Έτος 2031. Σε ένα καθεστώς σκληρό. Με οικονομική ανάπτυξη παράξενη. Με αρρωστημένο πληθωρισμό. Με την υιοθεσία ενηλίκων αντί πρόσληψης για εργασία. Με τους καθρέφτες ποινικοποιημένους. Σε ένα ενεχυροδανειστήριο αγοράς χρυσού υπό χρεοκοπία. Μια οικογένεια σκοτεινή. Με απωθημένα χρυσά. Και προσδοκίες. Περιμένουν καλεσμένους. Κι έρχονται όσοι δεν έπρεπε να έρθουν. Ως άλλοι. Σαν φάρσα. Και στο τέλος δεν θα κερδίσει το καλό.

Το δεύτερο θεατρικό έργο του Νικόλα Ανδρουλάκη βουτάει σε χρυσή μπογιά την ορμέμφυτη ανάγκη μας γι’ αλληλοσπαραγμό. Και είναι αστείο. Και σκοτεινό. Και παράξενο. Και σε προσκαλεί  στο πάρτι που ετοιμάζει η Βιργινία Σοφούλη, κόρη μεγαλοαστού, νεόπτωχη, μεσήλικη, χήρα, θρησκόληπτη, ρομαντική, υστερική, μισάνθρωπος. Με δυο καταπιεσμένα ψυχοπαίδια φυλακισμένα στο χρυσαφί κλουβί της. Με έναν μαύρο λαϊκοφιλόσοφο ποπ σταρ, που βλέπει τον εαυτό του λευκό, για ενορχηστρωτή. Με αληθινούς ήρωες του Τσαρλς Ντίκενς να ταξιδεύουν στο χωροχρόνο αναζητώντας μια φωλιά να προστατεύσουν την αγάπη τους από τη βία των αιώνων. Ή να προκαλέσουν εξέγερση. Με την ταμία του θεάτρου να μοιράζει ευχές και χαμόγελα στους θεατές. Με αγάπη. Μέχρι το τέλος των προσδοκιών μας.