Το Θέατρο Τέχνης παρουσιάζει από τις 27 Φεβρουαρίου στη σκηνή της Φρυνίχου, ένα από τα πλέον εμβληματικά έργα του Ιταλού νομπελίστα Ντάριο Φο σε μετάφραση, διασκευή και σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη.

«Δεν πληρώνομαι, δεν πληρώνω» είναι η τελευταία εκδοχή της κωμωδίας «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω» (1974), όπου ο ίδιος ο συγγραφέας επανέφερε το 2010 προσθέτοντας τα νέα δεδομένα της οικονομικής κρίσης στην Ιταλία του 21ου αιώνα.

Επί σκηνής oι Κάτια Γέρου, Γιώργο Μακρή, Ερατώ Πίσση, Πέτρο Σπυρόπουλο, Χρήστο Μαλάκη πρωταγωνιστούν στην πολιτική σάτιρα που αφορά δύο τίμιες οικογένειες που αγωνίζονται με όπλο την «ανυπακοή» κόντρα σε μια παράλογη κοινωνία.

Στην πόλη του Μιλάνο ξεσπάει ανταρσία. Οι γυναίκες κάνουν πλιάτσικο στα σούπερ-μάρκετ, οι εργάτες διακόπτουν την κυκλοφορία των τρένων, τα παιδιά πετροβολούν τους αστυνομικούς. Το σπίτι του νομοταγή προλετάριου Τζοβάνι και της «επαναστατημένης» Αντωνίας, γίνεται γιάφκα και τόπος συνάντησης ενός αναρχικού μπάτσου, ενός γκαστρωμένου καραμπινιέρου και ενός γέρου φιλοσόφου με άνοια. Και η ζωή όλων, γίνεται πιο όμορφη και συνάμα πιο ρημαγμένη.

Λίγα λόγια για το κείμενο
Η πρώτη γραφή του έργου γίνεται το 1974. Ο αρχικός τίτλος είναι “Non si paga, non si paga” (Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω). Ο Ντάριο Φο γράφοντας μια ξεκαρδιστική φάρσα, προσπαθεί να μιλήσει για το αυτονόητο: κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην πραγματική και αξιοπρεπή ζωή. Και αυτό είναι Κοινωνική υποχρέωση. Χρησιμοποιώντας τραγελαφικά γεγονότα, πρόσωπα και καταστάσεις, χλευάζει την λειτουργία και τις πρακτικές της εξουσίας, την αγριότητα του καπιταλισμού, την εγκληματική συνέργεια της θρησκείας. Κραυγάζει κωμικά για την άδικη δομή του οικονομικού συστήματος της Δύσης. Το έργο παίζεται για χρόνια στην Ιταλία, αλλά και σ’ όλη την Ευρώπη. Ο ίδιος ο Φο το διατηρεί στο ρεπερτόριό του – είτε στο θέατρο είτε στους δημόσιους χώρους που παίζει (εργοστάσια, πλατείες, σχολεία κα). Ωστόσο το 2010, παίρνει πάλι το μολύβι του και «επανέρχεται».

Επηρεασμένος από τη νέα παγκόσμια οικονομική πραγματικότητα – τις χαλαρές εργασιακές σχέσεις, την αύξηση της ανεργίας, την κυριαρχία του τραπεζικού συστήματος, τα δάνεια, τις εξώσεις – ξαναγράφει το έργο δίνοντας τον τίτλο “Sotto paga non si paga”, που θα το μεταφράζαμε κατά λέξη: «Χαμηλά αμειβόμενος, δεν πληρώνω». Σ’ αυτή τη δεύτερη γραφή, ο Φο είναι το ίδιο ξεκαρδιστικός. Όμως τώρα φαίνεται πιο σκοτεινιασμένος, πιο θολωμένος, πιο απαισιόδοξος. Μπορεί τα πράγματα να μην έχουν αλλάξει πάρα πολύ σήμερα. Η οικονομική αγριότητα και αδικία στην Ιταλία του 2010, ίσως δεν είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη του 1974. Υπάρχει όμως μια βασική διαφορά. Τότε, υπάρχει ακόμα ζωντανή η ελπίδα της Αριστεράς, για ανθρώπους σαν τον Ντάριο Φο. Σήμερα φαίνεται πως αυτή έχει χαθεί.