Οι Αναμνήσεις Ενός Σαλιγκαριού (Memoir of a Snail) είναι ένα καταπληκτικό παράδειγμα γι’ αυτό που αποκαλούμε «κινούμενα σχέδια για ενήλικες». Συνήθως, όταν αναφερόμαστε σε τέτοια κινούμενα σχέδια, το μυαλό πάει σε ταινίες με υπερβολικό αίμα, βία, αρκετές βωμολοχίες· πράγματα που τεχνικά τα κάνουν ακατάλληλα για ανηλίκους, αλλά όλοι ξέρουμε πόσο διασκεδαστικό είναι να βλέπεις τέτοια κινούμενα σχέδια σε όποια ηλικία και να είσαι. Εδώ δεν μιλάμε για κάτι τέτοιο.

Οι Αναμνήσεις Ενός Σαλιγκαριού, φτιαγμένη από το ίδιο DNA με την προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη, το Mary and Max, είναι μια ρεαλιστικά σοβαρή ταινία – ως προς τον τρόπο που αντιμετωπίζει τις καταστάσεις και τους χαρακτήρες της – και χιουμοριστικά ζοφερή. Το χιούμορ υπάρχει για να ελαφρύνει κάπως τις τραγωδίες των ηρώων της, αλλά δεν μιλάμε για ένα κινούμενο σχέδιο γεμάτο ηλιαχτίδες και ουράνια τόξα, όπου είναι σίγουρο πως το «καλό» θα νικήσει στο τέλος. Είναι μια ταινία για τους καθημερινούς άθλους και δυσκολίες που οι περισσότεροι αντιμετωπίζουμε, απλά, αυτό που την κάνει ιδιαίτερη, είναι πως ο σκηνοθέτης, Άνταμ Έλιοτ, αποφάσισε να πει την ιστορία του με stop-motion animation.

 

 

Την εποχή του AI, όπου τα κινηματογραφικά στούντιο προσπαθούν σιγά σιγά να προωθήσουν τη χρήση του για να κόψουν το κόστος παραγωγής για τις κακογραμμένες ταινίες τους, και την εποχή του CGI, όπου οι παραδοσιακές τεχνικές κινουμένων σχεδίων φαίνονται να απειλούνται όλο και περισσότερο με κάθε έτος που περνάει· η ταινία του Άνταμ Έλιοτ είναι γεμάτη ζωή. Οι κούκλες, φτιαγμένες στο χέρι από πηλό, φαίνονται ταλαιπωρημένες, φέρουν τα αποτυπώματα των δημιουργών τους, αλλά και τα αποτυπώματα μιας ζωής που τις έχει πάρει και τις έχει πατήσει κάτω. Ο σχεδιασμός τους είναι επίτηδες ατελής για να ταιριάζει με τις ανολοκλήρωτες υπάρξεις τους. Τα σκηνικά, όπου το κυρίαρχο χρώμα είναι το καφέ, είναι φτιαγμένα έτσι για να προσομοιάζουν μια βαρετή καθημερινή πραγματικότητα, αλλά φτιαγμένα με μια θεατρικότητα για να ταιριάζουν με το παρουσιαστικό των ηρώων.

Από την αρχή μας γίνεται ξεκάθαρο το ύφος της ταινίας και (spoiler) δεν είναι ελαφρύ. Η Γκρέις και ο Γκίλμπερτ είναι δίδυμα αδέλφια που χωρίζονται μετά τον θάνατο του πατέρα τους. Η Γκρέις, που αγαπάει τα βιβλία και τα σαλιγκάρια, πάει να μείνει με ένα ζευγάρι swingers, που αν και της συμπεριφέρονται καλά είναι συχνά απόντες λόγω του χόμπι τους. Ο Γκίλμπερτ, που αγαπάει τα βιβλία και τη φωτιά, πάει να μείνει με μια οικογένεια φανατικών φονταμενταλιστών που τον κακομεταχειρίζονται και του συμπεριφέρονται σαν σκλάβο.

 

 

Η ταινία εστιάζει κυρίως στη Γκρέις, που είναι και η αφηγήτριά μας, καθώς και στις διάφορες διαταραχές που έχει αποκτήσει εξαιτίας του τραγικού παρελθόντος της. Πολύ γρήγορα ξεχνάς το ότι βλέπεις μια κούκλα να μιλάει και όσο μοιράζεται τα βιώματά της μαζί μας, τόσο πιο γρήγορα ταυτιζόμαστε. Την βλέπουμε να είναι μανιακή συλλέκτρια σαλιγκαριών και διάφορων σκουπιδιών, να θάβετε μέσα στο ίδιο της το σπίτι από άχρηστα πράγματα, να είναι κλεπτομανής, να προσπαθεί να βρει αγάπη, τον αδερφό της, όπως επίσης βλέπουμε και την ιδιαίτερη φιλία που συνάπτει με μια ηλικιωμένη γυναίκα, γεμάτη ζωντάνια, που της μαθαίνει κιόλας το πιο πολύτιμο μάθημα.

Τα σαλιγκάρια χρησιμοποιούνται συχνά ως μεταφορά και παραλληλίζουν τη ζωή της πρωταγωνίστριας. Μίζερα, αργά, παγιδευμένα μέσα στο κέλυφός τους, όπου αν ακουμπήσεις τις κεραίες τους γρήγορα αποσύρονται μέσα και δεν ξαναβγαίνουν. Αλλά μέσα απ’ αυτά, συνειδητοποιούμε πως πάντα προχωράνε μπροστά και ποτέ δεν πισωγυρίζουν, όσο αργά και να είναι. Κάτι που ταιριάζει και στην τέχνη του stop-motion, μιας και από τη φύση της είναι αργή, αφού για μια μέρα γυρίσματος μπορείς να δημιουργήσεις 5-10 δευτερόλεπτα υλικό.

 

 

Ο Άνταμ Έλιοτ δεν παίζει με τον θεατή του και δεν κρύβεται πίσω από τους συμβολισμούς του. Από την αρχή μέχρι το τέλος κάνει τις προθέσεις του ξεκάθαρες, όπως είναι και ξεκάθαρος με το μήνυμα που θέλει να περάσει από την ταινία του, δίχως αντιπερισπασμούς και σπαζοκεφαλιές.

Τέλος, φαντάζομαι, όπως συμβαίνει πάντα άλλωστε, πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που θα τους ξεγελάσουν οι κούκλες και το κινούμενο σχέδιο και θα πουν «μικυμάου είναι μωρέ!» και θα τη βάλουν στα παιδιά τους. Το ζητούμενο δεν είναι αν θα δουν την ταινία και παιδιά του δημοτικού, προφανώς και να τη δουν, αλλά να είναι έτοιμοι οι γονείς για τις συζητήσεις που θα ακολουθήσουν αργότερα.