Sleep No More Vs Όχι Άλλον Ύπνο
Ο Μακμπέθ σε μια Νεουορκέζικη και σε μια Αθηναϊκή εκδοχή
25.01.2012
Δεκέμβριος 2011, The McKittrick Hotel, Νέα Υόρκη
Ιανουάριος 2012, Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, Αθήνα
Το Sleep No More είναι μια παράσταση που από πέρσι κάνει πάταγο στη Νέα Υόρκη. Πρόκειται για ένα εναλλακτικό ανέβασμα του Μακμπέθ από την βρετανική ομάδα Punchdrunk, και η εμπειρία είναι μοναδική. Σε μια πενταόροφη παλιά αποθήκη στο Chelsea του Manhattan, έχει στηθεί για τις ανάγκες του έργου ένα τεράστιο σκηνικό το οποίο εκτείνεται σε όλους τους ορόφους του κτιρίου. Από την είσοδο ακόμα, όπου ο θεατής καλείται να βηματίσει σε έναν υποφωτισμένο λαβυρινθώδη διάδρομο, καταλαβαίνει ότι τίποτα δεν θα είναι γνώριμο και απλό. Πρώτος σταθμός μια μεγάλη αίθουσα η οποία θυμίζει jazz club του μεσοπολέμου και όπου έχει κανείς μια τελευταία ευκαιρία να πιεί ένα ποτό πριν ριχτεί στο κυνήγι των σκηνών του έργου. Γιατί το Sleep No More είναι μια παράσταση χοροθεάτρου που δεν εκτυλίσσεται γραμμικά, αλλά ο θεατής καλείται να ανακαλύψει μέσα στον χαοτικό χώρο της αποθήκης σε ποια σημεία παίζονται επαναλαμβανόμενες ανά τακτά διαστήματα οι διαφορετικές σκηνές του έργου.
Αφού λοιπόν στον χώρο του jazz club φορέσει υποχρεωτικά μια άσπρη βενετσιάνικη καρναβαλική μάσκα και χωριστεί -επίσης υποχρεωτικά- από οποιοδήποτε συντροφιά του, με ένα ασανσέρ με ελάχιστο και πάλι φωτισμό, ο θεατής αφήνεται σε κάποιον όροφο για να ξεκινήσει το κυνήγι των σκηνών αλλά και να αρχίσει να απολαμβάνει το σκηνικό μια που οι εκατό περίπου μισοσκότεινες αίθουσες που το αποτελούν είναι διακοσμημένες καταπληκτικά. Δωμάτια που θυμίζουν εσωτερικό σπιτιού, άλλα επαγγελματικούς χώρους, όλα με διακόσμηση art deco και εκατοντάδες παλιά έπιπλα και αντικείμενα, διαδέχονται το ένα το άλλο και εναλλάσσονται με λαβυρίνθους φτιαγμένους από κλαδιά, ή με παιδικά δωμάτια γεμάτα αποκεφαλισμένες κούκλες που αιωρούνται, ή ακόμα και με αίθουσες νοσοκομείου και αίθουσες χορού, με μισογκρεμισμένους τοίχους, με μπανιέρες και πριγκιπικά κρεβάτια σε βασιλικές αίθουσες, με δωμάτια θεοσκότεινα, με διαδρόμους που δεν οδηγούν πουθενά.
Τα πρώτα συναισθήματα καθώς μπαίνει κανείς σ' αυτόν τον αλλόκοτο κόσμο του έργου είναι έκπληξη, μια αίσθηση αποπροσανατολισμού και η ανάγκη να τα εξερευνήσεις όλα, να τα πιάσεις όλα, να τα δεις όλα. Όποιος δεν έχει διαβάσει εκ των προτέρων τι ακριβώς συμβαίνει κατά τη διάρκεια της παράστασης, απλώς δεν ξέρει που να πρωτοπάει και τι να πρωτοκάνει. Όμως κάτι ξαφνικά τρεχαλητά, κάποιες φιγούρες που βιαστικά μέσα στο σκοτάδι εμφανίζονται κι εξαφανίζονται μυστηριωδώς ακολουθούμενες από μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες θεατών που όλοι φορούν τις άσπρες μάσκες τους, κάποιες μακρινές μουσικές, σε κάνουν να σκεφτείς ότι πρέπει να αφήσεις την άσκοπη περιπλάνηση και να ακολουθήσεις κι εσύ τη δράση. Ψάχνεις να ξεδιπλώσεις τον μίτο και ακολουθείς την πρώτη ομάδα που περνά από μπροστά σου, που έχει για οδηγό της φερ' ειπείν έναν νεαρό ηθοποιό που φορά σμόκιν... Και ξαφνικά βρίσκεσαι εγκλωβισμένος σ' ένα μικρό δωμάτιο όπου ένας άλλος ηθοποιός βρίσκεται ήδη και αρχίζει να παλεύει με τον ηθοποιό που ακολουθούσες εσύ, και η πάλη γίνεται εκεί δίπλα σου, πρέπει να μετακινηθείς ανάλογα, πρέπει να τους κάνεις χώρο γιατί αλλιώς θα πέσουν πάνω σου. Και πριν το καταλάβεις η πάλη έχει τελειώσει, οι ηθοποιοί φεύγουν κι εσύ και πάλι αναρωτιέσαι προς τα πού να πας. Όμως μια δυνατή techno μουσική σε τραβά σε μια άλλη αίθουσα όπου μια παγανιστική σκηνή εξελίσσεται κάτω από το φως ενός προβολέα στρόμπο. Ένας γυμνός ιερέας που φορά ένα κεφάλι τράγου, δυο μαινάδες που η μια γεννά ένα μωρό κι ένας αιματοβαμμένος άντρας μπλέκουν σε ένα ξέφρενο χορό...και μετά εξαφανίζονται. Μάλλον ήταν η γέννηση του Μακντάφ που τον απέσπασαν από την κοιλιά της μάνας του, αυτός που αργότερα θα σκοτώσει τον Μακμπέθ... Και κάπως έτσι, αφουγκραζόμενος και πιάνοντας τις κινήσεις μέσα στο σκοτάδι, βρίσκεις τον επόμενο ηθοποιό για να τον ακολουθήσεις, μαζεύοντας τα κομμάτια του παζλ της παράστασης.
