Τα Δύο Χωριά παρουσιάζουν τη «Βαθιά Δραματική Τέχνη», την επερχόμενη ατομική έκθεση του Ηλία Καφούρου. Η έκθεση θα διαρκέσει από τις 17 Σεπτεμβρίου έως τις 7 Νοεμβρίου 2026.
Ο Ηλίας Καφούρος είναι ένας ιδιοσυγκρασιακός αφηγητής. Εδώ και περισσότερο από δύο δεκαετίες δημιουργεί πυκνούς, εξαιρετικά λεπτομερείς κόσμους, στους οποίους η ζωγραφική και το σχέδιο συναντούν τον κινηματογράφο, τα comics, το animation, τη λαϊκή κουλτούρα και την αδιάκοπη ροή εικόνων της σύγχρονης ζωής. Κάτω από την οπτική υπερβολή των έργων του βρίσκεται μια βαθιά ανθρώπινη αγωνία: η ανάγκη μας να μετατρέπουμε το χάος σε ιστορία και, μέσα από αυτήν, να κατασκευάζουμε μια εκδοχή του κόσμου που μπορούμε να αντέξουμε.
Ο Καφούρος (γ. 1978, Αθήνα) σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και animation στο School of Visual Arts της Νέας Υόρκης. Στη διάρκεια μιας πρακτικής που εκτείνεται σε δύο δεκαετίες, έχει διαμορφώσει μια άμεσα αναγνωρίσιμη εικαστική γλώσσα. Το 2013 έλαβε υποτροφία Fulbright, ενώ η μακρόχρονη συνεργασία του με τον Hermès μετέφερε το ιδιόμορφο σχεδιαστικό του σύμπαν και πέρα από τα όρια της σύγχρονης τέχνης.
Στη Βαθιά Δραματική Τέχνη, ο Καφούρος επιστρέφει στις εικόνες με τις οποίες μεγάλωσε: στα comics και το animation, σε ηρωικούς κινηματογραφικούς χαρακτήρες και σε ένα οπτικό σύμπαν που διαμόρφωσε από νωρίς την αντίληψή του για τη σχέση και τη λειτουργία της φαντασίας και της πραγματικότητας. Είναι εικόνες που ποτέ δεν κατάφεραν να κρύψουν εντελώς την κατασκευή τους — έβλεπες το σκηνικό, τη μάσκα, το ειδικό εφέ — και δεν έπαυαν γι’ αυτό να είναι ρεαλιστικές, όχι ως προς την ιστορία που αφηγούνταν, αλλά ως προς τον κόσμο του ίδιου του θεατή. Αντίθετα, για τη συνθήκη της ψευδαίσθησης που μετατρέπει ένα φιλμ σε βίωμα, απαιτούσαν την ενεργή συμμετοχή της φαντασίας του θεατή.
Κάπως έτσι λειτουργούν και τα νέα έργα. Πρόσωπα, αντικείμενα, σύμβολα και θραύσματα ιστοριών οργανώνονται σε συνθέσεις σχεδόν κινηματογραφικής έντασης. Η αφήγηση δεν αποτελεί απλώς το περιεχόμενο του έργου, αλλά καθορίζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αυτό δομείται.

Στη λογική αυτή βρίσκεται και η επιρροή της χειροζωγραφισμένης κινηματογραφικής αφίσας, όπου διαφορετικές σκηνές και χαρακτήρες συμπυκνώνονταν σε μία εικόνα. Η ίδια λογική ενισχύει τον κινηματογραφικό και θεατρικό χαρακτήρα των έργων, ενώ το κοινωνικό και πολιτικό στοιχείο αναδύεται μέσα από έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα μεσολαβείται διαρκώς από εικόνες, αφηγήσεις και ρόλους.
«Για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής, το μυαλό μας λειτουργεί σαν κινηματογραφικό στούντιο», λέει ο Καφούρος. «Είναι αφηγητής και έπειτα προτζέκτορας. Και λειτουργεί μέσα από αντιθέσεις. Στις αδιάκοπες αφηγήσεις του εαυτού που κρίνει, δικαιολογεί, αντιδρά και αντιστέκεται, άλλοτε είμαστε ο ήρωας και άλλοτε ο κακός. Πολύ σπάνια, όμως, δεν πρωταγωνιστούμε».
Ο Καφούρος επιμένει ότι δεν ζωγραφίζει από τη φαντασία. Αντίθετα, επιδιώκει να ανακατασκευάσει μια ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, ακόμη και όταν αυτή κατακερματίζεται από την αισθητική του κολάζ. Ο κόσμος του δεν είναι ένας κόσμος της φαντασίας, αλλά, όπως γράφει ο ίδιος, «το αποτύπωμα του φανταστικού που προκύπτει από τη συνεχή αποδιάρθωση και ανασυγκρότηση του ρεαλιστικού».

Ίσως τελικά αυτό που κάνει ο Καφούρος να είναι πολύ απλό και πολύ δύσκολο ταυτόχρονα: παίρνει τον ακατάπαυστο θόρυβο της εικόνας, της μνήμης, της επιθυμίας και της πληροφορίας και τον μετατρέπει σε έναν κόσμο στον οποίο μπορούμε να σταθούμε και να κοιτάξουμε. Έναν κόσμο υπερβολικό, αστείο, σκοτεινό, τρυφερό και ανήσυχο — όπως ακριβώς και ο δικός μας.
Γιατί, αν ο νους είναι πράγματι αφηγητής και προτζέκτορας, όπως λέει ο ίδιος, τότε ίσως η πραγματικότητα να μην είναι ποτέ μόνο αυτό που συμβαίνει. Είναι και όλα όσα επινοούμε για να μπορέσουμε να τη ζήσουμε. Και αυτή είναι, τελικά, μια βαθιά δραματική τέχνη.

