Ένα ακόμα άγνωστο συμφωνικό αριστούργημα της μουσικής ιδιοφυίας του Νίκου Σκαλκώτα, ένας ακόμα ανεκτίμητος μουσικός θησαυρός της ελληνικής μουσικής έρχεται στο φως. Παράλληλα, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών έχει την ιδιαίτερη χαρά και τιμή να υποδέχεται τον αγαπητό μας, διεθνώς καταξιωμένο Έλληνα πιανίστα Δημήτρη Τουφεξή στο Κοντσέρτο αρ. 2 για πιάνο και ορχήστρα του Σεργκέι Ραχμάνινοφ, μία από τις δημοφιλέστερες συνθέσεις όλων των εποχών.

“Η Σουίτα αυτή είναι το πρώτο μου έργο για μεγάλη ορχήστρα σε δωδεκάφθογγο αρμονία, η όψη της παρτιτούρας είναι ως επί το πλείστον διαφανής, το άκουσμά της έρχεται από έναν νέο κόσμο, μίαν άλλη σφαίρα. Κάθε ρομαντικό, λυρικό ή δραματικό στοιχείο δεν ζητεί να δώσει στον ακροατή τίποτε άλλο από απόλυτη μουσική”, σημείωνε στην ιδιόχειρη εισαγωγή της Πρώτης Συμφωνικής Σουίτας, το 1935, ο Νίκος Σκαλκώτας.

Στη συναυλία- Αφιέρωμα στο Έτος Σκαλκώτα, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών θα ερμηνεύσει για πρώτη φορά αυτό το έργο-καρπό της μαθητείας του δίπλα στον Άρνολντ Σαίνμπεργκ την περίοδο που βρισκόταν στο Βερολίνο. Δημιουργία, που επιστρέφοντας στην Αθήνα επανέφερε από μνήμης.

Ακολουθεί, μια από τις δημοφιλέστερες συνθέσεις του πιανιστικού ρεπερτορίου, το Δεύτερο Κοντσέρτο για Πιάνο και Ορχήστρα του Ραχμάνινοφ που έκανε πρεμιέρα με τον ίδιο στο πιάνο το 1901. Σύνθεση που διακρίνει ο πλούτος των μελωδιών, η ειλικρίνεια των συναισθημάτων, η λαμπερή δεξιοτεχνική γραφή και η στιβαρή μουσική αρχιτεκτονική. Σολίστ, ο πολυβραβευμένος βιρτουόζος του πιάνου Δημήτρης Τουφεξής. Διευθύνει ο Στέφανος Τσιαλής, καλλιτεχνικός διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.

Η μακροσκελής Πρώτη Συμφωνική Σουίτα γράφτηκε στο Βερολίνο κατά την περίοδο μαθητείας του Νίκου Σκαλκώτα κοντά στον μεγάλο εκπρόσωπο της γερμανικής μουσικής πρωτοπορίας, Άρνολντ Σαίνμπεργκ. Πρόκειται για έργο βασισμένο στο δωδεκαφθογγικό σύστημα, εμπνευστής του οποίου υπήρξε ο ίδιος ο Σαίνμπεργκ. Τον Μάιο του 1933 ο Σκαλκώτας επέστρεψε από το Βερολίνο στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω τα χειρόγραφα των έργων του που συνέθεσε κατά την παραμονή του στο εξωτερικό.

Το 1935, εν όψει μίας προοπτικής να παιχτεί κάποιο συμφωνικό έργο του (η οποία δυστυχώς δεν ευοδώθηκε) ανέλαβε το αδιανόητο εγχείρημα, να ξαναγράψει από μνήμης ολόκληρη την παρτιτούρα της Πρώτης Σουίτας. Δυστυχώς το χειρόγραφο της πρώτης γραφής του έργου δεν έχει διασωθεί, ώστε να γίνουν συγκρίσεις με τη γραφή του 1935 αλλά δεδομένης της εξαιρετικής μνήμης του συνθέτη μπορεί κανείς να εικάσει ότι τις δύο αυτές εκδοχές του έργου δεν πρέπει να χωρίζει αξιοσημείωτη θεματική ή ενορχηστρωτική απόσταση.

