Η σχετικότητα του χιούμορ

Γιατί το «Community» είναι πιο αστείο από τον Αριστοφάνη

ποπculture ελcBLOG - Η σχετικότητα του χιούμορ

22.02.2012

Κείμενο: Νίκος Βαζαίος

Πριν από λίγες μέρες η βίβλος των social media Mashable δημοσίευσε ένα ρεπορτάζ με τίτλο «Πώς το Twitter αλλάζει την τέχνη της κωμωδίας». Ας σταθούμε μια στιγμή στη λέξη «τέχνη». Είναι καλλιτέχνες οι Ράδιο Αρβύλα επειδή παρουσιάζουν μια σατιρική εκπομπή που τη βλέπει και την αναπαράγει αρκετός κόσμος; Εδώ ακολουθεί γέλιο. Σε κονσέρβα ή ζωντανό, δεν έχει σημασία. Γάργαρο γέλιο, πάντως, σε αντίθεση με τις παγωμένες αντιδράσεις που (θα έπρεπε να) προκαλούν τα αστεία τους. Κι αυτό είναι ένα αδιάσειστο επιχείρημα για τη σχετικότητα του χιούμορ. Κάποιοι θεωρούν τους Ράδιο Αρβύλα αστείους και κάποιοι άλλοι ανυπόφορους (αν ποτέ δημιουργηθεί μια ομάδα απ’ αυτούς, θα ήθελα να μπω στο διοικητικό της συμβούλιο). Αυτό συμβαίνει γιατί κάποιοι μπερδεύουν το χιούμορ με το χαβαλέ ή γιατί, τέλος πάντων, δεν υπάρχει γενικώς αποδεκτός ορισμός για το χιούμορ, παρά μόνο το αναγνωρίσιμο αποτέλεσμα ενός αστείου που είναι οι φυσιολογικές αντιδράσεις του προσώπου και του σώματος. Με ιατρικούς όρους, το γέλιο περιγράφεται ως εσωτερικό τζόγκινγκ και στη συνέχεια θα προσπαθήσω να αναλύσω γιατί μια εκπομπή των Ράδιο Αρβύλα ισοδυναμεί με σούρσιμο από το σπίτι μέχρι το απέναντι περίπτερο, ενώ η παράσταση ενός καλού stand-up κωμικού με δέκα εντατικούς γύρους στο πέταλο του Καλλιμάρμαρου.

Πριν από χρόνια παρακολούθησα για πρώτη φορά μια παράσταση του Eddie Izzard σε κεντρικό θέατρο του Λονδίνου. Ήμουν μικρός τότε και μου είχε κάνει εντύπωση πώς γινόταν εκατοντάδες άτομα να έχουν πληρώσει εισιτήριο για να δουν έναν άνθρωπο, σε μια άδεια σκηνή, να λέει αστεία μπροστά από ένα μικρόφωνο. Αλλά είπαμε, ήμουν μικρός τότε, και οι αναφορές μου για μαζικά θεάματα ήταν τα πούλμαν που μετέφεραν κόσμο από την επαρχία στις παραστάσεις της Μιμής Ντενίση. Όσο το επέτρεπαν τα αγγλικά μου, κατάφερα να πιάσω τα περισσότερα αστεία: ο τύπος μίλαγε για γάτες που κάνουν γεωτρήσεις, για τις αντιδράσεις που προκαλεί στο περιβάλλον του το χούι του με την παρενδυσία και για άλλα πολλά σουρεαλιστικά που άλλα τα καταλάβαινα και άλλα όχι, αλλά γελούσα γιατί ξεκαρδίζονταν οι γύρω μου. Τότε δεν γνώριζα τίποτα για το timing στην κωμωδία, παρά μόνο μερικές βασικές αρχές για την ψυχολογία της μάζας – και μάζα, υπό μία έννοια, είναι το κοινό μιας παράστασης. Όταν χρόνια αργότερα μίλησα με έναν Έλληνα stand-up κωμικό, όλα απέκτησαν νόημα στο κεφάλι μου. Το κωμικό timing είναι μια ολόκληρη επιστήμη: τι θα πεις, πότε θα το πεις, πόσο θα το τραβήξεις, πότε θα το εγκαταλείψεις και πότε (αν) θα το ξαναπιάσεις αργότερα. Το μυαλό του επαγγελματία του γέλιου λειτουργεί την ώρα της παράστασης σε multitasking mode. Ο σωστός κωμικός λέει το κείμενο που έχει έτοιμο, παρακολουθεί πώς κατεβαίνει αυτό στην πλατεία (αν το γέλιο απλώνεται ή αν σβήνει), υπολογίζει αν τον παίρνει να διανθίσει ένα αστείο με αυτοσχεδιασμούς (οπότε πρέπει να ανασύρει τις αναφορές του) και βρίσκει το ρυθμό του ανάλογα με την ανταπόκριση από το κοινό. Μετά απ’ αυτήν τη χονδροειδή περιγραφή του κωμικού μηχανισμού, καταλαβαίνετε ότι αυτό που κάνουν οι Ράδιο Αρβύλα είναι απλός χαβαλές. Κάνουν θόρυβο χωρίς feedback. Ή μάλλον έχουν feedback: τις μετρήσεις τηλεθέασης. Όμως, αυτό δεν αρκεί κι έτσι δεν είναι τυχαίο ότι η φήμη τους συντηρείται μόνο στην τηλεόραση.

