Από τις 12 Μαΐου έως τις 30 Ιουνίου 2012 η γκαλερί ΑΔ παρουσιάζει μιά αναδρομική επιλογή έργων του Δανιήλ (Παναγόπουλος, 1924-2008) από την δεκαετία του ’60 έως εκείνη του ‘90. Ο Δανιήλ διεκδίκησε με το σύνολο του έργου του μια νεωτερικότητα που επαναδιαπραγματευόταν επιλεκτικά μορφές που σχετίζονταν με την λαϊκή παράδοση συμμετέχοντας ταυτόχρονα ενεργά αλλά και κριτικά στα νεωτεριστικά κινήματα της δεκαετίας του ’60.

Ο καλλιτέχνης αποδεχόταν την σχέση του Θεάτρου Σκιών με τα ηλεκτρικά κουτιά του καθώς ανέλυε την τεχνική κατασκευής τους, το πώς χρησιμοποιούσε τις ντεκουπαρισμένες χαρτονένιες φιγούρες που έφτιαχνε και το φως που τοποθετούσε στο εσωτερικό των κουτιών για να προκύψει η αφήγηση. Τα ηλεκτρικά κουτιά που παρουσιάστηκαν το 1968 στο Βερολίνο στην έκθεση Η Ελληνική Avantguarde, που επιμελήθηκε ο Χρήστος Ιωακειμίδης, προέκυψαν από τις συζητήσεις του με τον Pierre Restany στην έκθεση των μαύρων κουτιών του το 1964 στην γκαλερί “J”. Τα τελευταία αυτά έργα τα έβλεπε ο ζωγράφος σαν μια σκηνή ιταλικού υπαίθριου θεάτρου μαριονέτας, που κάνουν τον θεατή να περιμένει να δει να προβάλει από μέσα το χέρι του μαριονετίστα. Για τον Δανιήλ ο χώρος των μαύρων κουτιών κατοικείτο από σχήματα που εξέφραζαν τις αναμνήσεις και τα βιώματά του από την ταραγμένη περίοδο που έζησε η Ελλάδα τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Αυτά τα κουτιά βαμμένα ομοιόμορφα με μαύρο χρώμα, ξεκοιλιασμένα ώστε να είναι εμφανές το βάθος τους, έχουν μνημειακή υπόσταση.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και στα κατοπινά χρόνια ο Δανιήλ θα απομακρυνθεί από τον Νέο Ρεαλισμό και τον Restany ενδιαφερόμενος για το κίνημα SupportSurface. Για τους καλλιτέχνες του κινήματος αυτού η ζωγραφική είναι το καθ’ αυτό γεγονός και τα προβλήματά του γεγονότος αυτού πρέπει να τίθενται στο πεδίο του με ένα καθαρό ξεγύμνωμα των στοιχείων που συγκροτούν την απεικόνιση. Ο Δανιήλ θα επιστρέψει στην ζωγραφική επιλέγοντας σαν υλικό την ακατέργαστη λινάτσα στο χρώμα της ώχρας. Το κόψιμο και το ξήλωμα στον Δανιήλ δεν είναι χειρονομία αντίστοιχη της βίαιης παρέμβασης του Φοντάνα, αλλά σκοπεύει στην ανάδειξη των νοητικών επεξεργασιών κατά την κατασκευή του έργου και κυρίως τα «ξηλώματα» επιτρέπουν να περάσει η ενέργεια του φωτός στην επιφάνεια της λινάτσας δημιουργώντας έναν δυϊσμό, μια πάλη ανάμεσα στην ενέργεια και την ύλη που αντιστέκεται απορροφώντας την πρώτη σταδιακά.

Στις τελευταίες «λινάτσες» του ο ζωγράφος αποδομεί την βυζαντινή αγιογραφία. Δεν είναι τυχαίο ότι στο τέλος της δεκαετίας του ’80 θα χειριστεί έργα με θέμα την φωτεινή διαγώνια κλίμακα που δημιουργούν αντιστίξεις με τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακας και την σιναϊτική παράδοση. Βεβαίως το ενδιαφέρον του Δανιήλ για την βυζαντινή ζωγραφική δεν προκύπτει από μία αντίστοιχη ισχυρή θρησκευτική πίστη και την ανάλογη μεταφυσική. Οδηγείται στην μελέτη της τυπολογίας της εικόνας μέσα από την αναζήτησή του για την ζωγραφική απόδοση του Πνευματικού.