
Κάθε εποχή επιστρέφει στη δική της «Λυσιστράτη». Σε περιόδους πολέμου, πολιτικής πόλωσης ή κοινωνικής αναταραχής, το έργο του Αριστοφάνη επιστρέφει διαρκώς στις θεατρικές σκηνές. Πίσω από την κωμωδία του δεν κρύβεται μόνο μια σατιρική ιστορία γυναικών που αρνούνται να συνευρεθούν με τους άνδρες τους μέχρι να σταματήσει ο πόλεμος, αλλά μια βαθύτερη αγωνία για το πώς μια κοινωνία που έχει χάσει την ισορροπία της μπορεί να βρει ξανά έναν κοινό τόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αστέριος Πελτέκης επέλεξε αυτό το έργο σε μια εποχή όπου οι πόλεμοι εξακολουθούν να καθορίζουν τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων και η συζήτηση γύρω από την ισότητα των φύλων παραμένει ανοιχτή.
Η «Λυσιστράτη» είναι, όμως, μόνο η αφορμή για την κουβέντα μας. Πολύ γρήγορα η συζήτησή μας στρέφεται στο θέατρο ως τρόπο κατανόησης του κόσμου, στη δύναμη του γέλιου, στη μνήμη και στην ανάγκη του ανθρώπου να αναζητά, ξανά και ξανά, την ισορροπία του. «Είμαι ουμανιστής και πιστεύω βαθιά στην ισότητα», λέει χωρίς δεύτερη σκέψη. «Ένας από τους βασικούς λόγους που επέλεξα τη Λυσιστράτη ήταν ότι, δυστυχώς, 2.500 χρόνια μετά εξακολουθούμε να έχουμε μπροστά μας τα ίδια δύο μεγάλα ζητήματα: τον πόλεμο και την ανισότητα των φύλων. Η γυναίκα μπορεί να βρίσκεται σήμερα σε πολύ διαφορετική θέση από την εποχή του Αριστοφάνη, όμως εξακολουθούμε να μιλάμε για γυναικοκτονίες, για βία, για κοινωνίες όπου οι γυναίκες στερούνται ακόμη βασικών δικαιωμάτων. Το έργο παραμένει οδυνηρά επίκαιρο».
Η δική του «Λυσιστράτη», την ίδια στιγμή, δεν επιχειρεί έναν εύκολο εκσυγχρονισμό. Αντίθετα, ο Πελτέκης θέλησε να διατηρήσει αναλλοίωτη την ποιητική δύναμη του Αριστοφάνη. «Προσπάθησα να κρατήσω την καρδιά του έργου. Τον λυρικό ποιητικό λόγο, το χιούμορ και τη βωμολοχία του, χωρίς να καταφύγω σε εύκολες λύσεις ή επιφανειακά ευρήματα επικαιροποίησης».

Όταν η κοινωνία χάνει την ισορροπία της
Το κλειδί της σκηνοθετικής ανάγνωσης του Αστέριου Πελτέκη είναι η έννοια της εντροπίας. Περισσότερο ως εικόνα μιας κοινωνίας που έχει χάσει την ισορροπία της και αναζητά έναν νέο τρόπο να υπάρξει παρά ως επιστημονικός όρος.
«Δεν χρησιμοποιώ ιδιαίτερα τη λέξη “κρίση”. Προτιμώ την έννοια της εντροπίας», εξηγεί. «Είναι η στιγμή που διαταράσσεται η ισορροπία ενός συστήματος. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν πώς, μέσα από αυτή τη διατάραξη, μπορεί να προκύψει μια νέα ισορροπία.»
Η σκέψη αυτή δεν γεννήθηκε μόνο μέσα από τον Αριστοφάνη. Ο ίδιος ανατρέχει και στον Σαίξπηρ, όπου αναγνωρίζει ένα αντίστοιχο αφηγηματικό σχήμα. «Στον Σαίξπηρ υπάρχει πάντα μια φυσική ισορροπία που κάποιος διαταράσσει. Ο Μακμπέθ, ο Ριχάρδος Γ΄… Η τάξη ανατρέπεται για να μπορέσει, μέσα από αυτή τη σύγκρουση, να γεννηθεί μια νέα ισορροπία. Κάτι αντίστοιχο ένιωσα ότι υπάρχει και στη “Λυσιστράτη”».

