«Οι πόλεις θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές, αν καταφέρναμε να τις σχεδιάσουμε και να τις οικοδομήσουμε με διαφορετικό τρόπο».

Ο Γκρέγκορ Σνάιντερ αναφέρεται σε πόλεις-καταφύγια της φαντασίας, όπου οι έννοιες της παρακολούθησης και της ορατότητας, σε μια εποχή διαδικτυακής καταγραφής της πραγματικότητας, μοιάζουν να χάνουν, έστω και για λίγο στο έργο του, την κυριαρχία τους.

To Fast Forward Festival της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση κάλεσε τον βραβευμένο στην Μπιενάλε της Βενετίας Γερμανό εικαστικό και γλύπτη Γκρέγκορ Σνάιντερ να «εξαφανίσει» την πλατεία Ομονοίας. Αξιοποιώντας την τεχνική του καμουφλάζ, μεταμορφώνει την Ομόνοια σε καταφύγιο και ουδέτερη ζώνη, αόρατη από κάθε εισβολέα και από το άγρυπνο μάτι του Google maps. Όλη η φιλοσοφία του έργου Invisible City του Γκρέγκορ Σνάιντερ, ισορροπεί στο λεπτό σημείο συνάντησης της φαντασίας με την πραγματικότητα.

Invisible City

Η Ομόνοια γίνεται αόρατη!

Στο πλέγμα που καλύπτει σαν προστατευτικό δέρμα την Ομόνοια είναι ζωγραφισμένο στο χέρι ένα παραθαλάσσιο τοπίο της Κω που φαίνεται ολόκληρο μόνο από ψηλά. Αξιοποιώντας την τεχνική του καμουφλάζ και συνδέοντάς την με την αορατότητα της ιστορικής πλατείας από ψηλά, ο Γκρέγκορ Σνάιντερ δημιούργησε, χρησιμοποιώντας 4.600 μέτρα ύφασμα, την απεικόνιση μιας ακτής που φτάνουν οι πρόσφυγες από την Τουρκία. Από χαμηλά το έργο μοιάζει με ένα προσωρινό εργοτάξιο στην καρδιά της Αθήνας που καθιστά το κέντρο της σημείο συνάντησης του ορατού με το αόρατο, της τέχνης με την ψευδαίσθηση.

Ο Γκρέγκορ Σνάιντερ, κορυφαίος εικαστικός και γλύπτης, εκπρόσωπος της εννοιολογικής τέχνης με υπαρξιακές διαστάσεις, ξεκίνησε να ενδιαφέρεται για την τέχνη από πολύ νωρίς. Σε ηλικία 16 ετών παρουσίασε την πρώτη ατομική του έκθεση, με το σκοτεινό τίτλο «Περί εφηβικής κατάθλιψης», σπούδασε στις Ακαδημίες Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ, του Μύνστερ και του Αμβούργου. Η πρώτη δουλειά του ως έφηβος ήταν νεκροθάφτης στο κοιμητήριο της γενέτειράς του. «Ήμουν ένας από αυτούς που μετέφεραν τα φέρετρα από την εκκλησία στον τάφο. Ήταν μια καλοπληρωμένη δουλειά, κυρίως επειδή κανείς δεν ήθελε να την κάνει. Συνάδελφοί μου στη δουλειά ήταν ένας αλκοολικός κι ένας άντρας με αναπηρία». Ένα από τα κορυφαία πρότζεκτ του Σνάιντερ είναι το Haus U R, το οποίο ξεκίνησε το 1985. Πρόκειται για τη μεταμόρφωση του πατρικού του σπιτιού με τη δημιουργία πανομοιότυπων δωματίων, με τα πατώματα, τους τοίχους, την οροφή και τις πόρτες τους, μέσα στα αρχικά δωμάτια της κατοικίας.

Άλλα πρότζεκτ του που έχουν προκαλέσει την προσοχή, αλλά και έντονες κοινωνικές συζητήσεις, είναι τα δίδυμα σπίτια Die Familie Schneider (2004), το πρότζεκτ Cube (2005), τα High Security Isolation Cells (2005), το Dying  Room (2007),  το Temple in Kolkata (2011) ή το κονιοποιημένο σπίτι όπου γεννήθηκε ο Γκέμπελς (2014). Στην Αθήνα, ο Σνάιντερ επιστρέφει στον εξόχως πολιτικό δημόσιο χώρο. Τι είναι σήμερα ένας δημόσιος χώρος και τι ένας ιδιωτικός χώρος; Το 2007, παρουσίασε το 21 Beach Cells στην πολυσύχναστη πλαζ Μπόντι, στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας. Εκεί, ο Σνάιντερ τοποθέτησε 21 κελιά από συρματόπλεγμα, που φιλοξενούσαν τις ξαπλώστρες και τις ομπρέλες ηλίου των λουομένων. Η δράση αναμείγνυε με απρόβλεπτο τρόπο τη χαλάρωση και την αναψυχή με την έλλειψη ελευθερίας και τη φυλάκιση. Ο ίδιος αναρωτιόταν: «Τι είδους χώρο χρειάζεται κανείς για να αισθάνεται ελεύθερος;»

Φωτογραφίες: ©Σταύρος Πετρόπουλος