Η γκαλερί Vamiali’s παρουσιάζει την έκθεση «Sunset in Athens (part three)». Οι δύο πρώτες εκθέσεις με τίτλο «Sunset in Athens» ήταν αφιερωμένες στη ζωγραφική, στις νέες τάσεις και κατευθύνσεις. Με τον ίδιο τίτλο παρουσιάζεται τώρα το τρίτο μέρος, επιδιώκοντας μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση.

Υπάρχει μια νοσταλγία στον αινιγματικό τίτλο, ένας ρομαντισμός, αλλά και μια καλυμμένη μεταφορά, μια αλληγορία. Η δύση στην Αθήνα. Η Αθήνα της δύσης ή η Αθήνα της Δύσης (Ευρώπη); Ένα ηλιοβασίλεμα στην Αθήνα ή η Αθήνα, μια πόλη που δύει; Μια συμβολική εικόνα, ή η απενοχοποίηση της ρομαντικής εικόνας της πόλης ως τόπου απόλαυσης; Οι ερμηνείες παραμένουν ανοιχτές.

Η έκθεση «Sunset in Athens» εστιάζει και διερευνά καθολικά θέματα της ανθρώπινης κατάστασης όπως η αγάπη, η απώλεια, η μοναξιά, η αισιοδοξία, η δυσαρέσκεια, η επιβολή, η επιθυμία, η οικειότητα, η λαχτάρα ενώ επιθυμεί να μιλήσει για την ιδέα του μικρόκοσμου, ο οποίος εμπεριέχει ένα ολόκληρο σύμπαν. Μέσα από το μίκρο προσεγγίζει το μάκρο, την ανθρώπινη ψυχή και το ανεξάντλητο της ανθρώπινης συνθήκης, με στόχο να υπογραμμισθούν οι λεπτές πρακτικές που μέσα από προσωπικά, ιδιοσυγκρασιακά συστήματα αναβιώνουν μια δεδομένη δομή.

Η έκθεση θα αναπτυχθεί σταδιακά και τμηματικά μέσα σε ένα χρονικό διάστημα. Έργα περισσότερων καλλιτεχνών θα προστεθούν στον αρχικό πυρήνα, ώστε το πλαίσιο και το περιεχόμενο να εξελιχθούν οργανικά, να είναι ρευστά και σε συνεχή ροή, όπου το κάθε έργο μπορεί και να εισέρχεται ή να παρεμβαίνει στο άλλο. Μια έκθεση σε εξέλιξη, την εποχή της αστάθειας, της μετατόπισης και της μετάβασης, προσκαλώντας τον θεατή κάθε φορά σε μια εκ νέου «ανάγνωση».

«Καθημερινά, στην Αθήνα και σε όλο τον κόσμο, βλέπουμε το ηλιοβασίλεμα. Ανατολή, δύση, ανατολή, δύση, η πορεία του ήλιου, σε έναν ατέλειωτο κύκλο, μια αδιάκοπη λούπα. Μια δεδομένη, καθολική αλήθεια. Στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια όμως δείχνει λίγο διαφορετικό. Όχι ως φόρμα, όχι ως προς τα χρώματα, σηματοδοτεί διαφορετικές έννοιες, θα μπορούσε να είναι η “απόδραση” μας, ένα σημείο αναφοράς, μια αφετηρία ή εκείνη η εικόνα που επιθυμούμε να αποποιηθούμε ή να απαρνηθούμε. Τα απογεύματα στην Αθήνα είναι πιο θλιβερά. Εκτός και αν χαράξουμε μια στρατηγική, εντοπίσουμε μια εναλλακτική λύση, ένα εφεδρικό σχέδιο, ή δημιουργήσουμε μια κατάσταση που θα μπορούσε να κάνει το κόλπο να δουλέψει, ένα καλό λόγο για να παραμείνουμε όρθιοι, να συνεχίσουμε να πιστεύουμε ή απλά να συνεχίσουμε. Είναι αλήθεια πως είμαστε παγιδευμένοι σε ένα διανοητικό και ιδεολογικό αδιέξοδο, ένα πλαίσιο που έχει επιβληθεί. Ζούμε σε μια διαταραγμένη πραγματικότητα. Αν μιλήσουμε για τη δική μας εσωτερική και καθολική αλήθεια, τις βάσεις και τα επιχειρήματα, τις βαθύτερες ρίζες, τις σταθερές, (το back up plan), αυτό από το οποίο μπορεί να αντλήσουμε δύναμη, ίσως καταφέρουμε να ορίσουμε ένα νέο αξιακό πλαίσιο, να δούμε την πορεία του ήλιου γι’ αυτό ακριβώς που είναι, ένα ηλιοβασίλεμα στην Αθήνα. Ίσως το δειλινό να παραμείνει δειλινό, χωρίς περαιτέρω υπαινιγμούς. Χωρίς να δίνουμε “οδηγίες”. Μπορούν όμως οι προβληματισμοί της σύγχρονης τέχνης να μιλήσουν για αυτά τα ζητήματα; Μπορεί η σύγχρονη τέχνη να καθρεφτίσει αυτές τις αλήθειες;»