Ο Σκαλκώτας σημείωσε ιδιοχείρως στην παρτιτούρα του 1935 ένα ενδιαφέρον προλογικό σημείωμα για το έργο, που παραθέτουμε με ελάσσονες μόνο γλωσσικές προσαρμογές στη δημοτική: “Την Σουίτα αυτή έγραψα στα 1929 στο Βερολίνο. Είναι τα εξής μέρη: Ouvertüre, Thema con Variazioni, Marsch, Romance, Siciliano – Barcarole και Rondo – Finale. Τα μέρη αυτά συνδέονται μουσικώς και θεματικώς εξ ίσου όπως και το καθένα ξεχωριστά.

Η μορφή όλου του έργου είναι συμφωνική. Η δωδεκάφθογγος αρμονία κυριαρχεί σε όλα τα μέρη και είναι αυστηρά συνδεδεμένη με την εξέλιξη των θεμάτων. Εν αντιθέσει προς άλλα έργα (και μάλιστα επταφθόγγου αρμονίας) εδώ αποφεύγονται οι αρμονικές μεταφορές. Η συχνή επανάληψη των ιδίων αρμονικών στοιχείων, νομίζω ότι δίδει στον ακροατή την ευκαιρία να συλλάβει ευκολότερα την μουσική έννοια του έργου, την αρμονική και την θεματική.

Η Σουίτα αυτή είναι το πρώτο μου έργο για μεγάλη ορχήστρα σε δωδεκάφθογγο αρμονία, η όψη της παρτιτούρας είναι ως επί το πλείστον διαφανής, το άκουσμά της έρχεται από έναν νέο κόσμο, μίαν άλλη σφαίρα. Κάθε ρομαντικό, λυρικό ή δραματικό στοιχείο δεν ζητεί να δώσει στον ακροατή τίποτε άλλο από απόλυτη μουσική”.

«Το έργο θα έπαιρνε το πρώτο βραβείο σε ένα ωδείο στην κόλαση». Με αυτά τα λόγια σχολίαζε την πρώτη συμφωνία του Ραχμάνινοφ ο συνθέτης και κριτικός Σεζάρ Κούι μετά την οικτρά αποτυχημένη πρώτη εκτέλεσή της το 1897 υπό την –από πολλές απόψεις ανεπαρκή- διεύθυνση του Αλεξάντερ Γκλαζουνόφ. Η απογοήτευση του μόλις 24χρονου συνθέτη και η δριμεία κριτική που δέχτηκε ήταν τέτοιες, που τον οδήγησαν σε κατακόρυφη πτώση της αυτοπεποίθησής του και σε γενικότερη κατάθλιψη, με εύλογο αποτέλεσμα τη σχεδόν ολοκληρωτική αποχή από τη σύνθεση για τρία περίπου χρόνια.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά από μία επίσκεψη του συνθέτη στο μεγάλο Ρώσο συγγραφέα Λ. Τολστόι, που ήταν και ένα από τα ινδάλματά του, στις αρχές του 1900. Ο ηλικιωμένος πια Τολστόι, έχοντας ήδη αποκηρύξει τα έργα των κλασικών συνθετών υπέρ της παραδοσιακής μουσικής στην πραγματεία του «Τι είναι η Τέχνη», ακούγοντας το Ραχμάνινοφ να παίζει κάποιες συνθέσεις του σχολίασε: «Αλήθεια, χρειάζεται κανείς αυτή τη μουσική;» Και συνέχισε: «Ο Μπετόβεν είναι ανοησίες, το ίδιο ο Πούσκιν και ο Λέρμοντοφ…» Το αποτέλεσμα αυτής της απογοητευτικής συνάντησης ήταν να βυθιστεί ο Ραχμάνινοφ σε ακόμα βαθύτερη κατάθλιψη.

