Η τέχνη, όπως η συνείδηση, λέει ο Jacques Derrida, εξαρτάται από το πλαίσιο, από το «πάρεργον». Από την κορνίζα που περιβάλλει τον ζωγραφισμένο καμβά μέχρι την αψίδα του προσκηνίου ή του κινηματογράφου, το «πάρεργον» οριοθετεί αυτό που μπορούμε να δούμε. Το πλαίσιο, λέει ο Derrida, ανατρέπει την έννοια ότι «η αισθητική κρίση πρέπει να αφορά την εγγενή ομορφιά και όχι τα περί αυτήν.»

Με τρεις περφόρμερ, το έργο “Private Song” επαναπλαισιώνει κάποια από τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην ατομική περφόρμανς με τίτλο “Private: Wear a Mask When You Talk to Me”. Ενώ η ατομική περφόρμανς χρησιμοποιεί τον αυτοακρωτηριασμό ως τεχνική για να εξερευνήσει το φύλο και τις πολιτισμικές κατασκευές μέσω της τελετουργικής επανάληψης της ενσώματης χειρονομίας, το έργο Private Song προτείνει την πλαισίωση ως οπτική στρατηγική για να αμφισβητήσει, να υπογραμμίσει ή να εξουδετερώσει τη σχέση του θεατή με τα κινούμενα σώματα στη σκηνή.

Τα δημοφιλή ρεμπέτικα των δεκαετιών του 1940 και του 1950 των Γιάννη Παπαϊωάννου, Βασίλη Τσιτσάνη και Γιώργου Μητσάκη παρουσιάζονται μέσα στο έργο όχι ως αφηγηματικά μοτίβα, αλλά ως ένα μέσο αντιπαραβολής των μοναδικών φωνών και κωδικοποιημένων χειρονομιών που προέρχονται από τον ανατολίτικο και τον σύγχρονο χορό, καθώς και από την πάλη, με τα έμφυλα πρότυπα του Χόλιγουντ και την εικαστική ιστορία των απεικονίσεων του έρωτα και της μάχης.

Παρότι τα τραγούδια θα μπορούσαν να θεωρηθούν επικύρωση μιας πολιτισμικής ταυτότητας, η επαναπλαισίωσή τους αναδεικνύει την ετερογένεια των στοιχείων που συνθέτουν την παράδοση του ρεμπέτικου. Η προέλευση της λέξης «ρεμπέτης» είναι αμφιλεγόμενη. Κυριολεκτικά σημαίνει «περιπλανώμενος, τυφλός ή παραπλανημένος», ως αναφορά στον «μάγκα» ή τον «σκληρό που χρειάζεται αναμόρφωση». Ο όρος «ρεμπέτης» δηλώνει μια μορφή νότιου, νομαδικού, μη λευκού ανδρισμού στο πλαίσιο της εξάπλωσης του αστικού καπιταλισμού στην Ελλάδα. Η ανάπτυξη του ρεμπέτικου στην Ελλάδα συνδέεται στενά με την πολιτική ιστορία του εκτοπισμού των ανατολικών κοινοτήτων στην Ευρώπη. Η άφιξη των προσφύγων μουσικών από τη Μικρά Ασία στην Ελλάδα μετά την ανταλλαγή πληθυσμών το 1922-1923 συνέβαλε στην άνθηση ενός νέου, αστικού, ανατολίτικου είδους μουσικής, που εξελίχθηκε στο ρεμπέτικο. Η λέξη μπήκε στον χώρο της μουσικής τη δεκαετία του 1930 ως ονομασία για αμερικανικές ηχογραφήσεις ελληνικών και ανατολίτικων λαϊκών τραγουδιών που είχαν επηρεαστεί από τους ψαλμούς της Ορθοδοξίας, την οθωμανική μουσική με τους τρόπους και τη μουσική των καφενείων. Το ρεμπέτικο δεν αναφέρεται μόνο στα τραγούδια, αλλά είναι και ένα σύνολο από δημοφιλείς αστικούς χώρους (καφενεία, πλατείες, δρόμοι) όπου οι πολιτικές, θρησκευτικές ή εθνοτικές μειονότητες είχαν αναγνώριση μέσω της μουσικής. Έμφυλες πρακτικές φαίνεται ότι καθορίζονταν από τη μουσική κοινότητα στα ανατολίτικα καφενεία. Οι οργανοπαίχτες ήταν κυρίως άντρες, ενώ στο τραγούδι και στον χορό αναδεικνύονταν κυρίως οι γυναίκες. Αυτός ο διαχωρισμός των φύλων εισήγαγε έναν διαχωρισμό μεταξύ μουσικής και χορού, μεταξύ σύνθεσης και σωματικής επίδειξης, μεταξύ σκέψης και αίσθησης.

Το έργο Private Song τονίζει αυτά τα απότομα άλματα στη φωνή και τη χειρονομία, στον χρόνο και τον χώρο, στο αίσθημα και στο νόημα, για να αμφισβητήσει τον τρόπο με τον οποίο ορισμένα πολιτισμικά και έμφυλα πλαίσια νομιμοποιούν τη δράση και τη γνώση, καθορίζοντας τι είναι επιτρεπτό και τι όχι, επηρεάζοντας την αντίληψη της πραγματικότητας και οριοθετώντας τις δυνατότητες για δράση μέσα σε μια δεδομένη σκηνή. Τέλος, αυτές οι πράξεις επαναπλαισίωσης παράγουν μια εξωπραγματική σκηνοθεσία, η οποία λειτουργεί ως τέχνασμα για να καναλιζάρει την οπτική και συναισθηματική αντίληψη που τελικά μεταμορφώνει τη θέση του θεατή.

Σχετικά άρθρα:

Ποιοι χώροι της Αθήνας θα «στεγάσουν» την documenta 14

H documenta 14 και το ΕΜΣΤ ανακοινώνουν τη συνεργασία τους σε Αθήνα και Κάσελ

Γνωρίζοντας την ιστορία της documenta στο Ινστιτούτο Γκαίτε

Πράσινο φως στη documenta 14 για τους αρχαιολογικούς χώρους

«Ο Παρθενώνας των βιβλίων»: το πρώτο έργο της documenta 14 και η ιστορία του