Αν σας ενδιαφέρει πραγματικά να καταλάβετε γιατί το χιούμορ και το γέλιο είναι τέχνη και γιατί η αντιναζιστική επιθεώρηση του ραδιοτηλεοπτικού θιασάρχη Γιώργου Τράγκα είναι για κλάματα, μπορείτε να παρακολουθήσετε τις παραστάσεις του Γιώργου Χατζηπαύλου (στο θέατρο Παραμυθίας) και του Σίλα Σεραφείμ (στο Variete του Badminton). Είναι διαφορετικοί στο στιλ, καθώς ο πρώτος ομαδοποιεί παρατηρήσεις από την καθημερινότητα, ενώ ο δεύτερος πιο αφηρημένες έννοιες, αλλά είναι τόσο ίδιοι στο αποτέλεσμα: αν ισχύει ότι το γέλιο γυμνάζει τους κοιλιακούς, τότε ακυρώστε την παραγγελία για εκείνο το θαυματουργό μηχάνημα του τηλεμάρκετινγκ που θα κάνει «φέτες» το στομάχι σας και αγοράστε εισιτήρια γι’ αυτές τις παραστάσεις. Θα σας πρότεινα επίσης ανεπιφύλακτα να παρακολουθήσετε τη δραστηριότητα του ελληνικού Comedy Lab που εξελίσσεται σε ένα niche της εξωτηλεοπτικής κωμωδίας και σάτιρας, ή να ανακαλύψετε τη μεγαλειώδη βρετανική παράδοση στο είδος μέσα από τον οδηγό του Chortle.

Αν ρωτήσεις ένα μέσο Έλληνα για το αγγλοσαξονικό χιούμορ, το πιθανότερο είναι να σου δώσει μια απάντηση που θα περιλαμβάνει τις λέξεις «κρυόκωλος» και «Αριστοφάνης». Θα έχεις μπροστά σου έναν άνθρωπο που η ιδέα του για το χιούμορ συνδέεται με μια θέση στο πλατό του «Αλ Τσαντίρι Νιούζ». Δυστυχώς και σ’ αυτή την περίπτωση, η αρχαιοελληνική παράδοση στοιχειώνει τη νεοελληνική πραγματικότητα. Ο Αριστοφάνης δεν είναι αστείος – τουλάχιστο απ’ όσο μπορώ να σκαλίσω την επιδαυρική μου μνήμη. Κι αυτό αποδεικνύεται εύκολα από το γεγονός ότι το stand-up δεν έχει πιάσει στη χώρα μας. Τελικά, κανείς δεν ήταν τότε παρών στην αρχαία Επίδαυρο για να μαρτυρήσει αν οι πρόγονοί μας γελούσαν τρανταχτά ή απλώς απολάμβαναν τον καθαρό αέρα και το αγριογούρουνο με τα δαμάσκηνα στο τάπερ. Όμως, ξέρω ότι στην εποχή μας είναι αστείο το «Little Britain», το «Community», αλλά και ο δικός μας Mikeius ή ο Λάμπρος Φισφής και η ομάδα «Κάψε το σενάριο», που ελπίζω να τα καταφέρουν (έχουν όλα τα φόντα) στο αυτοσχεδιαστικό comedy show που κάνει πρεμιέρα πρωτομηνιά Μαρτίου στο MEGA. Σίγουρα, πάντως, θα βρω ευκαιρία να ξαναγράψω γιατί τα σποτάκια των Φινλανδών στη Eurovision ήταν ξεκαρδιστικά, σε αντίθεση με τα δικά μας που έμοιαζαν με ζητιανιάρικες καρτέλες «rooms to let».

Σχόλια

blog comments powered by Disqus

Πείτε τη γνώμη σας

  • (3 ψήφοι)