Ο Γιάννης Θεοδωρόπουλος εστιάζει στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας και του οικείου περιβάλλοντος του με μια ποιητική ματιά. Σωροί ρούχων τοποθετημένοι τυχαία, οι σκιές του φωτός σε ένα τζάμι, οι πτυχώσεις στο βελούδο ενός καναπέ δεν είναι σκηνοθετημένες τοποθετήσεις. Παρατηρώντας τον κόσμο που τον περιβάλλει, απαθανατίζει τη λεπτομέρεια ξετυλίγοντας τη μεγάλη εικόνα του μικρόκοσμου που εμπεριέχει ένα ολόκληρο σύμπαν. Εντοπίζει με περίτεχνο βλέμμα, λεπτομέρειες και τυχαιότητες ήσσονος σημασίας που ίσως αγνοούμε ή προσπερνάμε και τις εξυψώνει σε σημεία αναφοράς, ανιχνεύοντας την ανθρώπινη συνθήκη σε μια προσπάθεια να “ακουστούν οι πιο σιγανές φωνές”. Η εσωτερικότητα και ενδοσκόπηση δεν οδηγούν σε κλειστοφοβικά αποτελέσματα, ούτε εγκλωβίζουν τη ματιά. Αντιθέτως, ο κόσμος του Γιάννη Θεοδωρόπουλου είναι ανοιχτός, πυκνός, πολύπλευρος και πολυδιάστατος. Η επιθυμία του απελευθερώνεται στα μικρά μα ξεκάθαρα περιστατικά όπου η επανάληψη ή η στατικότητα επαναπροσδιορίζουν μια καθημερινότητα που βρίσκεται εκεί παρούσα σαν τον ήλιο που ανατέλλει και δύει καθημερινά.

Το έργο «Ενεχυροδανειστήριο» της Λίνας Θεοδώρου είναι ένα οικονομικό επιτραπέζιο παιχνίδι εμπνευσμένο από την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Στο παιχνίδι όλοι οι παίκτες ξεκινούν έχοντας κάρτες με διάφορα περιουσιακά στοιχεία όπως ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, κοσμήματα, ένα χωράφι κλπ. Καθώς κινούνται χρονικά στο επιτραπέζιο ταμπλό τραβούν κάρτες που τους θέτουν οικονομικά ζητήματα και τους αναγκάζουν να πουλήσουν τα περιουσιακά τους είδη στο ενεχυροδανειστήριο για να μπορέσουν να αποπληρώσουν τα χρέη. Σε πολλές κάρτες προτείνονται στους παίκτες παρανομίες σαν διλήμματα που μπορεί να δεχτούν ή να απορρίψουν με την προοπτική να κερδίσουν χρήματα αλλά με το ρίσκο να πληρώσουν πρόστιμα και να καταλήξουν στη φυλακή. Στο παιχνίδι η μόνη επιχείρηση είναι το ενεχυροδανειστήριο της γειτονιάς και όλες οι συναλλαγές γίνονται σε αυτό. Τα περιουσιακά στοιχεία που ο παίκτης χάνει εξαφανίζονται στη «μαύρη τρύπα» της παραοικονομίας ενώ το κράτος και οι τράπεζες είναι θεσμοί που έχουν χάσει την αξιοπιστία τους. «Τα περιεχόμενα των καρτών είναι όλα εμπνευσμένα από αληθινά γεγονότα που έχω καταγράψει τα τελευταία χρόνια από τον καθημερινό τύπο ή από ιστορίες ανθρώπων. Η γέννηση ενός παιχνιδιού σαν έργο ξεκινάει από την προσωπική ανάγκη μου να αποκαλύψω μια νοσηρή καθημερινότητα στην Ελλάδα που οδηγεί τους ανθρώπους σε βιοτική και ηθική πτώση», αναφέρει η εικαστικός. Με τη χρήση των βασικών λειτουργιών των μηχανισμών ενός παιχνιδιού (ταύτιση, πρόκληση, διάδραση κλπ) μπορεί να επιτευχθεί μια κατάσταση ενσυναίσθησης στο θεατή σε σχέση με την ψυχολογική διάσταση και επίπτωση που έχει η οικονομική κρίση στις καθημερινές ζωές των ανθρώπων.

