Γερμανικό χωριό στα 1913 - 14 απολαμβάνει μακροχρόνια ειρήνη και -τηρουμένων φυσικά των αναλογιών και ακόμη φυσικότερα της κοινωνικής θέσης του καθενός- ευημερία: «Ο καιρός φέτος ήταν ευνοϊκός, οι αποθήκες μας γέμισαν, δεν θα πεινάσετε και φέτος», ανακοινώνει ο Βαρόνος στους χωρικούς. Όλα πάνε καλά. Οι ολέθριες συνέπειες του Ά Παγκοσμίου Πολέμου και οι επαχθείς όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών κατά της Γερμανίας θα έρθουν αμέσως μετά.
Κι ο Χάνεκε είναι σαν να θέλει να πει στη «Λευκή Κορδέλα» (χωρίς πάντως τον παραμικρό υπαινιγμό για αυτό μέσα στην ίδια την ταινία), ότι εκτός από αυτές τις εξηγήσεις, εκτός από τους παράγοντες που εξέθρεψαν την ιδεολογία του ναζισμού, ήταν κάτι πιο βαθύ που λέρωνε τη γενιά που είκοσι χρόνια αργότερα θα έφερνε τους Ναζί δημοκρατικά στην εξουσία, τη γενιά που θα επάνδρωνε τις τάξεις των Ναζί και θα μπορούσε να προβεί στα εγκλήματα που προέβη. Είναι σαν να θέλει να πει πως υπάρχει, όχι μόνο σε αυτή, αλλά και σε κάθε άλλη που μεγάλωσε αντίστοιχα, κάτι πολύ πιο δομικό που καθιστά σε ψυχολογικό επίπεδο δυνατή τη σκληρότητα και τη θηριωδία. Κάτι στις δομές της οικογένειας και στον τρόπο ανατροφής που εστίαζε τόσο πολύ στον τύπο, στην ιεραρχία, στην απόσταση, στο «πρέπει», σε ένα σύστημα κανόνων με βασικό μοχλό εφαρμογής τους την ενοχή.
Τα παιδιά του Πάστορα αργούν υπερβολικά να γυρίσουν σπίτι. Τι ακολουθεί; Όχι απλώς το «Δεν θα φάτε επειδή εξαφανιστήκατε». Αυτό από μόνο του θα ήταν σκέτη τιμωρία. Η τιμωρία όμως συνοδεύεται με ενοχή, δημιουργώντας ένα ανεπανάληπτο κοκτέιλ, όπου ο παραβάτης δεν εξιλεώνεται δια της τιμωρίας, αλλά η επιβολή της τιμωρίας του προστίθεται ως αυτοτελής παράγοντας στο ενοχοποιητικό σύμπλεγμα. «Δεν φάγαμε ούτε εμείς οι γονείς σας. Πώς θα μπορούσαμε να φάμε, αγωνιώντας για το που είστε; Κανείς μας δεν θα φάει απόψε. Κι αύριο, το ότι θα αναγκαστώ να σας δώσω δέκα ραβδισμούς, είναι ένα γεγονός που με στενοχωρεί εμένα πρώτα». Και πράγματι ο Πάστορας δεν είναι σαδιστής. Αλλά πρέπει να τα τιμωρήσει. Όπως πρέπει να δένει το μεγάλο του γιο στο κρεβάτι για να μην πειράζει «τα νεύρα του κορμιού του» (γεγονός που, όπως του εξηγεί, αν το συνεχίσει θα τον οδηγήσει ταχύτατα στην αρρώστια και στον θάνατο, όπως έχει συμβεί σε περιπτώσεις συνομηλίκων του). «Και θα φοράτε μια λευκή κορδέλα, στο μανίκι τα αγόρια και στα μαλλιά τα κορίτσια, για να σας θυμίζει την αγνότητα που θα έπρεπε να έχετε, αφού δεν μπορείτε να την επιβάλλετε μόνοι σας στους εαυτούς σας». Δηλαδή φορώντας την δείχνετε προς τα έξω ότι είστε μη αγνοί. Η ενοχή βγαίνει από τα όρια τα ιδιωτικά και προσφέρεται σε δημόσια θέα. Και όταν πιάνει τα παιδιά του στο σχολείο να κάνουν φασαρία, αρχίζει την μεγάλη του κόρη σε τι άλλο; Στο κήρυγμα: «Ως η μεγαλύτερη κόρη του πνευματικού ηγέτη της κοινότητας, θα έπρεπε να είσαι η πρώτη που θα δίνει το παράδειγμα, αλλά εσύ, αντίθετα...». Εκείνη τότε σωριάζεται λιπόθυμη, καθώς το βάρος της ενοχής, είτε νιώθεται, είτε αποτελεί πια λέξη κενή από τις ατέλειωτες επαναλήψεις με τα χρόνια, είναι εξίσου ασήκωτο.
Ο Χάνεκε αρνείται την απεικόνιση όχι μόνο των περισσότερων βίαιων πράξεων της ταινίας, αλλά και των ίδιων των αποτελεσμάτων τους. Προτιμά -στην μόνη ίσως συναισθηματικά δυνατή σκηνή του φιλμ- να δείξει λεκτική βία, έναν ολοκληρωτικό και ανηλεή λεκτικό εξευτελισμό. Ο Χάνεκε αρνείται κάθε εντυπωσιασμό, κάθε αβανταδόρικη σκηνή, αρνείται να μας δείξει και τους δράστες των εγκλημάτων που λαμβάνουν χώρα, αφήνοντας όμως μάλλον σαφώς να εννοηθεί ότι είναι συλλογικά και όχι ατομικά. Ο κακός στην ταινία του είναι η μάζα. Και τα εγκλήματα της μικροκλίμακας του χωριού θα επαναληφθούν σε απείρως μεγαλύτερη κλίμακα στο μέλλον. Αντίθετα, η εξήγηση της κοινωνίας του χωριού για τα εγκλήματα είναι συμβατική, σκανδαλοθηρική, με το κακό να έχει και πάλι σεξουαλική προέλευση.
Αυτή όμως η ψυχρότητα, αυτή η απόσταση στις οικογενειακές σχέσεις πόσο διαφέρει από την ματιά του Χάνεκε; Το σινεμά του δεν είναι ψυχρό, δεν είναι απόμακρο; Η «Λευκή Κορδέλα» με τις πεντακάθαρες ασπρόμαυρες εικόνες της είναι μια πανέμορφη ταινία, αλλά παγωμένα πανέμορφη. Μια ταινία που σε καλεί να σκεφτείς, αλλά όχι και τόσο να νιώσεις. Μια ταινία που δύσκολα μπορείς να την προσπεράσεις, αλλά ακόμη πιο δύσκολα μπορείς να την αγαπήσεις.
Μπορείτε να διαβάστε περισσότερα από τον Old Boy στη διεύθυνση http://old-boy.blogspot.com/