Περισσότεροι από 200 συντελεστές, όπως μουσικοί, σολίστες, μαέστροι, χορωδοί,  χορευτές και ηθοποιοί, συμπράττουν στην κεντρική σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης και δίνουν δημιουργική πνοή στην εμβληματική όπερα «Αΐντα» του Τζουζέπε Βέρντι.

Φιλοτεχνημένη εξ ολοκλήρου στη Θεσσαλονίκη, η νέα, αυθεντική παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής παρουσιάζεται σε τρεις παραστάσεις, στις 15, 17 και 19 Οκτωβρίου (20.00, Αίθουσα Φίλων Μουσικής), συγκεντρώνοντας και αναδεικνύοντας δημιουργικές δυνάμεις της πόλης και καταξιωμένους καλλιτέχνες από την Ελλάδα και την Ευρώπη.

Η σκηνοθετική σύλληψη της νέας παραγωγής ανήκει στη Ζαμίρα Πασκέρι (Zamira Pasceri) από την Ιταλία, η οποία σημείωσε ότι η προσοχή της έχει στραφεί στις λιγότερες γνωστές σελίδες της όπερας, αυτές όπου περιγράφονται τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών. Η ίδια ανέφερε ότι με την προσέγγισή της θέλησε, μεταξύ άλλων, να υπογραμμίσει πως το κοινωνικό σύνολο, για να κατορθώσει να επιβιώσει, μετατρέπεται συχνά σε αόρατο στόμα, το οποίο καταπίνει  την ελευθερία, τις φιλοδοξίες και τα όνειρα του ατόμου.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της παραγωγής έχει σχεδιάσει ο Αθανάσιος Κολαλάς από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος ανέφερε ότι επιχείρησε να προσεγγίσει το κείμενο πίσω από το λιμπρέτο της όπερας και να αναδείξει τη σύγκρουση δύο διαφορετικών πολιτισμών, των Αιγυπτίων και των Αιθιόπων, που έχουν διαφορετικές αξίες και ιδανικά.

Τη μουσική διεύθυνση έχουν αναλάβει ο Ντάριουζ Μικούλκσι (Dariusz Mikulkski) από την Πολωνία (15.10) και ο Χάρης Ηλιάδης από τη Θεσσαλονίκη (17.10 &  19.10). Τις μουσικές συνθέσεις ερμηνεύουν η Συμφωνική Ορχήστρα του δήμου Θεσσαλονίκης, μέλη της MOYSΑ, της Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, και μέλη της Στρατιωτικής Μουσικής του Γ΄ Σώματος Στρατού «Μέγας Αλέξανδρος». Συμμετέχει επίσης η Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης, σε διδασκαλία και διεύθυνση της Μαίρης Κωνσταντινίδου.

Τους τρεις βασικούς ρόλους ενσαρκώνουν η σοπράνο Σοφία Μητροπούλου (Αΐντα), η μέτζο σοπράνο Κασσάνδρα Δημοπούλου (Άμνερις) και ο τενόρος Φίλιππος Μοδινός (Ρανταμές). Η διάσημη όπερα, η οποία θα έχει ελληνικούς υπέρτιτλους, παρουσιάζεται σε συμπαραγωγή με το 51ο Φεστιβάλ Δημητρίων και σε συνεργασία με την καλλιτεχνική ομάδα Skull of Yorick Productions με έδρα τη Θεσσαλονίκη.

Η «Αΐντα» είναι η πρώτη όπερα του Τζουζέπε Βέρντι (1813-1901) με εντελώς πρωτότυπο θέμα και περιεχόμενο, που δε βασίζεται σε προϋπάρχον λιμπρέτο, λογοτεχνικό ή θεατρικό έργο. Το σενάριό της ήταν σύλληψη του Γάλλου αρχαιολόγου Ογκίστ Μαριέτ (Auguste Mariette), πιθανόν εμπνευσμένο από αρχαίο αιγυπτιακό μύθο, και προτάθηκε στον Βέρντι στις αρχές του 1870 από τον Καμίλ ντι Λοκλ (Camille du Locle). Ο Αντόνιο Γκιζλαντσόνι (Antonio Ghislanzoni) ανέλαβε να μεταφράσει το κείμενο και να γράψει το λιμπρέτο στα ιταλικά, σε συνεργασία με τον ίδιο τον συνθέτη.

