Ένας ερευνητής βυθίζεται σε μια σκοτεινή υπόθεση ανθρωποφαγίας στα χρόνια του μεσοπολέμου. Θύμα είναι ένας ομοφυλόφιλος ποιητής, ο Σεμπάστιαν Βέναμπλ, και θύτες κάποιοι έφηβοι εξαθλιωμένοι από κάθε μορφής πείνα. Ο ποιητής, μετά από 25 καλοκαίρια που γύριζε τον κόσμο έχοντας στο πλάι του τη λαμπερή μητέρα του Βάιολετ, πήρε τη μοιραία απόφαση να την αντικαταστήσει με την εξαδέλφη του Κάθριν, αθώα και ανέτοιμη να υποδυθεί τον ρόλο του «κράχτη», όπως λέει η ίδια.

Η Βάιολετ όμως κατηγορεί την Κάθριν ως ιδιοτελή και ανίκανη να προστατέψει τον ευαίσθητο δημιουργό, την κλείνει σε ψυχιατρική κλινική και επιδιώκει να της γίνει λοβοτομή, για να πάψει να αφηγείται το φριχτό τέλος του Σεμπάστιαν διασύροντας τη μνήμη του ανυπεράσπιστου ποιητή.

Η αντιπαράθεση και η κατάθεση ψυχής των δυο γυναικών τις τοποθετούν στην πρώτη γραμμή των μεγάλων ηρωίδων του Tennessee Williams, ο οποίος για μια ακόμα φορά αυτοβιογραφείται, ειδικά ως προς το βιωματικό τραύμα της λοβοτομής: η αγαπημένη του αδελφή Ρόουζ, ύστερα από επιμονή της μητέρας τους, είχε υποβληθεί στην ολέθρια αυτή επέμβαση, που την άφησε για πάντα διανοητικά ανάπηρη.

Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα έργα του διάσημου Αμερικανού συγγραφέα, το οποίο γνώρισε τεράστια επιτυχία. Με το έργο του αυτό ο συγγραφέας πέτυχε να καταδείξει την αναλγησία του μακαρθισμού και των κοινωνικών συμβάσεων στην Αμερική του ’50 ευαγγελιζόμενος και το τέλος τους.

To 1958, ένα χρόνο μετά τον «Ορφέα στον Αδη», ανέβηκαν στο Μπρόντγουεϋ δύο έργα του Τennessee Williams σε ενιαία παράσταση. Ήταν το «Κάτι που δεν ειπώθηκε ποτέ» και το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» υπό το γενικό τίτλο “Garden district”.

Λίγο μετά τo «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» ανέβηκε σε σκηνοθεσία Χέμπερτ Μάσιτζ κι ένα χρόνο μετά, το 1959, παρουσιάστηκε και ως κινηματογραφική ταινία με την Κάθριν Χέμπορν στο βασικό ρόλο.