Το άγιο δισκοπότηρο της αμερικάνικης λογοτεχνίας είναι το περίφημο Great American Novel, δηλαδή το σπουδαίο εκείνο μυθιστόρημα που ενσωματώνει την απείρως περίπλοκη και φευγαλέα φύση της ίδιας της αμερικάνικης εμπειρίας, μίας εμπειρίας που διαρκώς αλλάζει, εμπλουτίζεται, συνδιαμορφώνεται από τις εισροές ανθρώπων, πολιτισμών και παραδόσεων στο απόλυτο χωνευτήρι των αέναων ονείρων. Ο όρος Great American Novel για κάποιους αποτελεί ένα ιδανικό, έναν άφταστο στόχο, μία χίμαιρα. Για αρκετούς κριτικούς και συγγραφείς όμως το σπουδαίο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα υπάρχει ήδη. Προκύπτουν φυσικά διαφωνίες για το ποιο μπορεί να είναι αυτό, αλλά νομίζω ότι κατά γενική ομολογία τρία μυθιστορήματα ξεχωρίζουν θέτοντας υποψηφιότητα για τον άτυπο αυτό τίτλο: Το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ, το Χάκλμπερι Φιν του Τουέιν και, φυσικά, Ο Υπέροχος Γκάτσμπι του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Το τελευταίο μάλιστα μυθιστόρημα, το οποίο φέτος συμπληρώνει έναν αιώνα ζωής, έχει συχνά χαρακτηριστεί ως ένα από τα τελειότερα λογοτεχνικά έργα στην αγγλική γλώσσα. Ας εξετάσουμε εν συντομία το γιατί.
Ανεξαρτήτως του αν κάποιος είναι φαν της κομψής (αλλά καθόλου ελιτίστικης) γραφής του Φιτζέραλντ ή όχι, οφείλει να παραδεχθεί ότι ο όρος «τέλειο» ταιριάζει γάντι στον Υπέροχο Γκάτσμπι, κυρίως λόγω της τόσο αρμονικής επίτευξης όλων των στόχων που έχει θέσει ο συγγραφέας και μάλιστα σε τόσο σύντομη έκταση. Είναι λες και πράγματι, ο Φιτζέραλντ έχει καταφέρει να χωρέσει την ουσία της Αμερικής σε λιγοστές αναλογικά σελίδες, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να νιώθει το πόσο συμπυκνωμένο είναι το κείμενο, χωρίς όμως να το αισθάνεται ποτέ βαρύ ή δυσκολοχώνευτο. Η αλήθεια είναι ότι το μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ είναι αέρινο, μελαγχολικό, ψυχαγωγικό όσο και ειλικρινά συγκινητικό. Περισσότερο από όλα όμως είναι τόσο βαθιά αμερικάνικο που η υποψηφιότητα για τον τίτλο του Σπουδαίου Αμερικάνικου μυθιστορήματος να μοιάζει τόσο ταιριαστή.
Στην ψυχή του το βιβλίο στηρίζεται στον επώνυμο χαρακτήρα, τον μυστηριώδη Τζέι Γκάτσμπι, έναν εκατομμυριούχο που στήνει καθημερινά περίφημα πάρτι στην μυθική του έπαυλη στο μυθοπλαστικό Ιστ Εγκ του Λονγκ Άιλαντ (που μάλλον παραπέμπει στα Χάμπτονς) την περίφημη ηδονιστική εποχή της Jazz. Μόνο που ο ίδιος παραμένει στην σκιά, δεν εμφανίζεται σχεδόν ποτέ, ουδείς γνωρίζει λεπτομέρειες για εκείνον, το παρελθόν του, το πώς έβγαλε όλα αυτά τα χρήματα και, κυρίως, τον λόγο που παραθέτει όλες αυτές τις δεξιώσεις.
Αυτό καλείται να ανακαλύψει ο Νικ Κάραγουεϊ, ο αφηγητής συγγραφέας και alter ego του Φιτζέραλντ που μόλις έχει μετακομίσει στην περιοχή, και ο οποίος λαμβάνει μια πρόσκληση από τον ίδιο τον Γκάτσμπι για να τον επισκεφθεί. Αυτή είναι η βάση μιας ιστορίας που έχει αποδειχθεί μία από τις διαχρονικότερες του 20ού αιώνα. Γιατί όμως θεωρείται ένα τόσο αμερικάνικο μυθιστόρημα; Οι λόγοι είναι πολλοί και θα πρέπει να ενημερώσω τον επίδοξο αναγνώστη για ορισμένα spoilers.