Η «Αΐντα» ανήκει στην κατηγορία της μεγαλοπρεπούς όπερας (grand opera), με τέσσερις πράξεις και επτά σκηνές, πολυμερή χορωδία και μεγάλο αριθμό κύριων ρόλων, και συνιστά ορόσημο στην ιστορία της ιταλικής μουσικής.

Στο Κάιρο η πρώτη παρουσίαση
Ο Χεδίφης (αντιβασιλέας) της Αιγύπτου, Ισμαήλ Ιμπν Ιμπραήμ Πασάς, είχε θέσει ως στόχο να παρουσιάσει, κατά την αποπεράτωση της Όπερας του Καΐρου (1869),  μεγαλοπρεπές λυρικό έργο στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα, στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων για την ολοκλήρωση της Διώρυγας του Σουέζ.

Ο Βέρντι είχε αρχικώς αρνηθεί να συνθέσει για τα εγκαίνια της νέας όπερας. Ωστόσο, γοητευμένος από το σενάριο του Ογκίστ Μαριέτ, συμφώνησε τελικώς να προχωρήσει στη σύνθεση της «Αΐντα», η  οποία προοριζόταν να παρουσιαστεί για πρώτη φορά στο Κάιρο. Αν και προγραμματισμένη να γίνει τον Ιανουάριο του 1871, η πρεμιέρα αναβλήθηκε, λόγω του Γαλλοπρωσικού Πολέμου, και τελικώς παρουσιάστηκε στις 24 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους με μεγάλη επιτυχία. Αμέσως μετά το Κάιρο, η «Αΐντα» παρουσιάστηκε στη Σκάλα του Μιλάνου (Φεβρουάριος 1872) και ακολούθως έγινε πασίγνωστη στην Ευρώπη.

Στη διαχρονική δημοτικότητα της «Αΐντα» έχουν συνεισφέρει, εκτός των άλλων, οι ιστορικές  και γεωγραφικές συντεταγμένες της υπόθεσης. Η δράση εκτυλίσσεται στη φαραωνική Αίγυπτο σε μυθική εποχή, με την οποία το κοινό του 20ού αιώνα εξοικειώθηκε μέσω των εικόνων που προσέδωσαν στην όπερα οι γοητευτικές ταινίες του Χόλιγουντ.

Ωστόσο, αυτή είναι η μία όψη της υπόθεσης, καθώς στο επίκεντρο της όπερας αναπτύσσεται ένα διάσημο ερωτικό τρίγωνο: η Αΐντα, πριγκίπισσα της Αιθιοπίας και αιχμάλωτη στην αυλή των Φαραώ, είναι ερωτευμένη με τον Αιγύπτιο στρατηγό Ρανταμές, ο οποίος ανταποδίδει τα αισθήματά της δυσαρεστώντας την Αμνέριδα, κόρη του βασιλιά των Φαραώ, η οποία είναι επίσης ερωτευμένη μαζί του.

Τον πυρήνα του έργου καταλαμβάνει η Αΐντα, παγιδευμένη ανάμεσα στα συναισθήματά της για τον άντρα που αγαπά και στο καθήκον απέναντι στον πατέρα και την πατρίδα της. Η δημόσια όψη και το ιδιωτικό συναίσθημα βρίσκονται σε συνεχή διάλογο στην «Αΐντα» και ορίζουν την αισθητική του έργου, που κινείται από την πιο χαμηλόφωνη εξομολόγηση έως την πιο λαμπρή διακήρυξη.

Η διάσημη όπερα θέτει ακόμη και σήμερα σε διαπραγμάτευση σημαντικά ζητήματα, κοινωνικά και υπαρξιακά, όπως είναι η  διαπάλη  νόμου και ελευθερίας, η σύγκρουση ανάμεσα στις επιταγές του συνόλου και τις ανάγκες του ατόμου, η εξουσία, η τιμή, η αγάπη και η αλήθεια.