Στον κόσμο του Αριστοφάνη, όμως, η ανατροπή δεν προέρχεται από έναν επίδοξο βασιλιά ή έναν σφετεριστή της εξουσίας. Προέρχεται από μια γυναίκα που αποφασίζει να αμφισβητήσει τον ρόλο που της έχει επιβληθεί. «Η Λυσιστράτη κάνει κάτι αδιανόητο για την εποχή της. Μια γυναίκα, που είχε δικαίωμα μόνο να βρίσκεται στο σπίτι, αποφασίζει ξαφνικά να παρέμβει στη δημόσια ζωή». Η αποχή των γυναικών από το σεξ -η πιο εμβληματική πράξη ανυπακοής του έργου- γίνεται έτσι ο καταλύτης που διαταράσσει μια κοινωνία εγκλωβισμένη στην επανάληψη του πολέμου και ανοίγει τον δρόμο για μια νέα ισορροπία. Πάνω σε αυτή την ιδέα χτίστηκε και η σκηνοθετική του πρόταση. Οι θεοί κατεβαίνουν στον κόσμο των ανθρώπων και συμμετέχουν ενεργά στην εξέλιξη των γεγονότων. Η Αθηνά, ο Άρης, ο Απόλλωνας και ο Ασκληπιός δεν είναι μόνο μυθολογικές αναφορές αλλά γίνονται συνομιλητές ενός κόσμου που βρίσκεται σε διαρκή διαπραγμάτευση με τον ίδιο του τον εαυτό, ενώ φωτίζουν τη διαχρονική σύγκρουση ανάμεσα στη σοφία, τον πόλεμο, τη θεραπεία και την αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας.
Παρότι η παράσταση εισάγει αυτό το νέο δραματουργικό πλαίσιο, ο Πελτέκης επιμένει πως στόχος του δεν ήταν ένας εύκολος εκσυγχρονισμός του έργου: «Ήθελα να κρατήσω την καρδιά του Αριστοφάνη. Τον ποιητικό λόγο, το χιούμορ, τη βωμολοχία, τη μουσικότητα του κειμένου. Να μην κάνουμε μια παράσταση που απλώς σχολιάζει το σήμερα, αλλά μια παράσταση που δείχνει γιατί αυτό το έργο εξακολουθεί να μας αφορά».

Η κωμωδία ως πολιτική πράξη
Αν το αριστοφανικό γέλιο αποτελεί τον πυρήνα της σκηνοθετικής του προσέγγισης, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ πόσο σημαντικό είναι το ίδιο το γέλιο για τον Αστέριο Πελτέκη:
«Νομίζω ότι σήμερα γελάμε λιγότερο απ’ όσο έχουμε ανάγκη», μοιράζεται. «Γι’ αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να κάνω περισσότερες κωμωδίες. Η τραγωδία μπορεί να λειτουργήσει σαν ένας σκληρός καθρέφτης. Η κωμωδία, αντίθετα, σε οδηγεί στον ίδιο καθρέφτη μέσα από το χιούμορ. Γελάς και ύστερα, σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να αναρωτιέσαι μήπως τελικά αναγνωρίζεις και τον εαυτό σου μέσα σε όσα βλέπεις».
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αριστοφάνης επέλεξε την κωμωδία για να μιλήσει για τον πόλεμο. Ούτε ότι η Λυσιστράτη εξακολουθεί να ανεβαίνει σε περιόδους κοινωνικής αναταραχής. Το γέλιο, όπως το αντιλαμβάνεται ο Πελτέκης, δεν αποδυναμώνει το πολιτικό μήνυμα του έργου αντίθετα, το κάνει πιο διεισδυτικό. Απομακρύνει τις άμυνες του θεατή και του επιτρέπει να ακούσει όσα ίσως θα απέρριπτε αν του παρουσιάζονταν με διδακτικό τρόπο.
Ταυτόχρονα το θέατρο εξακολουθεί να έχει για εκείνον έναν βαθιά θεραπευτικό ρόλο. Σε μια εποχή συνεχών κοινωνικών και τεχνολογικών μεταβάσεων, μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως χώρος συλλογικής κατανόησης, προβληματισμού αλλά και αποφόρτισης, όπως επισήμανε σχετικά: «Το γέλιο μάς βοηθά να ξεπερνάμε τις δυσκολίες. Το έχουμε πραγματικά ανάγκη».