Και πάλι η απάντηση κρύβεται στον ίδιο τον Γκάτσμπι. Το μυστηριώδες παρελθόν του είναι μυστηριώδες ακριβώς επειδή βασίζεται σε μια συρραφή ψεμάτων που ο ίδιος αναμεταδίδει ώστε να επισκιάσει την πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι ότι ο Γκάτσμπι γεννήθηκε φτωχός και με άλλο όνομα, ενώ τα χρήματά του προέκυψαν από μια σειρά παράνομων δραστηριοτήτων και συνεργασιών με τον υπόκοσμο. Έτσι, ο λαμπερός Γκάτσμπι κρύβει ένα βρώμικο παρελθόν. Όμως αυτό ακριβώς δεν αποτελεί την μαγεία της Αμερικής; Ότι ένας ανώνυμος άνθρωπος μπορεί να εφεύρει εκ νέου τον εαυτό του, από φτωχός και εξαθλιωμένος να συστηθεί ξανά ως αριστοκράτης και πλούσιος; Ότι μπορείς να πλάσεις μία ταυτότητα που δεν υπαγορεύεται από τις συγκυρίες και τις συνθήκες της καταγωγής ή της γέννησής σου, αλλά μονάχα από το τι μπορείς ο ίδιος να πετύχεις; Όμως σε αυτό το όνειρο, σε αυτό το ιδανικό κρύβεται και η ίδια η κατάρρευσή του. Διότι η επιτυχία του Γκάτσμπι δεν είναι προϊόν τόσο πολύ του μόχθου ή της ευφυίας του αλλά εγκληματικών ενεργειών και ψεμάτων. Το όνειρο δεν αποκτάται έτσι απλά με νόμιμες οδούς, η γη των ευκαιριών και της ισότητας δεν προσφέρει ακριβώς τις ίδιες ευκαιρίες σε όλους, ενώ κάποιοι είναι λίγο πιο «ίσοι» από τους άλλους, εκτός κι αν παρακάμψεις τους κανόνες.
Όμως ο Γκάτσμπι, όσο πλούσιος κι αν έχει γίνει, παραμένει μελαγχολικός γιατί τα χρήματα δεν ήταν αυτό που ήθελε. Αυτό που ήθελε είναι αυτό που τα χρήματα θα μπορούσαν να του δώσουν: την δυνατότητα να υποκριθεί ότι είναι κάποιος σπουδαίος ώστε να επιτύχει αυτό που πάντοτε επιθυμούσε, να κερδίσει την γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος τόσα χρόνια, την Ντέιζι, η οποία όμως ανήκει σε έναν κόσμο προνομιούχων, έναν κόσμο στον οποίο δεν θα επιτρεπόταν ποτέ η πρόσβαση στον «παλιό» Γκάτσμπι. Στον πυρήνα του λοιπόν, ο Γκάτσμπι είναι ένας αθεράπευτος ρομαντικός, ένας άνθρωπος που κάνει τα πάντα προκειμένου να κατακτήσει την μεγάλη του αγάπη, και αυτό του προσδίδει μία υπερβατική διάσταση.
Αλλά είναι και οι λεπτομέρειες που τονίζουν την τελειότητα του κειμένου σε κάθε του γωνιά. Ας πάρουμε δυο τυχαία παραδείγματα: όπως ο Τολστόι και ο Ζολά χρησιμοποιούσαν την ατμομηχανή του τρένου σαν σύμβολα της νέας εποχής της βιομηχανικής επανάστασης στα έργα τους (πιο περίφημο παράδειγμα η σκηνή στην Άννα Καρένινα που είναι συνυφασμένη και με την τραγωδία της κεντρικής ηρωίδας), ο Φιτζέραλντ δείχνοντας πόσο έχει αφομοιώσει τους κλασικούς, κάνει ακριβώς το ίδιο αλλά αυτή τη φορά με το σύμβολο της Αμερικής του 20ού αιώνα: το αυτοκίνητο. Είναι το αυτοκινητιστικό δυστύχημα εδώ που αποκτάει νευραλγική σημασία στην εξέλιξη της πλοκής, όπως αντίστοιχα οι ράγες του τρένου στον Τολστόι. Ή ας αναλογιστούμε την τοποθεσία που εκτυλίσσεται το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος, το πιο ανατολικό τμήμα του Λονγκ Άιλαντ. Εκεί, συλλογίζεται ο Κάραγουεϊ στις τελευταίες γραμμές του βιβλίου, ήταν το σημείο από το οποίο πέρασαν για πρώτη φορά οι Ολλανδοί που αποίκησαν για πρώτη φορά την περιοχή της Νέας Υόρκης τον 17ο αιώνα. τι όνειρα και προσδοκίες είχαν και πώς αυτά τα όνειρα εναρμονίζονται με την πραγματικότητα όπως αυτή διαμορφώθηκε; Γι’ αυτό και το μυθιστόρημα λειτουργεί σαν μία σπαρακτική μεν όσο και κοφτερά διεισδυτική ανατομία του τι σημαίνει η Αμερική.
Αναρωτιέμαι κι εγώ λοιπόν σήμερα, τι άποψη θα είχε ο ίδιος ο Φιτζέραλντ έναν αιώνα μετά την συγγραφή αυτού του διαχρονικού αριστουργήματος για το τι σημαίνει να είσαι Αμερικάνος, για το πώς εξελίχθηκε η χώρα του, τα ήθη της αλλά και τα πάθη της. Τι θα έλεγε για το δήθεν που αντικατέστησε το αυθεντικό; Για την ήττα του ρομαντισμού από τον κυνισμό; Για την συσσώρευση πλούτου όχι ως μέσο αλλά ως αυτοσκοπό; Και βέβαια, για τον εσωτερικό διχασμό που γέννησε τέρατα; Αναρωτιέμαι…