Αναζητώντας διέξοδο από αυτή, αναγκάστηκε να δεχτεί να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα ψυχοθεραπείας υπό την επίβλεψη του νευρολόγου Νικολάι Νταλ. Τόσο η μέθοδος του γιατρού όσο και οι θερμές, εκτενείς συζητήσεις του με τον ασθενή για τη μουσική –σε συνδυασμό με το ερωτικό ενδιαφέρον του Ραχμάνινοφ για την κόρη του Νταλ- τόνωσαν την αυτοπεποίθηση του νεαρού συνθέτη, που αποφάσισε να καταπιαστεί με τη σύνθεση ενός νέου κοντσέρτου. Έτσι προέκυψε το δεύτερο κοντσέρτο για πιάνο, που δικαιολογημένα αφιερώθηκε στον δρ. Νταλ. Η πρεμιέρα του δόθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1901 στη Μόσχα με σολίστα στο πιάνο τον ίδιο το συνθέτη και μαέστρο τον εξάδελφό του Αλεξάντερ Ζιλότι. Από τότε το κοντσέρτο αυτό αποτελεί όχι μόνο ένα κορυφαίο κοντσέρτο του πιανιστικού ρεπερτορίου αλλά και μία από τις δημοφιλέστερες συνθέσεις στην ιστορία της μουσικής, χάρη στον πλούτο των μελωδιών του, την ειλικρίνεια των συναισθημάτων, τη λαμπερή δεξιοτεχνική γραφή και τη στιβαρή μουσική αρχιτεκτονική του.

Το πρώτο μέρος ανοίγει με μία σειρά συγχορδιών από το πιάνο, που θυμίζουν καμπάνες. Το πρώτο θέμα εκτίθεται από την ορχήστρα υπό την πληθωρική συνοδεία του σολίστα, ο οποίος στη συνέχεια εισάγει και το λυρικό δεύτερο θέμα. Μετά την επεξεργασία του θεματικού υλικού, το πρώτο θέμα επανέρχεται ως θριαμβευτικό εμβατήριο, ενώ το δεύτερο ως σόλο του κόρνου. Το μέρος ολοκληρώνεται με μία εκρηκτικής ενέργειας coda. Στο δεύτερο μέρος, μετά από μία ευφυή αρμονικά μετάβαση της ορχήστρας από τη ντο ελάσσονα στη μι μείζονα, εκτίθεται ένα λυρικότατο, νοσταλγικό θέμα από τα ξύλινα πνευστά, που συνοδεύονται με ευαισθησία από το πιάνο.

Ένα μεσαίο, γρηγορότερο τμήμα οδηγεί τη μουσική σε σταδιακά κλιμακούμενη κορύφωση, που εκτονώνεται με μία σύντομη καντέντσα του σολίστα, η οποία με τη σειρά της προοδευτικά σβήνει επαναφέροντας την αρχική ατμόσφαιρα. Το φινάλε βασίζεται σε δύο αντιθετικού χαρακτήρα θέματα, το πρώτο γρήγορο και ανάλαφρο, ενώ το δεύτερο (που εισάγεται αρχικά από τις βιόλες) πιο αργό και βαθύτατα εκφραστικό. Ακολουθεί μία γεμάτη εσωτερικό πάθος και ταυτόχρονα ευφυής αντιστικτική ανάπτυξη. Στην επανέκθεση το δεύτερο θέμα παρουσιάζεται με μεγαλύτερη λάμψη αυτή τη φορά από τα βιολιά και όλο το έργο ολοκληρώνεται με μία συγκλονιστική και μεγαλοπρεπή έκθεση του δεύτερου θέματος από την ορχήστρα και το πιάνο, που καταλήγει σε μία δεξιοτεχνική και εντυπωσιακή coda.