Μια παράσταση που γεννήθηκε από μία κοινή γλώσσα δημιουργίας
Πίσω όμως από κάθε σκηνοθετική ιδέα βρίσκονται οι άνθρωποι που της δίνουν σάρκα και οστά. Καθοριστικό ρόλο στη συγκεκριμένη παράσταση παίζει η παρουσία της Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, την οποία ο σκηνοθέτης θεωρεί σημείο εκκίνησης ολόκληρης της δημιουργικής διαδικασίας.
«Ένας από τους βασικούς λόγους που έκανα τη Λυσιστράτη ήταν η Ελισάβετ. Αυτή τη φορά ολόκληρη η παράσταση χτίστηκε πάνω στον δικό της ρόλο. Μέσα από τη δική της παρουσία αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο η ίδια η Λυσιστράτη».
Παρατηρώντας τους ανθρώπους που τον πλαισιώνουν στη “Λυσιστράτη”, μου γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα. Πώς μπορεί να συνυπάρξει ένας τόσο διαφορετικός πυρήνας δημιουργών -από τον Γιώργο Ανδρέου και τον Κωνσταντίνο Ρήγο μέχρι τη Φρόσω Λύτρα- χωρίς να χαθεί η ενιαία ταυτότητα της παράστασης;
«Το μεγαλύτερο επίτευγμα ήταν ότι όλοι μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Παρά τις διαφορετικές προσωπικότητες, δεν υπήρχε κανείς που να προσπαθεί να επιβάλει τη δική του άποψη. Η παράσταση γεννήθηκε μέσα από έναν κοινό κώδικα». Όπως εξηγεί, η κοινή αυτή γλώσσα δεν προέκυψε τυχαία. Οι περισσότεροι από τους συνεργάτες είναι άνθρωποι με τους οποίους συμπορεύεται εδώ και πολλά χρόνια, τόσο καλλιτεχνικά όσο και προσωπικά: «Είναι άνθρωποι με τους οποίους έχω προσωπική σχέση. Θα μου πεις, αυτή η σχέση μπορεί να γεννήθηκε μέσα από την αλληλοεκτίμηση για το καλλιτεχνικό έργο του καθενός. Όμως μου αρέσει να δουλεύω με ανθρώπους που γνωρίζομαι σε όλα τα επίπεδα».
Έτσι, η συνεργασία του με τον Κωνσταντίνο Ρήγο ξεκινά από τα πρώτα χρόνια της πορείας τους στο ΚΘΒΕ, με τον Γιώργο Ανδρέου έχουν μοιραστεί δεκάδες καλλιτεχνικές διαδρομές, ενώ με τη Φρόσω Λύτρα, όπως λέει, τους ενώνει μια ιδιαίτερη χημεία στη δημιουργία «σκηνικών συμπάντων». Αντίστοιχα, ο Στέλιος Τζολόπουλος αποτελεί σταθερό συνεργάτη του, έχοντας φωτίσει σχεδόν όλες τις παραστάσεις του.
«Αυτό που με χαροποίησε ιδιαίτερα ήταν όταν διαπίστωσα ότι το κοινό ένιωθε πως όλοι μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Παρά τις έντονες προσωπικότητες, δεν υπήρχε τίποτα που να λειτουργεί ανταγωνιστικά.» Κι όμως, πίσω από αυτή τη συλλογική δημιουργία, υπάρχει μια εικόνα που ανήκει αποκλειστικά στον ίδιο όπου χρόνια αργότερα, μεταμορφώθηκε, μέσα από τη συνεργασία του με τη σκηνογράφο Φρόσω Λύτρα, στο σκηνικό της παράστασης. Ένα λουτρό. Έναν τόπο συνάντησης, εξομολόγησης και συλλογικής απόφασης των γυναικών.