Η νέα σειρά έργων της Caroline May είναι μια προσέγγιση διερεύνησης της διττής φύσης της φωτογραφίας. Συνεχίζοντας την έρευνά της για τις δυνατότητες του μέσου, παρεμβαίνει σε σελίδες περιοδικών μόδας διαγράφοντας με ακρίβεια τα πρόσωπα των μοντέλων. Τοποθετώντας τις φωτογραφίες μόδας εκτός εννοιολογικού πλαισίου, η διαδικασία της ελεγχόμενης «διαγραφής» οδηγεί σε μια πολιτικοποιημένη, μετα-φεμινιστική ανάγνωση, που ευθυγραμμίζεται με την προηγούμενη δουλειά της Caroline May και σηματοδοτεί νέους ορισμούς της ταυτότητας. Στην ουσία, επιχειρεί, με συγκεκριμένες χειρονομίες, να ανασχηματίσει νέους τρόπους κατασκευής της εικόνας. Με τη χρήση της φωτογραφίας μόδας ως πηγή, προσπαθεί να διεισδύσει στην ποπ φωτογραφία με συλλογισμούς που σχετίζονται με τη μορφή, την αναπαράσταση και την αμφισημία του ίδιου του φωτογραφικού μέσου.

Tα μονόχρωμα πορτραίτα και τοπία της Μπέττυς Φωτίου είναι αέρινα και αιθέρια, σχεδόν απόκοσμα, σαν ένα απροσδιόριστο ίχνος επάνω στην επιφάνεια. Σε μια διαρκή αναζήτηση αφαίρεσης της γραφής και του χρώματος, αποτυπώνει και αποδίδει μόνο το ελάχιστο. Τα πορτραίτα και τα τοπία της Φωτίου είναι αποτελέσματα της φαντασίας, τα πρόσωπα που απεικονίζουν δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα, είναι ένας συνδυασμός ονείρου, μνήμης, οικειότητας και αναμνήσεων. Στο κάθε έργο της, μια κρυφή λεπτομέρεια συνυπάρχει με μια κρυφή πτυχή ώστε τα έργα να ισορροπούν μεταξύ μιας αποφασιστικής χειρονομίας και της επανάληψης της ή υπαινιγμοί και υπονοούμενα να συνυπάρχουν με αναπαραστάσεις. Τα αποσπάσματα των τοπίων της είναι «αιθέρια» και «άυλα» ενώ η απεικόνιση του πορτραίτου είναι συχνά «υπό κατασκευή». Στον οπτικό κόσμο της Φωτίου το νόημα δεν έχει τόση σημασία, τα έργα της είναι σαν ένας περίπατος μέσα στη νύχτα που αφήνει όλες τις δυνατότητες προαιρετικά ανοικτές, ενώ το τελικό αποτέλεσμα είναι θαμπό και σχεδόν διάφανο.

Η Δήμητρα Βάμιαλη στην εγκατάσταση με τίτλο «Bob, David, legends and beings» πραγματεύεται τη σχέση της πληροφορίας με το φαντασιακό πεδίο όπου παράλληλες αφηγήσεις, αρχικά ασύνδετες μεταξύ τους, αναπτύσσονται σ´ένα περιβάλλον-σκηνικό. Φωτογραφικές εκτυπώσεις από την οθόνη του υπολογιστή (screenshots) με στιγμιότυπα που έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο από απροσδόκητες και σαγηνευτικές συνεργασίες διάσημων δημιουργών του πρόσφατου παρελθόντος συνδιαλέγονται με μικρής κλίμακας γλυπτικές εγκαταστάσεις. Ένα περιβάλλον που εξερευνά τη σχέση μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας, γνώσης και τεκμηρίου όπου διαφορετικοί πραγματικοί ή πλασματικοί κόσμοι συναντιούνται ή αντικρούονται. Ενσωματώνοντας διαφορετικά στοιχεία σαν μηχανισμούς πλοκής ξεδιπλώνει την εξέλιξη της αφήγησης όπου θεότητες, όντα και απότοκα από τον κόσμο της φαντασίας με ναρκισσιστική διάθεση συνυπάρχουν με αληθινά γεγονότα σε μια πολύπλοκη στοίχιση χωρίς χρονική ακολουθία και γίνονται οι πρωταγωνιστές ενός προσωπικού σύμπαντος. Οι επιλεγμένες εικόνες δεν εμβαθύνουν και δεν διασταυρώνουν την πηγή της πληροφορίας, ακολουθούν τον κατακερματισμό της μνήμης και το έργο εξελίσσεται σαν πολλές ιστορίες μέσα στην ιστορία. Σε μια προσπάθεια αποτύπωσης του τρόπου που διαχειρίζεται ο νους την εικόνα και την πληροφορία, εκεί που η διαστρέβλωση και ο εξωραϊσμός που δίνει η χρονική απόσταση συνδέονται άρρηκτα με την έννοια της μνήμης, της χρήσης της, της διατήρησης και της ερμηνείας της.