπου του. Κι η απόφαση της εκτός από αισθητικά σωστή είναι τελικά και σημειολογικά ταιριαστή. Όπως έλεγα τη μέρα που έγιναν γνωστά τα γεγονότα: Σε αντίθεση με τους πατροπαράδοτους υλικούς εχθρούς, τους τοπικά εντοπισμένους, ο Μπιν Λάντεν υπήρξε ο κατεξοχήν εικονικός εχθρός, κατοικώντας μόνο σε ελάχιστα φευγαλέα βίντεο και στον θρύλο του, μέσα από τα οποία κινητοποιούσε τον επίσης μη τοπικά εντοπισμένο στρατό του. Υπό αυτήν την έννοια, και απόλυτα αληθινός εχθρός να ήταν, και απόλυτα αλήθεια να είναι ότι τον σκότωσαν στο Πακιστάν το Μάιο του 2011 και τον πέταξαν στη θάλασσα χωρίς να κρατήσουν οπτικοακουστικά τεκμήρια από το νεκρό του σώμα, ο Μπιν Λάντεν έμοιαζε με το παιδί του Τζωρτζ και της Μάρθας στο «Ποιος Φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ»: υλικότης μηδέν, φαντασιακό στο φουλ. Υπό αυτήν επίσης την έννοια, αν υπάρξει συνέχεια σε αυτήν την -τουλάχιστον παράδοξη- μη επίδειξη εικόνων που να πιστοποιούν το θάνατό του, τότε θα τον έχουν όντως σκοτώσει, αφαιρώντας του τη μόνη υπόσταση που είχε ζωντανός, την υπόστασή του ως εικόνα.

Ξέπλυμα μαύρου αίσχους: Το «Zero Dark Thirty» είναι ένα μεγάλο ηθικό σκουπίδι, είναι μια ταινία σκηνοθετημένη και γραμμένη από ένα δίδυμο που είτε δεν κατάλαβε τι ταινία έφτιαξε, είτε -το πιθανότερο- κατάλαβε πάρα πολύ καλά. Ας το λέμε λοιπόν όσο πιο δυνατά μπορούμε: Δεν υπάρχουν καλά και κακά βασανιστήρια. Ούτε μπορούν ποτέ να θεωρηθούν αναγκαίο κακό. Εκεί που τελειώνει ο πολιτισμός, αρχίζουν τα βασανιστήρια. Τα χρόνια μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους οι ΗΠΑ κινήθηκαν εκτός κάθε έννοιας διεθνούς νομιμότητας και τα όσα έπραξαν συνιστούν ένα αναμφισβήτητο ιστορικό αίσχος. Αίσχος που δεν θα ξεπλύνουν όλες οι εκούσια, ακούσια ή ημιεκούσια προπαγανδιστικές ταινίες μαζί, είτε τυχαίνει να είναι καλογυρισμένες είτε όχι.