Το Αρχιπέλαγος του Λευτέρη Τάπα είναι ένα ανοικτό προς ερμηνεία και συνάμα βαθιά πολιτικό οπτικό ποίημα που διερευνά την ταυτότητα της Κύπρου, ένα περίεργο δείγμα γης, λαών και πολιτισμών, με πλούσια ιστορία και αποικιοκρατικό παρελθόν, ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, περιβαλλόμενο από θάλασσα, βάναυσα διασπασμένο και χωρισμένο στη μέση.

Μέσα από την τελευταία του δουλειά που αποτελεί και το πιο ολοκληρωμένο δείγμα της χρόνιας ερευνάς του πάνω στο ζήτημα της ύπαρξης, ο καλλιτέχνης επιστρέφει στα αρχέτυπα γη-νερό-ουρανός και επαναπροσδιορίζει την προσοχή του στο παρόν σε σχέση με την ιστορία και την ίδια του την ταυτότητα, αναζητώντας το οικουμενικό μέσα από την σημερινή Κύπρο, που είναι ένα μωσαϊκό ξεχωριστών και όχι ιδιαίτερα ενοποιημένων κοινοτήτων, εθνοτήτων και εθνικοτήτων. Μέσα από τη προσομοίωση της ποιότητας του εδάφους, ενός συναισθηματικού υλικού γεμάτου συμβολισμό, την σχεδόν παραισθησιογόνα ψευδαίσθηση των κυμάτων που επιπλέουν και ταλαντεύονται και ενός πλωτού σύμπαντος από αστέρια, η άμεση αναφορά σε ζητήματα ταυτότητας και μεταμόρφωσης εξελίσσεται σε κάτι πιο ορατό και συγχρόνως πολύ πιο αφηρημένο.

Η διαδικασία παραγωγής είναι για τον Τάπα ένας χώρος περισυλλογής. Όλα τα έργα είναι φτιαγμένα ή κομμένα στο χέρι με προσοχή. Η χώρα η οποία μοιάζει με κουκκίδα στο χάρτη, πολλαπλασιάζεται και απλώνει στο χώρο τις διαφορετικές εκδοχές της. Το σύμπλεγμα νησιών που καταλαμβάνει τον μεγάλο αριστερό τοίχο της γκαλερί είναι κατασκευασμένο εξολοκλήρου από χαρτοπολτό, γραφίτη και σπάνιες φυσικές χρωστικές που αντλούνται από διάφορα λατομεία του νησιού -κάποια σήμερα απαγορευμένα και εγκαταλειμμένα. Για τη δημιουργία του χαρτοπολτού ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί σελίδες από την εφημερίδα Φιλελεύθερος (την μεγαλύτερη σε κυκλοφορία καθημερινή εφημερίδα της Κύπρου) την οποία ο πατέρας του διαβάζει ανελλιπώς για 30 και πλέον χρόνια. Σε ένα μεγάλο τραπέζι στο κέντρο του χώρου βρίσκεται μία χάρτινη δαντέλα που απλώνεται σαν ανήσυχη θάλασσα και στον απέναντι τοίχο μια σειρά από σύμπαντα-θραύσματα νυχτερινών ουρανών, αποτυπωμένα όπως θυμάται να τα παρατηρεί ο ίδιος για χρόνια όποτε φυλάει σκοπιά.

Μέσα από την αντανάκλαση ενός τόπου πλούσιου ιστορικά και πολιτισμικά, με γεωγραφικές και πολιτικές ιδιαιτερότητες, με ιστορίες φιλίας, δυσφορίας και εχθρότητας, σύμμαχους και φαντάσματα, ο Τάπας μας περνάει από το τοπικό στο οικουμενικό και έτσι τελικά το Αρχιπέλαγος δεν είναι εξολοκλήρου ούτε καταγραφή αλλά ούτε και κατασκεύασμα της φαντασίας ή του νου του. Αυτό που απολαμβάνουμε τελικά στο Αρχιπέλαγος δεν είναι η μεταφορά της ιστορίας του νησιού, ούτε μονάχα η ηρεμία και η αρμονία που μας προσφέρει η θέα αυτού του τόπου, αλλά η απάντηση που δίνει σε ένα μας ερώτημα ή η ερώτηση που τελικά μας κάνει εκείνο πιέζοντάς μας να δώσουμε απάντηση.