Φέτος η γκαλερί Citronne, επικεντρώνεται στη θεματική του Αιγαίου, διαχρονικά επίκαιρη με ευρύτατες διαστάσεις τελευταία. Τα σημερινά κοινωνικά και ιστορικά δεδομένα φέρνουν στην επιφάνεια ερωτήματα και οξείς προβληματισμούς με ελλιπή ή και ανύπαρκτη κατανόηση. Η ανάγκη για απαντήσεις ή για μια πρόταση ερμηνείας είναι αισθητή και αυξητικά πιεστική. Στο αδιέξοδο αυτού του προβληματισμού γίνεται επιτακτική η υπερβατική παρέμβαση της Τέχνης.

Εννέα σύγχρονοι καλλιτέχνες κλήθηκαν να σχολιάσουν στην έκθεση Αιγαίο: Ταυτότητες + Διαδρομές. Ο Γιάννης Αδαμάκος, ο Μιχάλης Κατζουράκης, ο Δημοσθένης Κοκκινίδης, ο Αλέκος Κυραρίνης, ο Τάσος Μαντζαβίνος, ο Εμμανουήλ Μπιτσάκης, ο Κωνσταντίνος Ξενάκης, ο Σωτήρης Σόρογκας, ο Γιάννης Ψυχοπαίδης. Οι προσεγγίσεις των καλλιτεχνών διαφοροποιούνται ως προς την οπτική, την ερμηνεία, την προβολή, την εκτέλεση· ταυτόχρονα όμως, ενοποιούνται σε μια κοινή «διαδρομή» στο Αιγαίο. Οι διαφορές είναι ορατές στον θεατή ο οποίος «μεταβαίνει» από την μία θεώρηση στην άλλη και παρακολουθεί ένα συναρπαστικό αφήγημα.

Οι εκτιθέμενες εικαστικές δημιουργίες συμπληρώνονται από ποιητικές παραπομπές, επιλογές των καλλιτεχνών. Οι αναφορές αυτές κινούνται ελεύθερα και ανεξάρτητα από το εικαστικό έργο. Δεν ήταν η αφορμή για την εικαστική δημιουργία, αλλά η συνειρμική αναφορά του καλλιτέχνη γύρω από το Αιγαίο, όπως προκύπτει από τις ποικίλες αναγνωστικές του μνήμες. Ο εικαστικός και ο ποιητικός λόγος λειτουργούν ως δίπτυχο για να αναδειχθεί η κομβική σημασία του Αιγαίου σαν σταυροδρόμι για την ιστορία και τον προσδιορισμό της ελληνικής ταυτότητας.

Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης επικεντρώνεται θεματικά στην τρέχουσα προσφυγική «περιπέτεια». Στο τρίπτυχο έργο του στην έκθεση, με τον υπαινικτικό τίτλο-αφιέρωμα «Homage à Delacroix», ο καλλιτέχνης προβάλλει εικόνες θανάτου, οι οποίες παραπέμπουν στην Ιστορία της Τέχνης, ελληνικής και ευρωπαϊκής. «Το ναυάγιο του Δον Ζουάν» του Γάλλου ρομαντικού ζωγράφου Delacroix συνδιαλέγεται στο έργο του Ψυχοπαίδη με δύο ελληνικά ταφικά μνημεία: την «Κοιμωμένη» του Χαλεπά και το θραύσμα από μια επιτύμβια στήλη της κλασικής Αρχαιότητας. Προτάσσοντας την Τραγωδία, ο Ψυχοπαίδης, ως καλλιτέχνης, αλλά και ως διανοητής, διέρχεται τους αιώνες και γεφυρώνει τον χρόνο.

Ο Κωνσταντίνος Ξενάκης στα έργα του «χαρτογραφεί» το Αιγαίο. Οι χάρτες του κρατούν ένα μέρος από την ακρίβεια της επιστημονικής θεώρησης· στην συνέχεια όμως αυτο-ακυρώνονται. Η αντικειμενική καταγραφή συγχέεται χαοτικά με προσωπικά σύμβολα-αναφορές αλλά και με ευρύτερα πολιτισμικά. Δημιουργεί θαλάσσιους δρόμους με βέλη, κατευθυνόμενες φόρμες, θαλασσινά στοιχεία που όμως δεν οδηγούν πουθενά. Στο έργο του Ξενάκη το χαρτογραφημένο Αιγαίο με τους θαλάσσιους δρόμους του παρουσιάζεται ως «μωσαϊκό ναυαγίων».

Το αρχέγονο θέμα της θάλασσας απασχολεί τον Τάσο Μαντζαβίνο σε όλα σχεδόν τα έργα του. Στην ενότητα των έργων που παρουσιάζονται στην έκθεση, το Αιγαίο είναι μια θάλασσα κλειστή, προσωπική, με βιωματικές αναφορές. Ο Μαντζαβίνος ζωγραφίζει τον φόβο και το δέος του θανάτου, όπως αναδύεται μέσα από τα σκοτεινά, βαθυκύανα, σχεδόν μαύρα νερά· μια θάλασσα αφιλόξενη, επικίνδυνη, απειλητική, σαν αυτή που έρχεται στους εφιάλτες μας. Με πρώτη ύλη τις αναμνήσεις, ως συναισθήματα και ως τραύματα, ο ατομοκεντρικός Τάσος Μαντζαβίνος προβάλλει μια ιδιαιτέρως συνειρμική ανάγνωση του Αιγαίου.