Μέχρι που κάποια στιγμή ανακαλύπτεις ποιος είναι ο Μακμπέθ και τότε δεν τον χάνεις απ' τα μάτια σου γιατί ως το κεντρικό πρόσωπο που είναι, ακολουθώντας τον θα δεις την συνάντηση του με τις Μάγισσες, τον φόνο του βασιλιά Ντάνκαν, τον φόνο του Μπάνκο, την λαίδη Μακμπέθ μισότρελη να προσπαθεί μέσα στο μπάνιο της να ξεπλύνει από πάνω της το αίμα των φόνων, την πορεία του ίδιου του πρωταγωνιστή προς τον θάνατο. Όλα αυτά ανεβοκατεβαίνοντας σκάλες, από όροφο σε όροφο, σπρώχνοντας τους θεατές που μπορεί να σου σταθούν εμπόδιο και τρέχοντας πίσω από τον Μακμπέθ, σε σκηνές που παίζονται μπροστά σου σε απόσταση αναπνοής, που έχεις την αίσθηση ότι τις ζεις κι εσύ καθώς μπαίνεις μέσα στη δράση, παρακολουθώντας την εξαίσια και γεμάτη ένταση χορογραφία που άλλες φορές βασίζεται σε νοσταλγικές μουσικές όπως τα τραγούδια "Goodnight Children, Everywhere" και "A Nightingale Sang in Berkeley Square", άλλες σε δυνατή techno, και άλλες σε μελωδίες του Bernard Herrmann γραμμένες για τις ταινίες του Χίτσκοκ.
Κι αφού «το δάσος του Μπέρναμ κινήσει να πάει στο Ντάνσινεν» όπως προανήγγειλαν οι Μάγισσες, κι αφού ο θεατής μέσα σε περίπου τρεις ώρες γυρίσει από σκηνή σε σκηνή μέσα σε μια φοβερή εγρήγορση, ο Μακμπέθ δεν πέφτει σκοτωμένος από το σπαθί του Μακντάφ, αλλά βρίσκεται να αιωρείται στην κρεμάλα. Στην έξοδο, στο jazz club, ένα κουιντέτο μαζί με μια αφροαμερικανίδα τραγουδίστρια περιμένουν τους θεατές για να τους γαληνέψουν και να τους διασκεδάσουν με τη μουσική και τα τραγούδια τους.
Το Sleep no More βραβεύτηκε με το Drama Desk Award στην κατηγορία Unique Theatrical Experience και με ειδική μνεία στα Obie Awards για τα σκηνικά και τη χορογραφία, ενώ έχει μπει τόσο πολύ στην ποπ κουλτούρα της Νέας Υόρκης που γυρίστηκαν μέσα στην παράσταση σκηνές από τη δράση του πολύ επιτυχημένου σήριαλ Gossip Girl.
Σε αντίθεση με το Sleep No More, η παράσταση του Μακμπέθ σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου -η οποία παρουσιάζεται στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών και με υπότιτλο Όχι Άλλο Ύπνο- στερείται πρωτοτυπίας, θυμίζοντας σαφώς την αμερικανική ομώνυμη παράσταση, αλλά και έργα της Αριάν Μνούσκιν. Η επιλογή της μουσικής, τα κοστούμια, τα αποτυχημένα χορευτικά, έδιναν την αίσθηση ότι οι συντελεστές της ήταν πραγματικά κάτω από τη επίδραση της Νεοϋορκέζικης παράστασης, ενώ το βεστιάριο πάνω στη σκηνή αλλά και οι θεαματικές αλλαγές του σκηνικού κατά τη διάρκεια της εξέλιξης του έργου θύμιζαν πολύ το απόλυτα συντονισμένο χάος που δημιουργεί επί σκηνής η γαλλίδα σκηνοθέτιδα. Εξαίρεση αποτελεί η έξυπνα στημένη σκηνή της δεύτερης συνάντησης του Μακμπέθ με τις Μάγισσες, κατά τη διάρκεια της οποίας μια από αυτές βγάζει ασταμάτητα μωρά-κούκλες μέσα από τα ανοιχτά πόδια της, ενώ στο τέλος τρία πνεύματα-ηθοποιοί ξεπηδάνε θεαματικά κι αυτοί ανάμεσα απ' τα σκέλια της για να προαναγγείλουν στον σφετεριστή βασιλιά ποιο θα είναι το τέλος του. Ως προς τους ηθοποιούς, ευτυχώς ο Αργύρης Ξάφης ερμηνεύει έναν Μακμπέθ χωρίς πομπώδεις εξάρσεις, ενώ η Άννα Μάσχα ως Λαίδη Μακμπέθ μοιάζει σαν να μην έχει αποφασίσει ακόμα με ποια κλειδιά θα ξεκλειδώσει τον ρόλο της. Τα σκηνικά της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου είναι εντυπωσιακά και βοηθούν αρκετά στην εξέλιξη του έργου. Εντέλει, ο Μακμπέθ του Θωμά Μοσχόπουλου ενώ μοιάζει να υπόσχεται πολλά, αφήνει μια αίσθηση ανεκπλήρωτου.
Σχόλια