Ένα κλασικό έργο – ορόσημο του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, διάσημο στα πέρατα της γης, τον Ζορμπά του Μίκη Θεοδωράκη, παρουσιάζει το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για πρώτη φορά στο Παναθηναϊκό Στάδιο και για μία και μοναδική παράσταση, την Κυριακή 29 Ιουνίου.

Ο λογοτεχνικός ήρωας του μυθιστορήματος «Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη, ζωντανεύει από τους χορευτές του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στον μοναδικό χώρο του Καλλιμάρμαρου Σταδίου, στη σκιά της Ακρόπολης, μέσα από την μεγαλοπρεπή κλασική χορογραφία του Λόρκα Μασσίν, την ανεπανάληπτη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη  και την επιβλητική φωνή της Μαρίας Φαραντούρη, σε μουσική διεύθυνση του Ηλία Βουδούρη.

Ένα εντυπωσιακό θέαμα με την Ορχήστρα, τη Χορωδία και το Μπαλέτο της ΕΛΣ, για την άφθαρτη δύναμη της ελληνικής ψυχής, για τον ήρωα-σύμβολο μιας ξεχωριστής Ελλάδας, η ασυγκράτητη ορμή της ιδιοσυγκρασίας του οποίου μετουσιώνεται στη διονυσιακή μουσική του Μίκη Θεοδωράκη που έχει ταξιδέψει ως συνώνυμο της Ελλάδας σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Ο χορογράφος Λόρκα Μασσίν παρουσίασε το 1976 στην Εθνική Λυρική Σκηνή μία πρώτη εκδοχή του Ζορμπά, αξιοποιώντας τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη για την ομώνυμη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη που είχε συνθέσει το 1964. Δέκα χρόνια αργότερα, ο συνθέτης επέλεξε διάφορα αποσπάσματα έργων του, τα οποία κατά την κρίση του μπορούσαν να στηρίξουν την ιστορία του κατά Καζαντζάκη Ζορμπά. Το σχέδιο υποβλήθηκε στο Φεστιβάλ της Βερόνας, όπου του πρότειναν να ενορχηστρώσει όλο το υλικό, γεγονός το οποίο πραγματοποιήθηκε μετά από οκτώ μήνες συνεχούς εργασίας στο Παρίσι.

Τον Αύγουστο του 1990, ο Έλληνας συνθέτης διηύθυνε την πρώτη εκτέλεση του νέου έργου του στην Αρένα της Βερόνα μπροστά σε 18.000 θεατές που αποθέωσαν τη μουσική του όπως και τη μνημειώδη χορογραφία του Μασσίν.Μέχρι σήμερα ο Ζορμπάς έχει παρουσιαστεί σε περισσότερες από 30 χώρες, από την Αυστραλία έως και την παραλία Ιπανέμα του Ρίο ντε Τζανέιρο σε ένα κοινό 150.000 ατόμων.

Η χορογραφία του Μασσίν συνδυάζει τον κλασικό, το λαϊκό και το μοντέρνο χορό, ενώ η μουσική του Θεοδωράκη συνδυάζει τη συμφωνική με τη λαϊκή ελληνική μουσική δημιουργώντας ένα μοναδικό θέαμα ανεξάντλητης δύναμης.

Ο ήρωας που γέννησε η πένα του Καζαντζάκη και που γοήτευσε το σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη στην ομώνυμη οσκαρική ταινία του πριν από 50 χρόνια, είναι ανάμεσά μας σαν μια αυτόχθονη λαϊκή θεότητα, αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου, για να μας μιλήσει ξανά για τη δύναμη της ζωής και να σβήσει τη χαρά και τον πόνο του στο χορό.

Ο Μίκης Θεοδωράκης σημειώνει: «Είμαι ιδιαίτερα συγκινημένος που το έργο μου παίζεται σε έναν τέτοιο σπουδαίο χώρο όπως είναι το Καλλιμάρμαρο»

Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται Σαββατόβραδο στο χωριό. Τα αγόρια και τα κορίτσια ετοιμάζονται για το χορό. Ο Μανωλιός, ερωτευμένος με τη χήρα, προσπαθεί να την κατακτήσει.
Η μαντάμ Ορτάνς περνά, ενώ λίγο αργότερα έρχεται ο Ζορμπάς μ’ έναν ξένο. Ο Ζορμπάς του μαθαίνει πώς χορεύουν. Ο ξένος ερωτεύεται τη χήρα, όμως ο Μανωλιός με τ’ αγόρια τον διώχνουν. Η μαντάμ Ορτάνς ερωτεύεται τον Ζορμπά. Ζει στο παρελθόν και βλέπει σ’ αυτόν, όπως και σε κάθε άνδρα, τον παλιό της αγαπημένο. Ο ξένος συναντιέται με την χήρα. Ερωτική σκηνή. Ο Μανωλιός και τ’ αγόρια τους βλέπουν. Η χήρα σκοτώνεται. Ο Ζορμπάς κάνει τον ξένο να ξεχάσει χορεύοντας. «Κάθε φορά που πάω να πλαντάξω, κάτι μου φωνάζει μέσα μου: “χόρεψε” και χορεύω. Ξεπλαντάζω».
Η μαντάμ Ορτάνς πεθαίνει. «Κλείνει τα μάτια, όλη η πολυφιλημένη, η πολυβασανισμένη ζωή μας, αχ! Θε μου, ήταν δεν ήταν δευτερόλεπτο». Ο Ζορμπάς κλαίει το χαμό της. Ο ξένος τον παρασύρει στον χορό. «Κάθε φορά που πάω να πλαντάξω, κάτι μου φωνάζει μέσα μου: “χόρεψε”».
Ο πόνος και η λύπη σιγά σιγά σβήνονται στο χορό.