Ο μυστικιστικός Αλέκος Κυραρίνης προτείνει μια άλλη ανάγνωση: ένα Αιγαίο άυλο, το οποίο ομογενοποιείται με όλα τα άλλα στοιχεία του χώρου και του χρόνου, ορατά και αόρατα. Στα έργα του Αλέκου Κυραρίνη. η θάλασσα περισσότερο εικάζεται, παρά εικονογραφείται.

Ο Μανώλης Μπιτσάκης όπως και ο Γιάννης Ψυχοπαίδης, κινείται με αναφορές στην Ιστορία της Τέχνης: «Η Γέννηση της Αφροδίτης» του Sandro Boticelli, «Σαπφώ και Ίριννα σε κήπο στην Μυτιλήνη» του Simeon Solomon ενσωματώνονται στην ταυτότητα του Αιγαίου. Ο καλλιτέχνης αυτοσαρκάζεται ως «Venus in Εxtremis», σε ασταθή ισορροπία πάνω στην μποτιτσέλεια αχιβάδα. Όπως λέει ο καλλιτέχνης, η θάλασσα λειτουργεί «άλλοτε σαν μάρμαρο κυματιστό, άλλοτε νερό παγωμένο στον κυματισμό του, που μάλλον χωρίζει παρά γεφυρώνει». Η καθεαυτή πραγματικότητα είναι ήσσονος σημασίας, χρησιμεύει μόνον ως αφορμή για την ανακατασκευή της ταυτότητα του Αιγαίου, αναδύεται μέσα από μία ουτοπία, την επιλογή του σαρκάζοντος Μπιτσάκη.

Ο Δημοσθένης Κοκκινίδης προσδίδει στο Αιγαίο μια ταυτότητα από τον μύθο. Ενσαρκώνεται από τον ομηρικό Οδυσσέα που διατρέχει τις θάλασσες, τον χώρο και τον χρόνο. Στα έργα του εμπνευσμένα από την «Οδύσσεια», ο καλλιτέχνης σχολιάζει εικαστικά τον νόστο, το ταξίδι. Η εικαστική διαχείριση των ομηρικών περιστατικών δεν είναι εικονογραφική· τα εντάσσει σε μια α-χρονική οικουμενική πραγματικότητα, με καθοριστικό στοιχείο την θάλασσα. Η μυθολογική αφετηρία εξελίσσεται σε μεταφυσική αναζήτηση. Το ζήτημα δεν είναι πλέον ο πλους, η περιπέτεια του Οδυσσέα, αλλά η έννοια του πεπρωμένου, η πεπερασμένη δυνατότητα του ανθρώπου να ελέγξει την ζωή του και να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Η θάλασσα, έτσι, σε μια ονειρική μορφή και παρουσία, υποδηλώνει ταυτόχρονα το εκπληρώσιμο και το ανεκπλήρωτο της ανθρώπινης ζωής.

Σε μιαν ανάλογη ονειρική ατμόσφαιρα, με υπαινικτικές τοπιογραφίες, παρουσιάζεται το Αιγαίο στα έργα του Γιάννη Αδαμάκου. Τα τοπία είναι βουτηγμένα στο μπλε χρώμα. Ο ουρανός ενοποιείται με το νερό. Ο καλλιτέχνης κινείται με ένα παιχνίδι σκιάς και φωτός- όπως ακριβώς κυμαίνεται το χρώμα του νερού στην θάλασσα. Η τελική εντύπωση είναι μια ονειρική αίσθηση του τόπου. Τα έργα του εκφράζουν συναισθήματα και μια μυστικιστική σχέση με την θάλασσα του Αιγαίου. Στην ονειρική αυτή ατμόσφαιρα, στα έργα του Αδαμάκου παρεμβάλλεται υπαινικτικά ένα κιγκλίδωμα και ένας φράχτης, ως αναφορά στην τρέχουσα πραγματικότητα.

Τα έργα του Σωτήρη Σόρογκα χαρακτηρίζονται από μια κυρίαρχη αίσθηση μελαγχολίας, μια βαθιά σιωπή, ταυτίζοντας το Αιγαίο με μνημειακά αντικείμενα. Τα αντικείμενα αυτά λειτουργούν ως αναφορές στο Αιγαίο, στο πέρασμα του χρόνου, στο πεπερασμένο ταξίδι της ζωής. Η ονειρική ατμόσφαιρα, η αχλύς που τα περιβάλλει, τους προσδίδει μια ονειρική διάσταση. Τα μεγεθύνει ονειρικά, τα μεταλλάσσει σε μεταφυσικά στοιχεία και τα εντάσσει στην προσωπική του νοσταλγία.

Τα έργα του Μιχάλη Κατζουράκη αποτελούνται από υλικά που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα, όπως οι κυματιστές λαμαρίνες και τα σπασμένα γυαλιά. Πρόκειται για υλικά φθαρμένα που, αν και είναι πια άχρηστα, διατηρούν το αποτύπωμα της ανθρώπινης ζωής και προσπάθειας. Το σύνολο δημιουργεί μια αφαιρετική θάλασσα μέσα στην οποία περικλείονται ελπίδες αλλά και απονενοημένα διαβήματα. Ο αφαιρετικός Μιχάλης Κατζουράκης παρουσιάζει το Αιγαίο ως διαθλαστικό κάτοπτρο, όπου αντανακλάται η ανθρώπινη μοίρα και η Ιστορία.

Οι αφηγήσεις των καλλιτεχνών, με την συμβολή τους σε ένα από τα μεγάλα θέματα της εποχής μας, χαράσσουν διαδρομές και συγκροτούν ταυτότητες σε μια δύσβατη και ασταθή πορεία.