«Το βασικό πράγμα που στοίχειωνε αυτή τη διαδρομή ήταν ένα όνειρο που έβλεπα παιδί», αποκαλύπτει. «Έβλεπα έναν τεράστιο κρατήρα, σαν μετά από έκρηξη, γεμάτο νερό. Ήταν ένα δυστοπικό τοπίο, αλλά ταυτόχρονα υπήρχε μέσα του μια αίσθηση αισιοδοξίας, σαν να υπήρχε πάντα η ελπίδα ότι κάποιοι άνθρωποι είχαν επιβιώσει». Αυτή η εικόνα μεταμορφώθηκε τελικά, μέσα από τη συνεργασία του με τη σκηνογράφο Φρόσω Λύτρα, στο σκηνικό της παράστασης: ένα λουτρό, ένας τόπος συνάντησης, εξομολόγησης και συλλογικής απόφασης των γυναικών.


Σε λίγες εβδομάδες, η «Λυσιστράτη» θα βρεθεί στην Επίδαυρο, έναν χώρο που ο ίδιος γνωρίζει καλά ως ηθοποιός, αλλά θα ζήσει για πρώτη φορά ως σκηνοθέτης: «Η Επίδαυρος είναι ένας μαγικός τόπος. Δεν είναι μόνο το θέατρο. Είναι η σχέση της αρχιτεκτονικής με τη φύση, η ησυχία, η ενέργεια του χώρου. Σε κάνει να αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι κάπου πολύ όμορφα. Και μόνο που βρίσκεσαι εκεί, νιώθεις πως συμμετέχεις σε κάτι μεγαλύτερο από εσένα».
Μάλλον αυτός είναι και ο λόγος που η δική του «Λυσιστράτη» δεν αντιμετωπίζει την κωμωδία ως μια ανάλαφρη καλοκαιρινή απόδραση, αλλά ως ως έναν τρόπο να συναντηθούμε ξανά. Ένα απαλό χτύπημα στον ώμο, για να μας θυμίσει πως ακόμη και στις πιο δύσκολες εποχές, το γέλιο μπορεί να γίνει η αρχή μιας νέας ισορροπίας.


«Το θέατρο χρειάζεται όραμα, αλλά και συνέχεια»
Πριν αποχαιρετιστούμε δεν θα μπορούσα να μην ρωτήσω για την τετραετή πλέον πορεία του στην καλλιτεχνική διεύθυνση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Η θητεία του ολοκληρώνεται την άνοιξη του 2028 και, κάνοντας τον απολογισμό της μέχρι σήμερα πορείας του, δεν στέκεται τόσο στον αριθμό των παραγωγών όσο στις αλλαγές που επιχειρήθηκαν στον τρόπο λειτουργίας του οργανισμού.
«Όταν παρουσίασα το πρόγραμμά μου, είχα καταθέσει 22 προτάσεις. Μέχρι σήμερα έχουν υλοποιηθεί περισσότερες από εκατό δράσεις», λέει, επισημαίνοντας πως ο έγκαιρος καλλιτεχνικός προγραμματισμός, η μεγαλύτερη εξωστρέφεια και η δημιουργία του Διαβαλκανικού Δικτύου Θεάτρων συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα επιτεύγματα της περιόδου αυτής.
Ιδιαίτερη σημασία δίνει και στην επιστροφή του κοινού στις αίθουσες του ΚΘΒΕ, αλλά και στη διεθνή παρουσία που έχει αποκτήσει ο οργανισμός μέσα από τις συνεργασίες του με ευρωπαϊκά θεατρικά δίκτυα. Ωστόσο, δεν κρύβει ότι παραμένουν ανοιχτά ζητήματα, με σημαντικότερο την αναβάθμιση των υποδομών. «Το ΚΘΒΕ είναι ένας τεράστιος πολιτιστικός οργανισμός. Χρειάζεται μια μεγάλη επένδυση στις υποδομές του, ώστε να μπορέσει να αξιοποιήσει ακόμη περισσότερο τις δυνατότητές του», σημειώνει.
Για τον ίδιο, άλλωστε, ο πολιτισμός δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά στρατηγικό κεφάλαιο για τη χώρα.
«Η Ελλάδα διαθέτει μια μοναδική πολιτιστική κληρονομιά. Το ζητούμενο σήμερα είναι να δείξουμε ότι, πέρα από το παρελθόν μας, μπορούμε να παράγουμε και σύγχρονο πολιτισμό με διεθνή απήχηση. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, μία από τις σημαντικότερες μορφές πολιτιστικής διπλωματίας».


